Στο ταξι του Τακη

Κλασσικό

Ο Τάκης και ο Φίλος του Τάκη κάθοντε στον καναπέ του σαλονιού του Φίλου και συζητάνε.
ΦΙΛΟΣ: Κάτσε, κάτσε, δεν κατάλαβα καλά, ηρέμισε λίγο γιατί πολύ μπερδεμένα μου τα λες… Δηλαδή αυτός σε σταμάτησε στη Βουλιαγμένης στο Ελληνικό…
ΤΑΚΗΣ: Και πιο πίσω, στο ύψος της Γλυφάδας ήμουνα.
Φ: Ναι, στη Γλυφάδα, και τι σου είπε;
Τ:Τι να μου πει ρε φίλε; Ό,τι λέει κάθε πελάτης. Κάθισε στη θέση του συνοδηγού, ζήτησε να τον πάω μέχρι την Ομόνοια και μετά δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Κι εγώ απλά έβαλα ράδιο κι άρχισα να ανεβαίνω προς κέντρο.
Φ: Αυτός δεν είπε τίποτα άλλο, τίποτα περίεργο;
Τ: Ε όχι, τι περίεργο να πει, απλά κάθισε και αγνάντεψε απ’ το παράθυρο. Εσύ δηλαδή όταν παίρνεις ταξί πιάνεις και κουβέντα με τον οδηγό και του λες και περίεργα;
Φ: Ε ρε συ κάτσε, δεν είναι και το ίδιο…
Τ: Καλά ναι ρε φίλε, αλλά όχι, αυτός δεν είπε τίποτα, ήταν σαν κάθε πελάτη, τίποτα το παράξενο.

Φ: Τίποτα το παράξενο… Αυτός τι τύπος ήτανε;
Τ: Ε ένας τύπος σαν όλους, ψηλός, φορούσε κάτι γυαλάκια μυωπίας, κοντό μαλλί, ξυρισμένος μ’ ένα μικρό μουσάκι στο πηγούνι που ίσα που φαινότανε, καλοντυμένος, με το κοστούμι του, το χαρτοφύλακα του, το ρολόι του… Σου λέω δεν είχε τίποτα το περίεργο, τίποτα το ύποπτο. Ένας τύπος σαν όλους.
Φ: Καλοντυμένος όμως…
Τ: Ε ντάξει, καλοντυμένος τώρα, ένα κοστούμι φορούσε και μια γραβάτα κόκκινη. Όσο καλοντυμένος μπορεί να ‘ναι ένας υπάλληλος γραφείου ξερω γω.
Φ: Ακριβό κοστούμι;
Τ: Ε που να ξέρω ρε φίλε, δεν τον ρώτησα κιόλας πόσο έκανε…
Φ: Ναι ρε, αλλά άμα ήταν ακριβό θα το κατάλαβαινες.
Τ: Από που να το κατάλαβω ρε φίλε, μήπως έχω κι εγώ ακριβά κοστούμια; Το ακριβότερο ρούχο που χω είναι εκείνο το παντελόνι να πούμε που μου κανε δώρο η Μαρία τα προηγούμενα Χριστούγεννα, κι αυτό με το ζόρι θα ναι πάνω από ενενήντα ευρώ. Δεν τα καταλαβαίνω εγώ τα ακριβά κοστούμια…
Φ: Καλά, τέλος πάντων… Και μετά τι έγινε;
Τ: Ε οδηγούσα κανονικά στη Βουλιαγμένης και κάποια στιγμή γυρνάω να τον ρωτήσω αν του αρέσει η μουσική – έπαιζε Καζαντζίδη – ή αν θέλει να τ’ αλλάξω…
Φ: Που έγινε αυτό;
Τ: Εδώ κοντά ρε, λίγο μετά την Αλίμου, γι’ αυτό ήρθα και σε σένα.
Φ: Σωστά, ναι, για πες.
