Καταστασεις Χιπικες

Κλασσικό

Ντάξει, εγώ γενικά δεν είμαι και κανας τρελός ρεϊβάς. Δηλαδή ναι, θα πάω μια στο τόσο σε κανένα παρτάκι, θα χορέψω, θα τα σπάσω, θα κουμπώσω και τίποτα, το καλοκαιράκι θα πάω και σε κανένα φεστιβάλ, καμιά Δράμα, καμιά Χαλκιδική, καμιά Σαμοθράκη, τίποτα τέτοιο, αλλά γενικά είμαι σε υγιή επίπεδα. Δεν είμαι απ’ αυτούς του μουρλαμένους κάγκουρες που βλέπουνε κύκλους να γυρίζουν. Ούτε εμ ντι δεν έχω πάρει ποτέ. Κανα τριπάκι, κανα μανηταράκι που και που, κι αυτά με ρέγουλο. Παρ’ όλ’ αυτά, την ιστορία που θα σας διηγηθώ την άκουσα σ’ ένα τέτοιο παρτάκι, πέρσι το καλοκαίρι στην παραλία στα Χανιά.


Ήμουνα που λες με την παρέα και τα σπάγαμε. Ο ντιτζέι έπαιζε νταρκίλες, Ψαικόφσκι και τέτοια. Τα ήχεια βαρούσαν στα 180 μπι πι εμς. Οι κάγκουρες δίπλα μας με το γυαλί ηλίου χτυπιόντουσαν πάνω κάτω σα χταπόδια. Κι εμείς σα χταπόδια χτυπιόμασταν. Η άμμος λίγο κούραζε στην αρχή, αλλά μετά τη συνήθιζες και του δινες. Δεν είχαμε πίει τίποτα εκείνη τη μέρα, λίγη φούντα είχαμε μόνο και μια μπουκάλα ρακί. Καλή φάση ήτανε, είχε και κάτι ωραία γκομενάκια χίπικα πιο πέρα που τα σπάγανε κι αυτά.
Τέλοσπαντων, σε κάποια φάση κουραζόμαστε απ’ το πολύ ντούπου ντούπου και λέμε να πάμε στην άκρη να στρίψουμε κανα γαράκι. Άραζουμε μπροστά στη θάλασσα και βγάζω ένα εισιτήριο να φτιάξω τζιβάνα. Κι αφού την φτιάχνω και την δίνω στο Νοσμά που το στρίβει, σηκώνω το κεφάλι και τον βλέπω. Καθότανε μόλις δέκα μέτρα μακριά μας, είχε κάτι τζίβες χοντρές, του φτάνανε μέχρι τον κώλο, φόραγε ένα σαλβαροειδές κοκκίνο-κίτρινο και κοιτούσε προς τη μεριά του πάρτι. Δεν μπορούσα να τον διακρίνω πολύ καθαρά μες στο σκοτάδι, μα φαινότανε μεγάλος, κάπου στα τριανταπέντε-σαράντα.
Τα μάτια του είχανε γουρλώσει και το κάτω χείλος του τρεμόπαιζε – ποιός ξέρει τι είχε φάει και τι έβλεπε… Το γάρο στρίφτηκε και τον φωνάξαμε ν’ αράξει μαζί μας. Σηκώθηκε και κάθισε δίπλα μου. Φαινότανε ότι ήτανε αλλού, μα όμως μπορούσε να πιάσει κουβέντα. Συστηθήκαμε. Τον λέγανε Ζοζέφ. Ήτανε Γάλλος από το Παρίσι, μα τα τελευταία είκοσι χρόνια ζούσε μόνιμα στην Ελλάδα. Μιλούσε πολύ καλά τα ελληνικά.
