Η τραγωδια των φυλλων – Μπουκοφσκι

Κλασσικό

Ξύπνησα μέσα σε ξηρασία κι οι φτέρες ήτανε νεκρές,
Τα φυτά στις γλάστρες κίτρινα σαν καλαμπόκι,
Η γυναίκα μου είχε φύγει,
Και τα άδεια μπουκάλια, σαν ματωμένα πτώματα,
Με περιτρυγίριζαν με την αχρηστοσύνη τους.
Ο ήλιος ήταν ακόμα ωραίος, όμως,
Και το σημειώμα της ιδιοκτήτριας πέρασε κάτω απ’ τη σχισμή όμορφο
Και με μια κιτρινισμένη άνεση – αυτό που χρειαζόταν τώρα
Ήταν ένας καλός κωμικός, σε αρχαίο στυλ, ένας γελωτοποιός,
Να αστειεύεται με το παράλογο του πόνου – ο πόνος είναι παράλογος
Επειδή υπάρχει, τίποτα περισσοτερο.
Ξυρίστηκα προσεκτικά με μια παλιά λεπίδα,
Ο άντρας που κάποτε ήταν νέος και
Που είχανε πει ιδιοφυία. Μα
Αυτή είναι η τραγωδία των φύλλων,
Των νεκρών φυτών, της νεκρής φτέρας.
Και προχώρησα στο σκοτεινό το διάδρομο
Οπού στεκότανε η σπιτονοικοκυρά,
Που με καταριότανε και που στο τέλος,
Μ’ έστειλε στο διάολο,
που κούναγε πέρα δώθε τα χοντρά, ιδρωμένα χέρια της,
Και που ούρλιαζε,
Ούρλιαζε για το νοίκι,
Γιατί αυτός ο κόσμος μας είχε προδώσει,
Και τους δυο.

Μετάφραση δικιά μου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s