Τ: Ε ναι, και τον ρωτάω αν θέλει να αλλάξω τη μουσική και δεν απαντάει. Ξαναρωτάω, δεν ξαναπαντάει. Γυρνάω να τον δω κι έχει πέσει πάνω στο παράθυρο κι έχει κλείσει τα μάτια και δεν κουνιέται καθόλου. Θα κοιμήθηκε λέω, αλλά με ξέρεις τώρα εμένα, μ’ εκνευρίζει να κοιμάται ο πελάτης μες στο ταξί και με αγχώνει κιόλας. Γι’ αυτό και τον σκουντάω…
Φ: Και δεν αντιδρά…
Τ: Καθόλου. Και τον ξανασκουντάω, τον σπρώχνω, του κάνω, του ράνω, αρχίζω να του φωνάζω…
Φ: Καλά ρε μαλάκα κι εσύ, άρχισες να φωνάζεις και να σπρώχνεις τον πελάτη;
Τ: Ε ρε φίλε δε γίνεται να κοιμούνται μες στ’ αμάξι κι εγώ να οδηγάω, δεν είμαι ο σοφέρ τους, με τσαντίζει όταν γίνεται αυτό και ήθελα να τον ρωτήσω κιόλας για το κωλοραδιόφωνο.
Φ: Τέλος πάντων. Κι αυτός εκεί, ακίνητος κι αμίλητος;
Τ: Εκεί, ναι, δεν έπαιρνε χαμπάρι. Ε κι άρχισα να ανησυχώ…
Φ: Λογικό…
Τ: Ναι, και πιάνω το χέρι του και είναι παγωμένο, σαν να βγήκε απ’ το ψυγείο. Κι εκεί τρελαίνομαι γιατί αρχίζω και καταλαβαίνω τι έχει γίνει.
Φ: Και τι έκανες;
Τ: Βγαίνω απ’ τη Βουλιαγμένης και μπαίνω σ’ ένα στενό κι αρχίζω τις φωνές και τα χαστούκια. Τίποτα… Και πιάνω το λαιμό του να δω αν έχει παλμό…
Φ: Και δεν έχει…
Τ: Όχι… Κι εκεί φρικάρω εντελώς ρε φίλε, με πιάνει πανικός. Προσέχω να μη με βλέπει κανένας και τον αρπάζω και τον πετάω στο πίσω κάθισμα.
Φ: Μα καλά, γιατί δεν τον πήγες σε κανένα νοσοκομείο;
Τ: Ρε φίλε δεν ξέρω, δεν ξέρω πραγματικά… Ο τύπος πέθανε μέσα στο ταξί μου, φοβάμαι ότι θα με υποπτευθούνε κιόλας αν τον πάω σε νοσοκομείο, ειδικά όταν μου αρχίσουνε τις ερωτήσεις οι μπάτσοι και δούνε το φακελό μου κι όλες τις μαλακίες που ‘χω κάνει… Το φοβάμαι ρε φίλε, το φοβάμαι πολύ, δε μπορώ άλλα μπλεξίματα, δε μπορώ άλλους μπάτσους.
Φ: Ναι ρε συ, αλλά σ’ αυτό δεν έχεις καμία ευθύνη.
Τ: Ε, εγώ κι εσύ το ξέρουμε αυτό, αλλά άντε εξήγησε το στους μπάτσους… Και σου λέω ρε φιλέ, με το φάκελο και την προϊστορία που έχω δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχω προβλήματα. Μπορεί και να με μπαγλαρώσουνε.
Φ: Καλά, ισχύει κι αυτό, τόσες μαλακίες που ‘χεις κάνει…
Τ: Ε αυτό σου λέω ρε φίλε. Γι’ αυτό κι ήρθα σε ‘σένα να βοηθήσεις την κατάσταση.
Φ: Να βοηθήσω ρε συ, αλλά πώς; Τι ξέρω εγώ απ’ αυτά;
Τ: Τι να σου πω ρε φίλε, απλά κι εγώ έχω πανικοβληθεί, δεν ξέρω τι να κάνω…
Φ: Πω ρε συ, να σου μείνει στα χέρια μες στ’ αμάξι, φρίκη… Που τον έχεις τώρα;
Τ: Στο ταξί τον έχω αφήσει.
Φ: Και το ταξί το ‘χεις παρκάρει έξω;
Τ: Ναι.
Φ: Καλά, δεν πας καλά…
Τ:Γιατί ρε φίλε;
Φ: Μα έχεις έναν άνθρωπο νεκρό μες στ’ αμάξι και το χεις αφήσει στο δρόμο;
Τ: Που να τ’ άφηνα;
Φ: Έλα, θα σου ανοίξω το γκαράζ, φέρτο μέσα και θα δούμε τι θα κάνουμε…
Τ: Καλά, καλά, πάω.