“Ζοζέφ,” τον ρώτησα καθώς έπαιρνα τη τζούρα μου, “πώς και δε χορεύεις;”
“Δε γουστάγω.” απάντησε. “Ούτε τη μουσική γουστάγω, ούτε το χογό, ούτε τους βγωμοχίπις. Μπογεί να με βλέπεις έτσι με τις τζίβες κι όλα, αλλά δεν τους πάω καθόλου τους χίπις. Η χειγότεγη γάτσα.”
“Γιατί ρε Ζοζέφ έτσι; Τι σου κάνανε;”
“Τι μου κάνανε; Και τι δε μου κάνανε…”
“Ε πες μας”
“Είναι μεγάλη ιστογία.”
“Ε ντάξει, έχουμε χρόνο, αφού αράξαμε και πιάσαμε την κουβέντα…”
“Καλά, θα σας πω.” Το γάρο γύρισε σ’ αυτόν. Κατέβασε μια τζούρα ίσα με το μισό τσιγάρο, ξερόβηξε και ξεκίνησε.
“Εγώ παιδιά, τα τελευταία οχτώ χγόνια ζούσα στο Γαϊδουγονήσι, ξέγετε, στην Ιεγάπετγα κοντά. Είχα στήσει που λες μια καβάτζα στο κεδγοδάσος μέσα αποκομμένος κι έμενα με την Κλαίγη. Ξέγεις, φύση, θάλασσα, γυμνισμοί, φούντα, κανά τγιπάκι, κανα μανητάγι, αγάπη κι έγωτας. Έγωτας μόνο, πολύς έγωτας… Ήταν υπέγοχα, όλα ωγαία, ψαγέυαμε όλο το πγωί, κι όλο το βγάδι πίναμε μόνοι μας στην παγαλία κι η Κλαίγη έπαιζε το φλάουτο και κάναμε έγωτα. Δεν υπήγχε ψυχή. Και το καλοκαιγάκι όταν μαζευότανε ο κόσμος έκανα τα κουμάντα μου και πουλούσα στους τουγίστες χόγτο και τγιπς και όλα, οπότε είχαμε και λεφτά στην άκγη για ανάγκη. Όλα όμογφα.
Και ξαφνικά, πέγσι τον Ιούλη, εμφανίστηκε ο Πάγης. Ο Πάγης, ένας γλοιώδης άνθγωπος, ένας σιχαμένος. Ο Πάγης λέει εγχόταν στο Γαϊδουγονήσι για πγώτη φογά. Τον γνωγίσαμε στην ταβέγνα, είχαμε αγάξει με κάτι φίλους και πίναμε μπύγες κι ήγθε και κάθισε δίπλα μας. Μας έπιασε κουβέντα, μας έστγιψε κι ένα γάγο και το γύγισε. Το παιζε φιλικός και τέτοια, όλο χαμόγελα και γέλια κι όλα, μας κέγασε και μπύγα. Τέλος πάντων, γνωγίστηκε και με την Κλαίγη, και με το που την είδε το κατάλαβα, τα μάτια του άστγαψαν και γίναν άπληστα. Και να οι κουβέντες, και τα ταξίδια που χε κάνει στο Πεγού και στην Ταϊλάνδη, κι οι ιστογίες, και τα χαχανητά, και το φλάουτο που ήξεγε λίγο να παίζει κι όλα. Το ίδιο βγάδυ την πηδούσε στην καβάτζα του. Ντάξει λέω, Ζοζέφ, ηγέμισε, ελεύθεγος έγωτας και όλα, και στην τελική πόσο θα μείνει αυτός ο μαλάκας; Ένα μήνα; Δύο το πολύ. Μετά θα φευγε, θα μένα πάλι μόνο εγώ και η αγάπη μου. Μα πεγνούσανε οι μέγες, κι ο Πάγης εγχόταν όλο και πιο συχνά στη σκηνή μας, και μένα ούτε που μου μίλαγε, σα να μην ύπηγχα, και η Κλαίγη το ίδιο, σαν να μην ήμουν εκεί. Και μας έλεγε ο Πάγης ιστογίες και παίζανε κι οι δυό το φλάουτο κι έπλεκε η Κλαίγη τα μαλλιά του κι ήτανε μαζί όλη τη μέγα. Και πηγαίναμε και στην παγαλία κάνα βγάδι μαζί με την παγέα για γακές κι όλοι τον πήγαιναν τον Πάγη κι όλοι τον αγαπούσαν. Και τι καλό παιδί ο Πάγης, και που ήσουνα τόσο καιγό, και να γθεις και του χγόνου κι όλα. Κι η Κλαίγη όλο τον Αύγουστο τον πεγνούσε στη σκηνή του και μένα δε με έβλεπε καθόλου. Κι ο καγιόλης δεν έλεγε να σηκωθεί να φύγει.
