Το Μεγαλο Ντερμπι

Κλασσικό

Είχα μόλις ξυπνήσει από την τρίωρη κυριακάτικη σιέστα μου, κι όπως κάθε Κυριακή απόγευμα είχα αράξει στο σαλόνι μου με την τηλεόραση ανοιχτή κι έπινα ένα λεπτό μονοφυλλάκι. Το ρολόι έδειχνε 6.15 κι οι εκπομπές με τους καραφλούς δημοσιογράφους, τους τηλεδιαιτητές, τους τηλεπροπονητές, και φυσικά τους παλαίμαχους παίχτες, έδιναν κι έπαιρναν. H Κυριακή αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες Κυριακές – ήταν ξεχωριστή. Η Κυριακή αυτή ήταν η Κυριακή του μεγάλου ντέρμπι. Η πόλη ολόκληρη δονούνταν στην γιορτινή ατμόσφαιρα του ποδοσφαίρου. Τα καφενεία ήταν ήδη γεματά. Τα λυκειόπαιδα είχανε κάνει επίθεση στα τραίνα και τα λεωφορεία, και μπορούσες να καταλάβεις πόσο άσχημη ήταν η κίνηση στους δρόμους απ’ τη συχνότητα που ακούγονταν οι κόρνες και τα μπινελίκια των οδηγών. Στα απέναντι μπαλκόνια είχαν κρεμάσει και μερικές σημαίες. Στο μπάκαλικο οι μπύρες είχαν πουληθεί όλες. Οι πιτσαρίες θα μένανε όλη τη νύχτα ανοιχτές.

Γαυραϊκός εναντίον Βαζελιακού, Βαζελιακός εναντίον Γαυραϊκού – δεν έχει σημασία, το γήπεδο θα ήταν μοιρασμένο στα δύο. Τελικός κυπέλου. Οι παίχτες του Βαζελιακού είχαν έναν παραπάνω λόγο να θέλουν το παιχνίδι, κι αυτός ήταν ότι είχαν βγει εκτός ανταγωνισμού στη διεκδίκηση του πρωταθλήματος κι είχαν αποκλειστεί απ’ τους ομίλους στην Ευρώπη. Ο Γαυραϊκός φυσικά δεν πήγαινε για να χάσει, αντιθέτως είχανε όλοι σκυλιάσει μετά τον αποκλεισμό τους στους 16 του Γιουρόπα Καπ από την Γκόατ Βίλατζ Γιουνάιτεντ και πηγαίναν, με αξιώσεις, για το ντάμπλ. Εγώ υποστήριζω τον Βαζελιακό. Δεν είμαι και κανάς τρελός φανατικός οπαδός, δεν έχω πάει ποτέ με τους οργανωμένους, ούτε φυσικά διαβάζω οπαδικές φυλλάδες, αλλά πάω συχνά γήπεδο και ψιλοασχολούμαι. Αν ζεις σ’ αυτή την πόλη εξάλλου είναι αδύνατον να μην ασχολείσαι καθόλου. Δεν μπορείς απλά να αγνοήσεις όλο αυτό που γίνεται γύρω σου, σε συνεπαίρνει. Όλη η ατμόσφαιρα της πόλης εννοώ, που απ’ τη μία μυρίζει γιορτή κι απ’ την άλλη πόλεμο, που οι κραυγές και τα μπινελίκια γίνονται ένα με τα τραγούδια και τα συνθήματα. Είναι φανταστικό.
Ο Μήτσος θα ερχόταν να με πάρει με το παπί σε κανα τέταρτο. Με το παπί ήταν εύκολο να φτάσουμε, η κίνηση δε θα μας έπιανε καθόλου και σε δέκα λεπτά θα ήμασταν στην θύρα. Θύρα 8. Τα εισιτήρια τα είχε κανονίσει αυτός, η δικιά μου η δουλειά ήταν να στρίψω ένα γάρο για το ημίχρονο. Τελείωσα το μονόφυλλο και άρχισα με το δίφυλλο. Είχα στρίψει τη τζιβάνα κι έσπαγα τους παπάδες στο τραπέζι με τα νύχια μου. Το κουδούνι χτύπησε και δεν ήμουν ακόμη έτοιμος – δεν είχα καν κολλήσει τα δυο χαρτάκια. Πήγα στο θυροτηλέφωνο και πάτησα το άσπρο κουμπί. “Έλα πάνω,” φώναξα, και μετά πάτησα το άλλο κουμπί και άνοιξα την πόρτα. Επέστρεψα στο στρίψιμο. Πρώτα ακούστηκαν τα βηματά του στη σκάλα και μετά η ξύλινη εξώπορτα που άνοιγε. Ο Μήτσος μπήκε μέσα. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι, ένα άσπρο μακό κι ένα κασκόλ του Βαζελιακού.
“Άντε ρε μαλάκα, ακόμα;”
“Δυο λεπτά δως μου ρε, το στρίβω και φεύγουμε.”
“Άντε γρήγορα γιατί έξω έχει αρχίσει ο χαμός.”
“Και τι σε νοιάζει; Αφού έχουμε το παπί.”
“Δεν έχει σημασία ρε φίλε, δεν είναι ωραίο να οδηγάς και γύρω σου να γίνεται της πουτάνας. Είναι επικίνδυνο. Δεν είναι κανείς στα καλά του εκεί έξω.”
“Καλά, καλά, μισό.”
Ο Μήτσος προχώρησε στο σαλόνι και κάθισε στον καναπέ. Τεντώθηκε.