Ο Τάκης βγαίνει έξω και πάει στο ταξί του. Ο Φίλος πηγαίνει στο γκαράζ και ανοίγει την πόρτα. Το ταξί μπαίνει μέσα και ο Τάκης παρκάρει και βγαίνει έξω.
Φ: Λοιπόν, για να τον δω…
Τ: Άνοιξε πίσω, εκεί τον έχω.
Φ: Α, νέος ήταν ρε γαμώτο.
Τ: Ναι, δεν πρέπει να ‘ταν πάνω από σαράντα.
Φ: Ψψψ, το κοστούμι πανάκριβο όμως, αρμάνι. Κι η γραβάτα ακόμα θα κάνει κανα κατοστάρι…
Τ: Για δες αν έχει καμιά ταυτότητα στις τσέπες του.
Φ: Πω, και ρόλεξ χρυσό ο τύπος…
Τ: Κοίτα τις τσέπες του ρε!
Φ: Καλά ρε μαλάκα… Να, πιάνω ένα πορτοφόλι.
Τ: Για δες τι λέει…
Φ: Για να δω. Αμάααν, ο τύπος έχει κοντά δυό χιλιάδες ευρώ σε μετρητά μέσα!
Τ: Την ταυτότητα ρε μαλάκα!
Φ: Ε δεν έχει ταυτότητα ρε φίλε, μόνο κάτι πιστωτικές…
Τ: Τι όνομα λένε οι πιστωτικές;
Φ: Μάνος Παπαλάζος.
Τ: Αναπαύσου εν ειρήνη, Μάνο Παπαλάζο…
Φ: Ρε συ όμως, δε σου φαίνεται περίεργο;
Τ: Ποιό απ’ όλα;
Φ: Το ότι κυκλοφορεί με τέτοια ρούχα στην Ομόνοια και με δυο χιλιάδες ευρώ στο πορτοφόλι του. Και χωρίς ταυτότητα.
Τ: Ε, καλά, είναι λίγο περίεργο όντως…
Φ: Ε αυτό σου λέω ρε συ. Και το χρυσό ρολόι, και το μουσάκι… περίεργος τύπος…
Τ: Ντάξει, περίεργος τώρα… Απλά θα ‘ναι κανας ζάμπλουτος.
Φ: Ζάμπλουτος και χρειάζεται ταξί για να μετακινηθεί;
Τ: Ε στο κέντρο πήγαινε ρε φίλε, δε θα ‘βρισκε να παρκάρει…
Φ: Χμ, δεν ξέρω. Κι ας το δούμε κι αλλιώς, για να πέθανε έτσι ή η καρδιά του θα έπαθε τίποτα…
Τ: Το πιο λογικό…
Φ: Ναι, αλλά αν ήταν η καρδιά του κι είναι ζάμπλουτος δε θα το ‘ξερε; Δε θα έκανε εξετάσεις, δε θα είχε πάρει γιατρούς, φάρμακα και τέτοια; Αυτός για να πέθανε έτσι δε θα ‘χε κάνει τίποτα, ούτε καν καμιά εξέταση. Ε και δε γίνεται ρε φίλε να πεθαίνεις έτσι απλά, σίγουρα θα είχε εμφανίσει προβλήματα και πριν, κι αν είχε εμφανίσει προβλήματα θα το ‘χε ψάξει και θα πρόσεχε… Άρα ή είναι όντως η καρδιά του και δεν έκανε τίποτα και την άφησε να τον σκοτώσει… ή παίζει κάτι άλλο…
Τ: Σαν τι;
Φ: Δεν ξέρω, πολλά θα μπορούσαν να συμβαίνουν…
Τ: Πες ένα.
Φ: Πφφ, τώρα υποθέσεις κάνω, αλλά να, μπορεί να του δηλητηρίασαν το ποτό…
Τ: Ααα, τώρα που το λες πριν μπει στο ταξί τον είδα να πίνει έναν καφέ, κι όταν με σταμάτησε τον πέταξε.
Φ: Αχά, να που λύνεται σιγά σιγά το κουβάρι… Κάποιος θα τον δηλητηρίασε…
Τ: Δεν ξέρω ρε φίλε, πολύ ακραίο σενάριο μου ακούγεται… Δεν είναι απίθανο βέβαια.