Ε κι έφτασε κι ο Σεπτέμγβιος κι είπα ντάξει, έγχεται η ώγα και θα εξαφανιστεί και δε θα τον ξαναδούμε. Αμ δε. Ήγθε χαμογελαστός ένα πγωί μες στην καβάτζα που μετά από δέκα μέγες κοιμόμουν με την Κλαίγη και μας τ’ ανακοίνωσε: Παιδιά, θα πεγάσω τον χειμώνα εδώ! Ο ουγανός έπεσε πάνω στο πγοσωπό μου. Όλο το χειμώνα, εδώ… Όλο το χειμώνα να γαμιέται με την Κλαίγη! Kι ήγθε κι έστησε την καβάτζα του δίπλα στη δικιά μας! Όχι λέω, δεν πάει άλλο αυτό το πγάμα, και θα της το πω. Την πιάνω και της λέω, Κλαίγη δεν αντέχω, δεν είμαι καλά. Νιώθω σαν να μου χουν κοπεί τα αγχίδια. Δε μπογώ να σε βλέπω άλλο μ’ αυτον. Κι άγχισε να μου λέει, για τον ελεύθεγο έγωτα και την πανανθγώπινη αγάπη, για την παγκόσμια ειγήνη και τη φύση που δεν πγέπει να πεθάνει, και για τη ζούγκλα στο Πεγού που εξαφανίζεται και για τις φώκιες που απειλούνται. Μου πήγε και μια πίπα και για λίγο τα ξέχασα όλα. Άχ, Κλαίγη… Τα πιο όμογφα χείλη, οι πιο ωγαίες πίπες, άλλο να το λέω κι άλλο να το ζεις. Ήταν τγομεγή… Την επόμενη μέγα την πέγασε πάλι στου Πάγη όμως, κι εγώ ένιωθα πως τγελαινόμουν.
Και λίγο καιγό μετά, λίγο πγιν μπει ο Οκτώβγης, έγινε το σκηνικό. Η Κλαίγη είχε πάει στην Αθήνα να δει τον πατέγα της που ήταν στο νοσοκομείο, και το νησί είχε αδειάσει εντελώς, ήμουνα μόνο εγώ κι ο Πάγης. Εκείνο το πγωί, μπήκε στην καβάτζα μου χαμογελώντας. Γειά χαγά Ζοζέφ, είπε το φίδι. Να σου πω; Τι θέλεις; τον γωτάω. Μωγέ, μου λέει, έχω ξεμείνει από τγιπάκια και μου ‘πανε ότι εσύ πουλάς. Δεν είχε ξανάγθει άλλη φογά να μου ζητήσει ντγόγκια, είχε πάντα κάπου καβατζωμένα. Του λέω δεν έχω, πουλάω μόνο το καλοκαίγι. Κι αυτό εκεί τι είναι; γώτησε κι έδειξε το μπουκάλι μου με τις σταγόνες. Φυσικά πάντα μου ξέμενε λίγο ελ ες ντι και το κγατούσα, μα δεν ήθελα να το πουλήσω σε αυτόν. Αυτό είναι για πγοσωπική χγήση, του απάντησα, και τα μάτια του γίνανε μικγά και άσχημα, πιο άπληστα από πγιν. Ζοζέφ, μου λέει, δε θέλω πολύ, μονάχα δυο-τγεις σταγόνες. Όχι, δεν μπογώ, λυπάμαι. Τότε δως μου μονάχα μία. Είσαι κουφός; του απαντώ. Αυτές δεν τις πουλώ, είναι όλες για μένα. Κι