“Τι πράμμα είν αυτό;” ρώτησε.
“Έλληνας. Ελ Γκρέκο. Πολύ καλό.”
Ο Μήτσος ακούμπησε την πλάτη του στο μαξιλάρι και κοίταξε τριγύρω. Η τηλεόραση έδειχνε εκείνον τον βλάκα τον Παπαμπαρουφάκη που ανέλυε το τελευταίο παιχνίδι του Γαυραϊκού για το πρωτάθλημα. 12-1 την Σκόντα Οκτάβια. Το πρωτάθλημα είχε χάσει πολύ σε ανταγωνισμό τα τελευταία χρόνια. Ήταν πάντα οι ίδιες τρεις ομάδες – Γαυραϊκός, Βαζελιακός και ΒΑΟΚ – και μόνο αυτές πάλευαν για πρωτάθλημα και κύπελο. Κι ο ΒΑΟΚ δηλαδή δεν ήταν και καμία σοβαρή ομάδα, 25 χρόνια είχε να πάρει τίτλο, απλά τα τελευταία χρόνια είχε δυναμώσει αρκετά. Ο Μήτσος πήρε το κοντρολ και την έκλεισε.
“Δεν αντέχω να τους ακούω τους μαλάκες. Λένε όλο βλακείες και ρε φίλε, δεν ξέρω, νιώθω σαν να προκαλούν…” είπε.
“Να προκαλούν;”
“Ναι, να τσιτώνουνε τον κόσμο και να τον κάνουνε να φανατίζεται και να τρελαίνεται ακόμα περισσότερο.”
Γύρισα το χαρτάκι και το δίπλωσα μέσα, έσυρα τη γλώσσα μου πάνω στην κόλλα και το κόλλησα.
“Έτοιμο. Πάμε… Τα χεις τα εισιτήρια;”
“Τα ‘χω. Άντε πάμε.”
Κατεβήκαμε τις σκάλες, βγήκαμε έξω και καβαλήσαμε το παπί και φύγαμε. Η διαδρομή ήταν πιο γρήγορη απ’ ότι περίμενα. Το παπί ελισσότανε σα χέλι ανάμεσα στ’ αμάξια και τις απλωμένες μούτζες των οδηγών που έβγαιναν απ’ τα παράθυρα, και σε λιγότερο από δέκα λεπτά ήμασταν στο πάρκινγκ του γηπέδου. Ο Μήτσος μου δωσε το εισιτηρίο μου και προχωρήσαμε στη θύρα 8. Μπήκαμε μέσα, αράξαμε σε δυο θέσεις πάνω στη γωνία, ήσυχες, πιάσαμε ψιλοκουβέντα και περιμέναμε το ματς ν’ αρχίσει.

O διαιτητής σφύριξε τη σέντρα και πριν προλάβουμε καλά καλά να καταλάβουμε τι έγινε ο Γαυραϊκός προηγούνταν ένα μηδέν. Ο πίνακας έγραφε πως ο σκόρερ ήταν ο Νίτρογλου, μα η ομίχλη απ’ τα καπνογόνα είχε κρύψει τα πάντα και κανείς δεν είχε δει το γκολ. Ακόμα και οι φίλαθλοι του Γαυραϊκού αρχίσανε να πανηγυρίζουνε με καθυστέρηση, όταν οι παίχτες του Βαζελιακού στήσανε τη μπάλα ξανά στη σέντρα.
“Τι στο διάολο;” αναρωτήθηκε ο Μήτσος. Όλο το γήπεδο φαινόταν μπερδεμένο.
Και μετά το παιχνίδι έγινε βαρετό. Ο Γαυραϊκός κλείστηκε πίσω στην άμυνα κι ο Βαζελιακός δε φάνηκε να προσπαθεί ιδιαίτερα, οι μέσοι του παίζανε πασούλες ο ένας με τον άλλον. Μέχρι το 30’ δεν είχαμε δει τη μπάλα να φτάνει σε καμία απ’ τις δυο περιοχές. Είχανε γίνει συνολικά δυο σουτ, το γκολ του Νίτρογλου κι ένα τζούφιο γέμισμα – καταλάθος σουτ απ’ τον μέσο του Βαζελιακού, τον Μπαλαγκούνη. Ακόμα και οι πιο φανατικοί των δυο ομάδων είχαν αρχισει να βαριούνται και οι φωνές τους ακούγονταν όλο και πιο αδύναμες. Στο 31’ όμως το παιχνίδι άρχισε να αποκτά ενδιαφέρον πάλι. Ο καλύτερος παίχτης του Γαυραϊκού, ο Μπυραλάς, αποχώρισε απ’ το τερρέν τραυματισμένος και τη θέση του στην αριστερή μεριά του κέντρου πήρε ο νεαρός Μπετατζίδης. Ο Μπετατζίδης ήταν μόλις 19 χρονών και, αν και ο καινούριος “Έλληνας Μέσι”, δε φαινότανε ότι θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σ’ ένα τέτοιο ματς. Και όντως, στα επόμενα 15 λεπτά μέχρι τη λήξη του ημιχρόνου ο Βαζελιακός έπαιζε μονότερμα και κάθε επίθεση του ξεκινούσε απ’ την πλευρά του 19χρονου.