Φ: Κοίτα, καταρχάς δε νομίζω να αμφιβάλλεις ότι ο τύπος για να κυκλοφορεί έτσι, με τόσα λεφτά, σίγουρα θα ήταν μπλεγμένος κάπου…
Τ: Ναι, ντάξει, αυτό το πιστεύω… Αφού δεν έχει καν ταυτότητα…
Φ: Ε αυτό σου λέω. Και με τέτοιο ρολόι… Μιλάμε για μαφία…
Τ: Ντάξει, πιθανό… Καλά τώρα τι κάνεις; Του παίρνεις το ρολόι;
Φ: Αμ όχι θα του τ’ αφήσω του μαφιόζου… Που δηλαδή και μαφιόζος να μην ήτανε – που ήτανε – πάλι θα του το ‘παιρνα, γιατί στην τελική ρε φίλε αυτός είναι ένας νεκρός ζάμπλουτος κι εγώ ένας ζωντανός μπατίρης.
Τ: Ναι, αλλά κάτσε λίγο ρε φίλε… Κι εγώ μπατίρης είμαι…
Φ: Λοιπόν, άκου. Εγώ θα πάρω το ρολόι, εσύ θα πάρεις το κοστούμι και τα μετρητά θα τα μοιράσουμε. Σύμφωνοι;
Τ: Γιατί να πάρεις εσύ το ρολόι ρε φίλε; Αφού εγώ δε φοράω κοστούμια…
Φ: Καλά, καλά, πάρ’το εσύ το ρολόι. Απλά βοήθα λίγο να τον γδύσουμε.
Τ: Να βοήθησω… Κάτσε όμως ρε φίλε, το πτώμα τι θα το κάνουμε τελικά;
Φ: Τα παπούτσια είναι πολύ μεγάλα, δεν θα κάνουν σε κανέναν απ’ τους δυο μας. Προτείνω να τα πουλήσουμε.
Τ: Καλά θα δούμε τι θα κάνουμε με τα παπούτσια, το πτώμα είναι το θέμα μας τώρα…
Φ: Μην ανησυχείς, ξέρω μια ερημική παραλία εδώ κοντά. Θα πάμε τη νύχτα και θα το ρίξουμε εκεί.
Τ: Καλά ρε μαλάκα, θα τον πετάξουμε στη θάλασσα τον άμοιρο;
Φ: Μήπως προτιμάς να πας να πεις τι έγινε στους μπάτσους;
Τ: Ουφ, δεν υπάρχει μια μέση λύση;
Φ: Ε δεν υπάρχει ρε φίλε… Ή θα πάμε να δηλώσουμε τον θάνατο και να εξηγήσουμε τι έγινε στο τμήμα – με ό,τι συνεπάγεται αυτό – ή θα πετάξουμε το πτώμα στη θάλασσα… Διάλεξε και πάρε…
Τ: Πφφ, καλά… Αφού δεν υπάρχει άλλη λύση…
Φ: Λοιπόν, βοήθα τώρα να του βγάλουμε το παντελόνι. Μετά τον κρύβουμε στο πορτ παγκάζ κι όταν πέσει για τα καλά η νύχτα θα ξεκινήσουμε.
Τ: Καλώς…
Η μέρα περνά και το σκοτάδι πέφτει, κι όσο κυλάνε οι ώρες όλο και πιο πολύ μαυρίζει ο ουρανός. Ο Τάκης και ο φίλος του μπαίνουν στο ταξί και ξεκινάνε για τη θαλάσσα.
Φ: Εδώ είναι, σταμάτα…
Τ: Που; Εδώ στα βράχια;
Φ: Εδώ ναι. Δεν υπάρχει ψυχή.
Τ: Είσαι σίγουρος ρε φίλε; Κι αν μας δει κανένας;
Φ: Ποιός να μας δει ρε μαλάκα; Αφού σου λέω σ’ αυτήν την παραλία δεν έρχεται κανείς, ειδικά τέτοια ώρα…
Τ: Καλά, κάτσε να περιμένουμε πέντε λεπτά μήπως περάσει κανένας.
Φ: Καλά… Εγώ λέω να τον βάλω μέσα στη σακούλα.