ο τύπος ο ψυχοπαθής με άγπαξε απ’ τις τζίβες και με πέταξε στο έδαφος κι άγχισε να κλωτσάει. Τι κάνεις γε καγιόλη, πας καλά; Θα σε γαμήσω γε μουνί, μου λέει. Ευτυχώς ήταν λαπάς και δε μου έκανε ζημιά μεγάλη. Πιάνω το ποδάγι του και το τγαβάω, τον ξαπλώνω κάτω δίπλα μου. Τώγα θα δεις γε αγχίδι, και τον αγχίζω στις μπουνιές στη φάτσα. Με σπγχώνει με τα χέγια του και με πετάει πίσω. Σηκώνεται όγθιος και η μύτη του είναι γεμάτη αίμα. Ογμάει κατα πάνω μου, κι εγώ ενστικτωδώς αγπάζω απ’ το τγαπέζι ένα μαχαίγι. Τον κάγφωνω λίγο πάνω απ’ το στομάχι και σωγιάζεται κάτω. Δεν έβγαλε ούτε κγαυγή. Μπογώ να πω πως ένιωσα ωγαία. Δεν είμαι σίγουγος αν πέθανε, αλλά το πιστεύω και το ελπίζω. Έβαλα δυο πγάγματα μες στο σακίδιο μου κι έφυγα μια για πάντα. Την Κλαίγη δεν την ξαναείδα ποτέ. Γι’ αυτό σας λέω παιδιά, οι χίπις είναι η πιο βγώμικη φάγα. Να μην τους εμπιστεύεστε καθόλου. Εγώ το κανα σκοπό της ζωής μου να τους εξολοθγεύσω όλους.”
Δεν είχαμε και πολλά να πούμε μετά απ’ αυτό. Είχανε αρχίσει να βαράνε άσχημα και οι ράκες και ο τύπος ήτανε λίγο τρελός και κάπου τον είχαμε χάσει. Καταλήξαμε στο ότι η Κλαίρη ήταν πουτάνα και πως καλά έκανε που έφαγε τον Πάρη, και μετά χαιρετήσαμε και γυρίσαμε στα σπίτια μας. Το παρτάκι έδινε ακόμα, μπορεί τώρα να ήτανε και περισσότεροι κάγκουρες απ’ ότι πριν, αλλά εμείς δεν είμασταν πια σε φάση για τρανσίδια. Εξάλλου είμασταν οι μόνοι που δεν είχαμε κουμπώσει κανένα είδος σπίντας. Οι ρακές κι οι φούντες μόνο ντάγλες έφερναν. Ντάξει, καλά ήτανε κι απόψε…
Την επόμενη μέρα ακούσαμε πως λίγη ώρα αφού φύγαμε απ’ την παραλία εκείνο το βράδι, κάποιος τρελός άρχισε να μαχαιρώνει κόσμο, και τρεις πιτσιρικάδες κατέληξαν νοσοκομείο. Ένα μήνα αργότερα πέτυχα έναν γνωστό στο δρόμο, που τον είχα πετύχει και σε κείνο το πάρτι και ήξερε και τον ντιτζέι. Πιάσαμε την κουβέντα. “Τι παίχτηκε τελικά με κείνο το σκηνικό;” τον ρώτησα. “Άσε,” μου λέει. “ένας ψυχοπαθής Γάλλος μ’ έναν ελβετικό σουγιά… Τον πιάσανε επ’ αυτοφώρο και τον κλείσαν σε ψυχιατρείο.”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s