Στο 34’ o Ραμαζάνι ντρίμπλαρε και πέρασε τον πιτσιρικά που μπέρδεψε τα πόδια του κι έπεσε στο γρασίδι κι έβγαλε μια σέντρά-διαβήτη για το κεφάλι του Μπερπ, που όμως κατάφερε να στείλει τη μπάλα αουτ. Βρισίδια και φωνές απ’ τους τριγύρω, οι οπαδοί μας αρχίζουν και ανάβουν. Οι φωνές μας τώρα είναι πιο δυνατές απ’ αυτές των γαυραϊκών.
BΑ-ΖΕ-ΛΙΑΚΟΣ ΒΑ-ΖΕ-ΛΙΑΚΟΣ!
Στο 38’ ο Ραμαζάνι πάλι αδειάζει εύκολα τον Μπετατζίδη και βγάζει μια συρτή μπαλιά που αρχικά κόβεται απ’ τα πόδια του Ισαάκ, μα τελικά μετά από κόντρες φτάνει στα πόδια του Κλισέ. Ο Κλισέ τη βαράει με μύτο και ο Μπομπέρτο εκτινάζεται και την πετάει έξω. Κόρνερ. Χειροκροτήματα και τραγούδια και μούτζες και μπινελίκια. Στο πέταλο των οπαδών μας τα τύμπανα δίνουν ρυθμό. Ο Μπαλαγκούνης πάει να χτυπήσει το κόρνερ. Η μπάλα βγαίνει απευθείας άουτ. Οι οπαδοί φυσούν και ξεφυσούν.
Το σκηνικό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές, μα το γκολ δεν ήρθε. Όλες οι κεφαλιές κι όλα τα σουτ είτε έβγαιναν άουτ είτε έπεφταν απαλά στην αγκαλιά του γκολκίπερ Μπομπέρτο. Τα λεπτά πέρασαν. Ο διαιτητής δεν έδωσε καθυστερήσεις και σφυρίξε το ημίχρονο στο 45’ ακριβώς. Οι παίχτες πήγαν όλοι στα αποδυτήρια.
Ανασηκώθηκα και κοίταξα τον Μήτσο.
“Πώς το βλέπεις;” τον ρώτησα.
“Ντάξει, καλά το πήγαμε τα τελευταία λεπτά, γυρνάει.”
“Θα το πάρουμε φίλε, θα το γυρίσουμε. Αυτός ο Μπετατζίδης δεν τραβάει κι ο Ραμαζάνι έχει κέφια.”
“Ρε φίλε, κατάλαβες πώς φάγαμε το πρώτο γκολ;”
“Δεν έχω ιδέα. Κανείς δεν ξέρει. Αυτός ο πούστης ο Νίτρογλου… Πυραυλοκίνητος.”
“Και δεν υπάρχει κανένας να τον σταματήσει ρε γαμώτο. Η αμυνά μας μπάζει από παντού.”
“Ε, ντάξει, έχουμε τον Μέτρικσεν βέβαια.”
“Άσε μας ρε φίλε με τον Μέτρικσεν να πούμε… Δεν τα ‘χεις μάθει για τον Μέτρικσεν;”
“Όχι, τι;”
“Καλά δεν έχεις ακούσει τίποτα; Όλες οι φυλλάδες έχουν βουίξει.”
“Από πότε διαβάζεις φυλλάδες;”
“Δε διαβάζω ρε συ, απλά περνάω απ’ το περίπτερο και χαζεύω τα εξώφυλλα…”
“Α”
“Ναι…”
“Τι τρέχει με τον Μέτρικσεν λοιπόν;”
“Kυκλοφορήσανε στο ίντερνετ κάτι φωτογραφίες απ’ την παλιά του ομάδα που τον δείχνουν να φασώνεται μ’ έναν συμπαίκτη του στ’ αποδυτήρια – δε θυμάμαι πως το λένε.”
“Να φασώνεται;”
“Να φασώνοντε κανονικά, να τον έχει αρπάξει απ’ το λαιμό και να τον ρουφάει ο σιχαμένος.”
“Άντε…”
“Ναι σου λέω, ψάξ’το στο ίντερνετ.”
“Λουκρητία δηλαδή ο Μέτρικσεν;”
“Λουκρητία δηλωμένη.”
“Άντε ρε.”
“Ναι σου λέω.”
“Καλά ρε φίλε, εσύ από πότε έχεις πρόβλημα με τους γκέι; Σου κάνανε κάτι; Δε σε ήξερα για ομοφοβικό μαλάκα.”
“Όχι ρε Πέτρο, εγώ ομοφοβικός; Τι μ’ ενδιαφέρει εμένα τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του; Απλά, να, πόσο σκληρός μπορεί να είναι ένας αμυντικός που… ξέρεις, το τρίβει το πιπέρι.”
“Καλά ναι, έχεις ένα δίκιο.”
“Άντε, σκάσε το γάρο.”
Έβγαλα το γάρο και το άναψα.
ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ ΟΕ!
