Εκλογες

Κλασσικό

Μια χοντρή με μπεζ ταγιέρ και μαύρες γόβες
Στεκότανε μπροστά απ’ το σταθμό
Παρέα μ’ ένα χίπστερ με μεγάλα φρύδια
Κι ένα ροζ-σομόν πουκάμισο που του λείπανε δύο κουμπιά,
Πάνω πάνω στο γιακά,
Και μοίραζαν φυλλάδια.
Πλησίασα λιγάκι πιο κοντά,
Κι είδα πως ήταν συριζέοι,
Και στα φυλλάδια τυπωμένος ήταν απάνω ο τσίπρας,
Χαλαρός και χαμογελαστός,
Ίσως και λίγο κλασμένος,
Κι έδειχνε το δρόμο προς την αλλαγή,
Το δρόμο τον πιο σωστό,
Κι η χοντρή μου χαμογέλασε
Και γούρλωσε τα ιδρωμένα μάτια,
Κι έπεσε ανάσκελα
Και κύλισε στα πόδια μου,
Πετάχτηκε όρθια μπροστά σαν αστραπή,
Βρεθήκαμε φάτσα-φάτσα,
Η ανάσα της βρώμαγε τσιγάρο και καφέ,
Στο πηγούνι της μια κρεατοελιά πετιόταν,
Κι η μύτη της ήταν φαρδιά, πολύ φαρδιά,
Σαν παντελόνι νέγρου σκλάβου,
Παντελόνι μαύρο απ’ τη βρωμιά.
Μου είπε για το κόμμα,
Και το σοσιαλισμό και τη δημοκρατία
Και τα ιδανικά που όλα πια χαθήκαν,
Και μου πε κι άλλα, άσχετα,
Για τον καιρό που ναι περίεργος,
Και για τους ποιητές που δεν πουλιούντε,
Αυτοί που ναι σπουδαίοι και τρανοί και των καιρών ταλέντα,
Μα όλο το σύστημα τους έχει αποκληρώσει,
Και πεθαίνουνε πεινώντας μες στο υπόγειο και θλιμμένοι –
Πάντα έτσι γινότανε, πάντα έτσι θα πρέπει να ναι –
Κι αν θα θελα να πάμε για ποτό αύριο βραδάκι,
Να τα πούμε.
Κι εγώ τότε αγχώθηκα,
Τα στήθια μου φουσκώσαν,
Τα μάτια μου μικρύνανε,
Κι άνοιξα το στόμα μου ελαφρώς,
Για να μπορώ να ανασαίνω.
Λυπάμαι είπα, δε μπορώ,
Και πλέον όλ’ αυτά δεν τα κατανοώ,
Νιώθω να μαι χαμένος,
Κι όλα μου φαίνοντε κι είναι μαύρα, βρωμερά,
Μαύρα σαν πλαστικό καμένο,
Μαύρα σαν νύχτα χωρις άστρα,
Σα ζόφος,
Σαν καταχνιά,
Με μυρωδία στάχτης τσιγάρου,
Κι υφή τυριού μπαγιάτικου και χαλασμένου,
Υφή σαν να ναι λέπια, μα ξερά,
Και σα κλαρία τριανταφυλλιάς
Με τα αγκάθια ακόμα πάνω,
Και βουβά,
Βουβά, τοσο βουβά,
Δεν έχουν τίποτα να πούνε.
Και το χαμόγελο της έσβησε,
Κι έγινε μι’ άσχημη γκριμάτσα,
Και γύρισε την πλάτη κι έφυγε,
Καλά, οκέι, σόρρι,
Και, κουνώντας τους γλουτούς της μουσικά,
Επέστρεψε στο χίπστερ.

Τα γαμημένα τ’ άρματα αποχτήσανε μυαλό,
Και οδηγούνε τώρα μόνα,
Και εμείς όλοι μέσα τραγουδάμε τη διεθνή,
Και τη μπαντιέρα ρόσσα,
Κι ούτε που ξέρουμε που θα μας βγάλουνε, –
Μα λίγο κρυφά φοβόμαστε,
Τα βράδια που ο αέρας έρχεται και μας πνίγει,
Ότι θα ανοίξουμε τις σφραγισμένες πόρτες μας,
Και θα μάστε πάλι πίσω,
Στο ίδιο μέρος,
Στην ίδια κόλαση που μας γεννά,
Μας δίνει γάλα και τροφή
Κι ό,τι ζητάμε,
Και που μια μέρα μας αφήνει να επιλέξουμε,
Μα μείς δεν έχουμε ιδέα, –
Απλά το λέμε γιατί ο καιρός δε μοιάζει ν’ άλλαξε,
Και νύχτα-μέρα καίει,
Και γιατί οι ρόδες κάτω απ’ τις αρβύλες μας,
Δε νιώθουν να κουνιούντε…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s