Τ: Ναι, βάλτον, αλλά προσεχτικά. Μη σε δει κανείς…
Φ: Καλά, καλά…
Ο φίλος βγαίνει απ’ το αμάξι, ανοίγει το πορτ παγκάζ και προσπαθεί να χώσει το πτώμα μέσα σε δυο μαύρες πλαστικές σακούλες. Δυσκολεύεται, αλλά τα καταφέρνει.
Τ: Άντε, τον έβαλες;
Φ: Τον έβαλα… Δεν πάμε σιγά σιγά;
Τ: Μισό λεπτό… Ρε φίλε δεν ξέρω…
Φ: Ε τι δεν ξέρεις ρε μάλακα; Εδώ που φτάσαμε δεν έχουμε κι άλλη επιλογή… Άντε, βγες να τον κουβάλησουμε να τον πετάξουμε.
Τ: Καλά, βγαίνω…
Φ: Πιάσ’ τον απ’ τα πόδια έσυ.
Τ: Οκέι. Ουφ ρε φίλε, βαρύς είναι…
Φ: Έλα, δυο βήματα είναι.
Τ: Ουφ…
Φ: Έλα προχώρα!
Τ: ΟΥΦ!
Φ: Όπα, εδώ είμαστε. Με το ένα, με το δύο, με το τρία, ωωωπ!
ΣΠΛΑΣ!
Τ: Ουφ, τελείωσε κι αυτό…
Φ: Τελείωσε…
Τ: Απλά ρε φίλε, ξέρεις τι σκεφτόμουνα τώρα;
Φ: Τι;
Τ: Κι αν ήταν νεκροφάνεια;…
Φ: Άντε ρε μαλάκα, τι νεκροφάνεια; Τόση ώρα ήταν ψόφιος μες στο πορτπαγκάζ… Άντε, πάμε να φύγουμε.
Τ: Φίλε έχω δει κι ακούσει τρελές ιστορίες με νεκροφάνειες. Είχα ένα θείο στο χωριό που νομίζαμε τα τίναξε και δυο μέρες μετά που πήγαμε να κάνουμε την κηδεία του, μια στιγμή πριν τον θάψουμε τον ακούσαμε να βαράει από μέσα το φέρετρο. Δυο μέρες μετά! Κι ο κερατάς από μέσα ήταν μια χαρά και μας έβριζε. Αλλά δέκα χρόνια έζησε μετά απ’ αυτό. Μην το κλείνεις το παράθυρο, έχω σκάσει.
Φ: Δεν το κλείνω, το ανοίγω κι άλλο.
Τ: Οκέι. Γιατί βγάζεις το κεφάλι έξω ρε; Τι γίνεται;
Φ: Μαλάκα πάτα γκάζι!
Τ: Τι γίνεται ρε;
Φ: ΤΡΕΧΑ ΡΕ!
Τ: Το χω σανιδώσει ρε μαλάκα, ηρέμισε!
Φ: Μαλάκα δε θα το πιστέψεις!
Τ: Τι έγινε ρε, πες!
Φ: Μαλάκα ο τύπος είχε βγει στην επιφάνεια και κούναγε τα χέρια του!
Τ: Τι; Ποιός; Μας είδε που ρίχναμε το πτώμα στη θάλασσα;
Φ: Όχι ρε μαλάκα, το πτώμα λέω!
Τ: Τι; Τι λες ρε;
Φ: Το πτώμα ρε! Το πτώμα ζωντάνεψε!
Τ: Ζωντάνεψε;
Φ: Ή ζωντάνεψε ή δεν πέθανε ποτέ.
Τ: Τι λες ρε φίλε;
Φ: Να δεις που ήταν όντως νεκροφάνεια τελικά.
Τ: Μη μου το λες αυτό ρε φίλε.
Φ: Ρε φίλε, αφού σηκώθηκε και βγήκε.