Το γήπεδο χόρευε. Οι οπαδοί του Βαζελιακού είχαν στήσει ένα ωραίο κορεό σ’ όλο το πέταλο που απεικόνιζε το κύπελο κι οι οπαδοί του Γαυραϊκού βαρούσαν δυνατά τα τύμπανα κι εκτοξεύαν καπνογόνα. Τα πανό που κρέμονταν απ’ τις εξέδρες ήταν αμέτρητα, μα δεν υπήρχε κανένα ευφάνταστο ή πρωτότυπο. Όλα ήτανε σε στυλ “Σύνδεσμος Βαζελιακών Ρεθύμνου” ή “Γαυραϊκός Πάτρα”. Γύρισα το γάρο στο Μήτσο. Έξω απ’ το γήπεδο ακούγονταν γουρούνες και βεγγαλικά να σκάνε. Περιστασιακά ακούγονταν και οι σειρήνες των περιπολικών και των ασθενοφόρων. Η ομίχλη των καπνογόνων είχε αρχίσει πάλι να τυλίγει το στάδιο. O τύπος που καθόταν στη δεξιά μου θέση χτυπούσε νευρικά το πόδι του στο τσιμέντο και κρατούσε το κασκόλ του Βαζελιακού στα χέρια του. Ρουφούσε επιδεικτικά τη μύτη του και κουνούσε το χέρι του πέρα δώθε μπροστά απ’ το προσωπό του για να μας δείξει ότι ενοχλείται απ’ τον καπνό της φούντας. Δεν του δώσαμε σημασία. Μου έκανε τρομερή εντύπωση που ο Μέτρικσεν ήταν γκέι – δεν του φαινότανε.

Το ημίχρονο τελείωσε και οι παίκτες μπήκαν στο τερρέν και πήραν τις θέσεις τους. Η σέντρα ήταν δικιά μας. Ο διαιτητής σφύριξε και το δεύτερο σαρανταπεντάλεπτο ξεκίνησε. Το παιχνίδι ήταν αργό, πολύ αργό, πιο αργό κι από Αγγελόπουλο, και παρ’όλο που κανείς δεν τολμούσε να φύγει, οι περισσότεροι παίζαν με τα κινητά τους ή ξεφυλλίζαν φυλλάδες ή χασμουριόντουσαν. Μόνο οι φανατικοί στα δύο απέναντι πέταλα έδιναν ρυθμό στο ματς. Ο Μήτσος έστριβε τσιγάρο. Εγώ προσπαθούσα να το κόψω, και είχα τρεις μέρες τώρα που τα κατάφερνα και δεν είχα καπνίσει καθόλου. Γι’ αυτό το λόγο φύσικα το ‘χα ρίξει στη φούντα, μα καλύτερα φούντα παρά νικοτίνη. Η φούντα δεν σου καταστρέφει ούτε τα πνευμόνια ούτε το λαιμό ούτε το συκώτι ούτε τίποτα, ίσα ίσα, διάβαζα σ’ ένα περιοδικό πως στην Αμερική τους δίνουν φούντα για το άσθμα και το γλαύκωμα και τον καρκίνο κι ένα σωρό άλλες αρρώστιες. Άντε να δούμε πότε θα γίνει αυτό και στα μέρη μας. Αν γίνει ποτέ…
Ο Μπετατζίδης είχε αρχίσει να βρίσκει τα πατηματά του πάντως και το ματς, αν και αργό, είχε ισορροπήσει πάλι. Στο 59’ ο Γαυραϊκός έβγαλε μια αντεπίθεση κι ο Νίτρογλου βρέθηκε τετ α τετ με τον 19χρονο γκολκίπερ Καζίνο. Ο Νίτρογλου εκτόξευσε μια καραβολίδα κι ο Καζίνο δεν κουνήθηκε καθόλου. Η μπάλα έφτασε στο πάνω πέταλο του σταδίου, στους φανατικούς του Γαυραϊκού, κι όπως προσγειωνόταν χτύπησε στη μάπα ένα πιτσιρίκι. Το πιτσιρίκι έπεσε κάτω κι άρχισε να χτυπιέται. Ο πατέρας του πέταξε το καπνογόνο που κρατούσε στο γρασίδι και πήρε το πιτσιρίκι αγκαλιά και βγήκαν έξω. Οι υπόλοιποι οπαδοί ξεφύσηξαν απογοητευμένοι. Ο Καζίνο έπιασε το καπνογόνο και το πέταξε εκτός αγωνιστικού χώρου. Έστησε τη μπάλα στη γραμμή της μικρής περιοχής, πήρε φόρα και την κλώτσησε. Το παιχνίδι συνεχίστηκε.
Στο 67’ ήρθε η σειρά μας να απειλήσουμε. O Μπαλαγκούνης με φοβερή ατομική ενέργεια άφησε πίσω του τον Σπαρτιάτη κι έβγαλε στον Μίνη που κατέβηκε τη δεξιά πλευρά ανενόχλητος. Ο Μίνης σέντραρει, η μπάλα σηκώνεται ψηλά, ψηλά, ψηλά, αρχίζει να κατεβαίνει, ο Μπερπ πήδαει ψηλότερα απ’ όλους, κεφαλιά, ΓΚΟ..ΑΑΑΑΑΧ! Η μπάλα έξυσε το δοκάρι και πέρασε άουτ. Φωνές και χειροκροτήματα απ’ τους οπαδούς μας. “Γυρνάει,” μου λέει ο Μήτσος. Το πιστεύω κι εγώ, γυρνάει.
72’ και είμαστε ξανά μπροστά. Ο Ραμαζάνι ξεφτυλίζει για άλλη μια φορά τον Μπετατζίδη και πλησιάζει τη μεγάλη περιοχή. Οι αμυντικοί του Γαυραϊκού ορμάνε πάνω του κι αυτός πασσάρει έξυπνα στον Κλισέ. Ο Κλισέ αποφεύγει τον Ισαάκ, ο Μπομπέρτο τρέχει πάνω του, ο Κλισέ πλησιάζει, ο Μπομπέρτο σπιντάρει, ΣΟΥΤ, ΓΚ..ΑΟΥΤ! ΑΟΥΤ ΠΑΛΙ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΣΤΟΧΙΑ ΤΟΥΣ! Ξυστά απ’ το δοκάρι πάλι. Ο διπλανός μου χαστουκίζει το προσωπό του. Τουλάχιστον οι οπαδοί μας έχουν ζωντανέψει για τα καλά, και το ματς έχει αρχίσει να γίνεται ενδιαφέρον.
