Η Καταθλιψη

Κλασσικό

Αλέκο, μου λέει, δεν είμαι καλά.
Απ’ το καφέ με απολύσανε γιατί ήμουνα τεμπέλης,
Και στη σχολή χρωστώ εικοσιοχτώ μαθήματα
Και δεν πρόκειται να τα περάσω.
Η μάνα μ’ αποκλήρωσε και μ’ άφησε στο δρόμο,
Κι έχω ένα μήνα τώρα που τρώω μόνο ρύζι,
Κι η Μαίρη με παράτησε
Για έναν τζιβάτο χίπη
Και τώρα είναι μαζί διήμερο στην Ικαρία –
Κι είναι και κείνη η χοντρή η φίλη της που μου την πέφτει ακόμα.
Και σα να μη φτάναν όλ’ αυτά,
Τις προάλλες που κατούγαραγα,
Κάποιος μου χτύπησε την πόρτα με μανία.
Ποιός είναι; ρώτησα δειλά.
Η Κατάθλιψη, απάντησε μια γυναικεία φωνή απ’ έξω.
Να μπω;
Δε μπορώ τώρα, κατουρώ, της είπα
Και κλειδώθηκα μέσα γι’ άλλες δυο ώρες,
Μέχρι να βαρεθεί, να φύγει.
Κι όταν βγήκα,
Τη βρήκα στο σαλόνι μεθυσμένη να κοιμάται,
Φορώντας ακόμα τα παπούτσια της κι ένα ψηλό καπέλο.
Την έγδυσα, την ξάπλωσα, της έδωσα κι ένα σεντόνι,
Και πήρα μια μπύρα κι έφυγα,
Και πήγα κι έπεσα για ύπνο.
Το μόνο που με κρατά
Και δε ρίχνω κανα σάλτο απ’ το μπαλκόνι,
Είναι ότι σε κανα-δυο χρονάκια,
Που θα φύγω για Ολλανδία και θ’ ανοίξω κόφι σοπ,
Και θα χεστώ στο χρήμα,
Θα με παρακαλάνε όλοι να γυρίσω.
Και μετά καβάλησε το μαγικό χαλί του,
Κούνησε το χέρι του να μ’ αποχαιρετήσει,
Κι εξαφανίστηκε ψηλά στον ουρανό,
Κι αγέρας χτυπούσε τα μαλλιά του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s