Τ: Δηλαδή μου λες ότι ληστέψαμε, γδύσαμε και πετάξαμε στη θάλασσα ένα ζωντανό άνθρωπο;
Φ: Όχι ρε φίλε… Μα, δεν το ξέραμε… Που να το ξέρουμε; Αφού δεν είχε παλμό…
Τ: Στο πα ρε φίλε, στο πα…
Φ: Τι μου το πες ρε μαλάκα, πότε μου το πες; Μισή ώρα αφού τον ρίξαμε;
Τ: Γιατί ρε ηλίθιε, δικιά μου ιδέα ήταν να του τα κλέψουμε όλα και να τον φουντάρουμε;
Φ: Δε σε είδα να αντιστέκεσαι και πολύ φίλε. Μαζί τον κλέψαμε και μαζί τον φουντάραμε. Ξέρεις πολύ καλά ότι και στο δικαστήριο δεν έχει και πολύ μεγάλη διαφορά…
Τ: Δικαστήριο; Ποιό δικαστήριο; Όχι ρε πούστη άλλα δικαστήρια, δεν αντέχω πια. Όχι ρε γαμώτο, δε γίνεται αυτό ρε γαμωτό.
Φ: Ηρέμισε ρε, ντάξει, χαλαρά, δε θα γίνει τίποτα. Ο τύπος δε θα θυμάται ούτε τ’ όνομα του μετά απ’ όλο αυτό…
Τ: Είσαι μαλάκας, ο τύπος θα χει τουλάχιστον κρατήσει τις πινακίδες κι εγώ την έχω γαμήσει!
Φ: Άραξε, ο τύπος ίσα που πρόλαβε να βγει στην επιφάνεια, δεν είδε τίποτα.
Τ: Κι αν θυμάται τη φάτσα μου; Κι αν κάποιος βρει το ρολόι ή το κοστούμι και μας ρωτήσει που τα βρήκαμε;
Φ: Θα πούμε ότι είναι δώρα ρε φίλε, δεν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα…
Τ: Όχι ρε φίλε, δεν είναι έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι… Την έχω γαμήσει!
ΦΧαλάρωσε ρε φίλε, δεν την έχεις γαμήσει.
Τ: Τα γάμησα όλα πάλι ρε πούστη μου, με κατέστρεψα πάλι γαμώ το διάολο, καταστράφηκα εντελώς.
Φ: Ηρέμισε ρε μαλάκα να πούμε, τι φρικάρεις τόσο; Νομίζεις εγώ δεν καταστράφηκα, εγώ δεν την γάμησα τελείως; Στα ιδιά σκατά είμαστε!
Τ: Όχι δεν είμαστε καθόλου στα ίδια σκατά φίλε γιατί έμενα το μητρώο μου είναι μες στη βρώμα και μετά από μια τέτοια μαλακία παίζει να με κλείσουν μέσα για καμιά 15αριά χρόνια! Κι εσύ στη χειρότερη θα φας κανα τρελό πρόστιμο που σιγά σιγά θα το πληρώσεις… ΟΥΤΕ ΦΥΛΑΚΗ ΔΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ! Και γαμώτο με τσαντίζει γιατί ρε καριόλη ήταν όλο δικιά σου ιδέα! ΌΛΟ αυτό ξεκίνησε και έγινε εξαιτίας σου!
Φ: Άσε μας ρε μαλάκα, σε είδα πόσο δεν ήθελες εσύ, που πήρες το χρυσό ρολόι. Το χρυσό ρολόι!
Τ: Θα το βάλω στον κώλο σου το χρυσό ρολόι, ηλίθιε! Με κατέστρεψες!
Φ: Κατεστραμμένος ήσουνα από πριν ρε μαλάκα! Μια ζωή κατεστραμμένος ήσουνα, γι’ αυτό και τώρα καταλήγεις τελείως μέσα στα σκατά!
Τ: Άντε γαμήσου ρε που θα με πεις κατεστραμμένο μες στ’ αμάξι μου, μαλάκα!
Φ: Άντε γαμήσου εσύ ρε ηλίθιε που νομίζεις ότι ήσουν κάτι καλύτερο απ’ το μαλάκα που σαι τώρα!
Τ: ΘΑ ΣΟΥ ΣΠΑΣΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΡΕ ΚΑΡΙΟΛΗ!
Φ: ΑΣΕ ΜΕ ΚΑΤΩ ΡΕ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΕ!
Τ: ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ!
Φ: ΠΙΑΣΕ ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ! ΑΑΑ, ΜΗ ΒΑΡΑΣ ΡΕ!
Τ: ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!
Φ: ΟΧΙ ΜΗ, ΤΑΚΗ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΟΥ!
Τ: ΜΕ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕΣ!
Φ: ΤΑΚΗ ΦΟΡΤΗΓΟΟΟΟΟΟΟΟ!
Τ: ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!
ΚΡΑΣ!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s