“ΒΑΟ ΓΕΡΑ, ΓΕΡΑ, ΓΕΡΑ ΜΕ ΤΣΑΜΠΟΥΚΑ, ΒΑΟ ΓΕΡΑ, ΓΕΡΑ ΚΑΙ ΓΑΜΑ ΤΑ ΜΟΥΝΙΑ. ΒΑΖΕΛΙΑΚΟΣ ΟΛΕ ΟΛΕ ΟΛΕ!” και “ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΛΑΝΙΑ, ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΣΤΗ ΠΙΑΤΣΑ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗ ΓΑΜΑΜΕ ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΤΗ ΡΑΤΣΑ!” φωνάζουνε. “ΚΑΘΕ ΒΑΖΕΛΙΑΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΟΣ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΜΕΣ ΣΤΗ ΦΥΛΗΣ ΣΕ ΟΙΚΟ ΑΝΟΧΗΣ!” και “ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ, ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ ΚΑΙ ΚΥΠΕΛΟ ΣΤΟ ΓΑΥΡΑΪΚΟ!” απαντάνε οι οπαδοί του Γαυραϊκού.
Στο 80’ έρχεται η σειρά του Γαυραϊκού. Ο ‘Γκόλε’ βγάζει μπαλιά-διαβήτη στον προωθημένο Ακαματίδη, ο Ακαματίδης μ’ ένα φοβερό σπριντ πλησιάζει την περιοχή, πασσάρει στο Νίτρογλου, σουτ, ΔΟΚΑΡΙ, η μπάλα στον Οφορίκουε, ΜΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ, ΣΟΥΤ, ΑΟΥΤ! Αουτ… Ουφ! “Βλέπεις φίλε;” γυρνάει και μου λέει ο Μήτσος. “Η άμυνα μας είναι ανύπαρκτη.” Δεν είχε κι άδικο. Εύκολα τρώγαμε ένα δεύτερο γκολ τώρα και πηγαίναμε όλοι σπίτια μας. Ο διπλανός μου δεν είχε κουνηθεί ούτε εκατοστό απ’ τη θέση του εντωμεταξύ. Μετά απ’ αυτό ο ρυθμός του ματς έπεσε πάλι κι οι οπαδοί μας άρχισαν να απογοητεύονται. Οι οπαδοί του Γαυραϊκού απ’ την άλλη είχαν αρχίσει ήδη το πάρτι. Τύμπανα και μουσικές.
O MακάριΑν, ο κόουτς μας, πέρασε στον αγώνα στη θέση του κουρασμένου Μπαλαγκούνη τον έμπειρο Ολιζαπέντε μπας κι άλλαξει το γούρι, μα ο Ολιζαπέντε φαινότανε κρύος. Το ματς χανότανε κι ο κόσμος μας εκνευριζόταν. Στο 88’ όμως καταφέραμε να βγούμε μπροστά. Ο Μίνης κατέβασε τη μπάλα από δεξιά, πάσσαρε στον Ολιζαπέντε, αυτός στον Κλισέ, Κλισέ πίσω στον Μίνη, σέντρα για τον Μπερπ, ΩΡΑΙΑ ΣΕΝΤΡΑ, ΠΕΝΑΛΤΙ! ΟΧΙ! ΟΧΙ! Τι έδωσε; Τι έδωσε; Ο Ζε Ε Λι – Κινέζος ποδοσφαιριστής που έχει διακριθεί επίσης στο κουνγκ φου – γκρέμισε με μια κλωτσιά καράτε τον Μπερπ μες στη μικρή περιοχή! Είναι πέναλτι, τι έχει δώσει; Γιατί έχουν μαζευτεί όλοι οι παίχτες γύρω του; ΚΟΡΝΕΡ! ΕΧΕΙ ΔΩΣΕΙ ΚΟΡΝΕΡ! “Τι κόρνερ ρε μαλάκα;” γυρνάει και μου λέει ο Μήτσος. “Αφού τον διέλυσε ο τύπος!” ΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ φωνάζουν οι φιλάθλοι μας, και τώρα φωνάζω κι εγώ. “ΚΟΡΑΚΙ! ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΕ!” “ΘΑ ΣΟΥ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΗ ΣΦΥΡΙΧΤΡΑ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΟΥΝΟΠΑΝΟ!” “ΓΑΜΙΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ!” “ΠΟΣΑ ΣΟΥ ΔΩΣΑΝΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ;” και τέτοια. Μερικοί προσπαθούν να μπούνε μέσα, τα ΜΑΤ πλησιάζουνε κι αρχίζουνε να δέρνουνε. Μερικοί οπαδοί μας πέφτουν κάτω μες στα αίματα, άλλοι απομακρύνονται. Το ματς έχει σταματήσει. Τρελό ξύλο. Πανό σκίζονται, κασκόλ πέφτουν στο γήπεδο, δόντια πετάνε στον αέρα, τύμπανα σπάνε, χαμός. Απ’ τα μεγάφωνα ένας μαλάκας τους ζητάει να σταματήσουν. Κανείς δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά αυτόν το μαλάκα. Οι παίκτες έχουν μπει στη φισούνα. Οι οπαδοί του Γαυραϊκού αρχίζουν να τρελαίνονται κι αυτοί και ρίχνουν καπνογόνα. Ο μόνος ψύχραιμος σ’ όλο το γήπεδο φαίνεται να είναι ο διπλανός μου. Ίσα που ανοιγοκλείνει τα βλεφαρά του. Περίεργος τύπος. Τελικά μετά από μερικά λεπτά οι οπαδοί του Βαζελιακού – αυτοί που έχουν ακόμα τις αισθήσεις τους – ηρεμούνε, και σιγά σιγά οι παίχτες επιστρέφουν στο τερρέν και το ματς ξαναρχίζει. Ο Βαζελιακός κάνει την τελευταία αλλαγή του, και στη θέση του Βίδρα μπαίνει ο Γιάννης Γκούμας. Αλλαγή χωρίς κανένα νόημα.
Η μπάλα στήνεται στο κόρνερ. Ο Ραμαζάνι ετοιμάζεται να εκτελέσει. Παίρνει φόρα. Κλωτσάει. Η μπάλα σηκώνεται ψηλά. Ο Μπερπ πηδάει, κεφαλιά, ο Μπομπέρτο διώχνει, Ολιζαπέντε παίρνει την κόντρα, ΣΟΥΤ, ΠΕΝΑΛΤΙ! ΤΟ ΔΩΣΕ! ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΝΑΛΤΙ! Ο κερατάς ο Λάντζας έβγαλε τη μπάλα απ’ τη γραμμή με βολεϊμπολικό τρόπο, σα να καρφώνει. Πέναλτι και κόκκινη κάρτα! Είναι σειρά των γαυραϊκών τώρα να τρελαθούν. “ΚΟΡΑΚΙ! ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΕ” “ΤΗ ΣΦΥΡΙΧΤΡΑ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΜΑΛΑΚΑ!” κτλ. Το σκηνικό με τα ΜΑΤ επαναλαμβάνεται για τα επόμενα 5 λεπτά. Το ματς οδεύει προς το 100ο λεπτό. Στρίβω τσιγάρο, δεν πάει άλλο.
Και μετά οι παίχτες επιστρέφουν. Και έρχεται η μεγάλη στιγμή. Η μπάλα στήνεται στα “11 μέτρα,” στην “άσπρη βούλα”, στο σημείο του πέναλτι. Εκτελεστής θα είναι ο Κλισέ. Κλισέ εναντίον Μπομπέρτο, Μπομπέρτο εναντίον Κλισέ. Τα τύμπανα βαράνε δυνατά κι από τις δυο μεριές. Ο Μήτσος σταυρώνει τα δαχτυλά του. Τα σταυρώνω κι εγώ. Είναι θέμα τιμής να μπει αυτό το πέναλτι, ίσως και κάτι παραπάνω. Ο Κλισέ και ο Μπομπέρτο εκείνη τη στιγμή αντιπροσώπευαν δυο αντιμαχόμενους λαούς, δυο ολόκληρες φυλές σε πόλεμο, όχι απλά δυο ομάδες. Όλο το γήπεδο ήταν όρθιο. Όλο, εκτός από το διπλανό μου. Ο Κλισέ παίρνει φόρα, ο Μπομπέρτο στήνεται. Πλασέ… Έξω. Η μπάλα πέρασε πάνω απ’ το δοκάρι και βγήκε άουτ. Για ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου το στάδιο πάγωσε.
Και μετά οι γαυραϊκοί ξέσπασαν σε κραυγές και γέλια. Είχαν κερδίσει ένα ακόμα κύπελο. Η πλευρά τους πήρε φωτιά, η δική μας ήταν ακόμα παγωμένη. Ο Κλισέ είχε κρύψει το κεφάλι του μες στα γόνατα του. Ο διπλανός μου σηκώθηκε όρθιος για πρώτη φορά, τέντωσε ψηλά τα χέρια του και φώναξε: “ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΣΚΥΛΑΡΑΠΑ!” Πλέον μόνο βρισιές και σφυρίγματα άκουγες απ’ το πεταλό μας. Ούτε τύμπανα, ούτε τραγούδια, ούτε τρομπέτες, ούτε τούμπες, ούτε τίποτα. Μόνο βρισίδια. Ο Μήτσος είχε μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα – δε μπορούσε να το πιστέψει. Ούτε γω μπορούσα να το πιστέψω. “Όχι ρε φίλε,” γύρισε και μου πε. “Πώς το ΄χασε ο πούστης αυτό το πέναλτι;” “Δεν ξέρω, αλλά πάμε να φύγουμε γρήγορα γιατί θα γίνει νταβαντούρι,” απάντησα. Κι όντως, οι φανατικοί μας είχαν αρχίσει να ξεριζώνουν τα καθίσματα απ’ τις εξέδρες και να τα πετάνε στο γήπεδο, μαζί με καπνογόνα, βεγγαλικά, μπουκάλια κι ό,τι άλλο βρίσκανε. Τα ΜΑΤ επενέβησαν πάλι, αλλά αυτή τη φορά δε μπόρεσαν να τους συγκρατήσουν όλους και μερικοί οπαδοί μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο κι άρχισαν να κυνηγάν τους παίχτες. Βγήκαμε έξω τρέχοντας και χάσαμε το υπόλοιπο σόου. Θα το βλέπαμε στην τηλεόραση αργότερα.

Φυσικά έξω απ’ το στάδιο η κατάσταση δεν ήτανε καλύτερη. Τα βεγγαλικά σκάγαν ασταμάτητα σα μπόμπες, οι σειρήνες των περιπολικών δεν έλεγαν να ησυχάσουν και οι συναγερμοί των ΙΧ βαράγανε αδιάκοπα. Κουκουλοφόροι χούλιγκανς των δυο ομάδων τρέχανε πάνω κάτω σα δαιμονισμένοι και σπάγανε αμάξια, διαφημιστικές πινακίδες, κάγκελα κι ό,τι άλλο υπήρχε τριγύρω. Περάσαμε μια διμοιρία και κατευθυνθήκαμε προς το μέρος που είχαμε αφήσει το παπί. Πιάσαμε κουβέντα για να ηρεμίσουμε λίγο.
“Τι έχασε ρε μαλάκα, τι έχασε;” διαμαρτυρήθηκε ο Μήτσος. “Πώς γίνεται να πετάς στου διαόλου το κέρατο το πιο σημαντικό πέναλτι της χρονιάς;”
“Ε γίνεται φίλε. Σκέψου πόση πίεση πέφτει πάνω σου εκείνη τη στιγμή. Από ένα μόνο σουτ εξαρτάται αν θα γίνεις ο ήρωας ή ο πιο μισητός παίχτης της ομάδας.”
“Σίγουρα ρε Πέτρο, δε λέω, αλλά υποτίθεται είσαι το μεγαλύτερο όνομα της ομάδας, ο καλύτερος παίχτης και με το ακριβότερο συμβόλαιο. Απλά δεν επιτρέπεται να χάνεις τέτοιο πέναλτι.”
“Ε, τι να κάνουμε τώρα; Το ‘χασε. Τελείωσε.”
“Και η αμυνά μας ρε φίλε, δεν το πιστεύω ότι η άμυνα μας ήταν τόσο ανύπαρκτη.”
“Καλά, αυτό ναι, η άμυνα μας ήταν για γέλια.”
“Mα που να πας ρε φίλε με Βίδρα και Βαριέγκι; Είναι τώρα αυτοί παίχτες για ομάδα που πάει για πρωτάθλημα και κύπελο;”
“Δεν είναι.”
“Ε αυτό λέω. Aν παίρναμε τον ΚαπΔεΒλέπο τουλάχιστον το καλοκαίρι που ακουγότανε πολύ, κάπως θα έστρωνε. Τώρα ο καλύτερος αμυντικός μας είναι η λούγκρα ο Μέτρικσεν.”
“Ντάξει, καλός ο ΚαπΔεΒλέπο, δε λέω, άλλα πολύ λούζερ ο τύπος. To θυμάσαι το αυτογκόλ που έβαλε εκείνη τη χρονιά που η Ντεπορτίβο πήγαινε για πρωτάθλημα και το ‘χασε σε κείνον τον αγώνα;”
“Καλά, ναι…”
“Ή τότε που είχαν φτάσει στα πέναλτι στον τελικό κυπέλου με τη Μπαρτσελόνα κι έχασε το τελευταίο;”
“Ναι ρε παιδί μου, αλλά όπως και να το κάνουμε απ’ το Βίδρα είναι καλύτερος.”
“Καλά, απ’ το Βίδρα ναι…”
Γύρνουσαμε στο πάρκιν από δω κι από κει, προσπαθούσαμε να αποφύγουμε τα επεισόδια αλλά η ομίχλη είχε καλύψει τα πάντα και δεν είμασταν σίγουροι αν πηγαίναμε στη σωστή κατεύθυνση. ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΜ, σκάγανε οι γουρούνες. Μερικά παρκαρισμένα αυτοκίνητα είχαν τυλιχτεί στις φλόγες. Τα πρώτα πυροσβεστικά είχαν ήδη φτάσει. Ίσως να χρειαζόταν να ρθουν κι άλλα. ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΜ ΜΠΟΥΜ. Σα σε ναρκοπέδιο. Τα βήματα μας γίνονταν όλο και πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως περπατούσαμε προς την εστία του σαμάτα. Δυο κλούβες ήταν σταματημένες και μπροστά τους μια ομάδα 50-60 χούλιγκανς στα χρώματα του Βαζελιακού συγκρουότανε σώμα με σώμα με τους ματατζήδες.
“Μήτσο, δεν πάμε καλά από δω,” του είπα. “Πάμε πίσω.”
“Έχω αφήσει το παπάκι εδώ ρε φίλε.”
“Εδώ το άφησες; Μα τι μαλάκας είσαι…”
“Που να φανταστώ ότι θα γινότανε τέτοιος χαμός ρε;”
“Καλά, γάμα το τώρα το παπάκι, εδώ γίνεται της πουτάνας. Θα ‘ρθουμε να το πάρουμε αύριο. Ας γυρίσουμε με το τραίνο καλύτερα.”
“Τι λες ρε μαλάκα; Σιγά μην τ’ αφήσω εδώ. Θα μου το διαλύσουνε.”
“Αλλιώς θα διαλύσουνε εμάς όμως.”
“Άραξε. Θα πάμε γρήγορα, θα το καβαλήσουμε και θα εξαφανιστούμε. Να, το βλέπω, είναι πίσω από κείνον τον ματά.” Μου έδειξε με το δαχτυλό του αλλά δε μπόρεσα να το διακρίνω.
“Ουφ, δε το βλέπω.”
“Το βλέπω εγώ. Άντε, ακολούθα.” Ο Μήτσος ξεκίνησε να τρέχει. Έγω έμεινα λίγο πιο πίσω, σε απόσταση ασφαλείας. Ο βλάκας δεν πρόσεχε καθόλου, όδευε κατα πάνω στις διμοιρίες. To παπάκι ήταν ένα μεταχειρισμένο Χόντα C50 του 1981. Η μηχανή ήταν καινούρια βέβαια. Πραγματικά δεν ξέρω τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή, πάντως φαινότανε ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τα καταφέρει.
Ο ακριανός ματάς τον εντόπισε με την άκρη του ματιού του να τρέχει προς τη μεριά τους. Βγήκε απ’ τη γραμμή του και τον άρπαξε απ’ το κασκόλ και τον πέταξε κάτω. Πλησίασα λίγο πιο κοντά, αλλά δεν τόλμησα να πάω να του πω κάτι, θα με πιάνανε και μένα. Ο ματάς του τράβηξε μια γερή κλωτσιά με την αρβύλα στο πλευρό. Ο Μήτσος έβγαλε μια βουβή κραυγή πόνου. Και μετά έφαγε άλλη μια κλωτσιά στο ίδιο πλευρό. Και μετά άλλη μια, κι άλλη μια. “Μουνόπανο βάζελε,” άκουσα να του λέει ο ματάς. “Σας γαμήσαμε στο γήπεδο, θα σας γαμήσουμε κι απ’ έξω,” κι όσο μιλούσε δε σταματούσε να κλωτσάει. Ο Μήτσος κάτι ψέλλιζε, κάτι προσπαθούσε να πει, αλλά μ’όλο το σαματά τριγύρω δε μπόρεσα να καταλάβω τι. Μπορούσα να φανταστώ βέβαια. “Όχι ρε παιδιά, μη βαράτε ρε παιδιά, το πάπακι μου ήρθα να πάρω ρε παιδιά.” Άδικος κόπος. Τον καρμίρη το Μήτσο. Ποτέ στη ζωή του δε θα μπλεκόταν σε επεισόδια, κι όμως τώρα τις έτρωγε σα να ‘ταν ο χειρότερος χούλιγκαν.
Ευτυχώς η ομάδα των κουκουλοφόρων διασπάστηκε γρήγορα και οι χουλιγκάνοι άρχισαν να τρέχουν από δω και από κει. Στην απέναντι μεριά του πάρκινγκ μια άλλη ομάδα οπαδών του Βαζελιακού είχε πιαστεί στα χέρια με τους αντίστοιχους γαυραϊκούς. Τα ΜΑΤ το πήρανε χαμπάρι και κινήσαν κατα κει. Ο ματάς που κλώτσαγε το Μήτσο σήκωσε το γκλοπ του και του το έφερε με δύναμη στη μάπα. “Αυτό για τη γκολάρα του Νίτρογλου, μαλάκα,” είπε κι έτρεξε να ακολουθήσει τη διμοιρία του. Ο Μήτσος έμεινε να πονάει κάτω στην άσφαλτο.
Περπάτησα κοντά του και τον βοήθησα να σηκωθεί. T’ αριστερο του μάγουλο είχε πρηστεί κι απ’ τη μύτη του έτρεχε λίγο αίμα. Τη σκούπισε με το χέρι του. Τον κράτησα απ’ τον ώμο για να μην πέσει κι άρχισα να τον οδηγώ προς την έξοδο. Βαστούσε το πονεμένο του πλευρό και ελαφρώς κούτσαινε, και φαινότανε και λίγο χαζεμένος απ’ τη γκλοπιά στο πρόσωπο. Λίγες στιγμές αργότερα γύρισε το κεφάλι του και με ρώτησε:
“Που πάμε ρε μάλακα;”
“Πάμε να πάρουμε το τραίνο,” απάντησα.
“Και το παπί;”
“Άντε γαμήσου κι εσύ και το παπί σου. Θα πάρουμε το τραίνο.”
“Όχι ρε φίλε, τόσο ξύλο έφαγα γι’ αυτό, άσε με να πάω να το πάρω.”
“Γιατί ρε μαλάκα, μπορείς να τ’ οδηγήσεις σ’ αυτή την κατάσταση;”
Ο Μήτσος το σκέφτηκε λίγο και συνειδητοποίησε πως όντως δεν ήταν σε κατάσταση να τ’ οδηγήσει.
“Καλά, ας πάρουμε το τραίνο,” είπε τελικά. “Να σου πω, σου χει μείνει καθόλου φούντα σπίτι σου;”
“Μου χει μείνει.”
“Ώραια, πάμε να πιούμε ένα γάρο να ηρεμίσουμε και μετά θα πάω σπίτι να διαβάσω.”
“Ε, επιβάλλεται.”
Φτάσαμε στο σταθμό και περιμέναμε το τραίνο. Δυο πιτσιρικάδες με κασκόλ του Βαζελιακού κάθονταν απογοητευμένοι στη γωνία της πλατφόρμας και περίμεναν κι αυτοί. Μια κηλίδα αίματος έπεσε απ’ το ρουθούνι του Μήτσου και προσγειώθηκε στο δάπεδο. Πρωτάθλημα και κύπελο είχανε χαθεί. Ο ΜακάριΑν υπέβαλλε την παραίτηση του το ίδιο βράδι. Ο Μήτσος μάλλον είχε πάθει διάσειση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s