Ποιημα για το Αγνωστο Γκαρσονι

Κλασσικό

Αχ καλοκαιράκι, Αύγουστος,
Όλοι στις παραλίες για βουτιές
Και στα νησάκια για ποτάκια,
Κι εγώ ο μαλάκας αποφάσισα
Πως πρέπει να βγάλω κανα φράγκο,
Κι έπιασα δουλειά σε μια ταβέρνα γραφικιά,
Στη θάλασσα απάνω.
Αλέκο, βγάλε ψωμί στο Α5.
Κι ολημερίς κι ολονυχτίς
Τρέχω σα να μαι ο Βέγγος,
Σα γαιδούρι ασαμάρωτο,
Σα σκύλι που πρόβατα φυλάει,
Για να τους πάω τα ψωμιά,
Τις μπύρες, τα νερά, τα ξύδια τους,
Και τα καλαμαράκια.
Αλέκο, γέμισε τα μπουκάλια με τα λάδια.
Κι οι τουρίστες όλοι έρχονται,
Άσπροι σαν άπο γάλα,
Και χαμογελούνε γλοιώδικα,
Και συνεχώς μ’ ευχαριστούνε,
Που τους πάω τα πιάτα τους και τα πιρούνια,
Μα καμιά μέρα αν τρελαθώ,
Θα πιάσω τη μαχαίρα,
Που ‘χουμε να κόβουμε καρπούζια,
Και θα τους ξεκοιλιάσω.
Ξ’κιούζ μι, καν άι γκετ σαμ μορ tzatziki πλιζ;
Κι αυτός ο μαλάκας ο Γερμαναράς,
Μονίμως μουτρωμένος,
Έρχεται και τρώει καθημερινά,
Μα ένα πουρμπουάρ ποτέ δεν έχει αφήσει.
Παιδί, πιάσε και μια μπύρα.
Κι αυτοί οι Ελληνάρες στο Α1,
Γουρούνια όλκης καλοζυγισμένα,
Πάλι μπουρδέλο το χουν κάνει το τραπέζι –
Σπαγγέτι εδώ, σπαγγέτι εκεί, σπαγγέτι παραπέρα,
Σπαγγέτι και στο πάτωμα, σπαγγέτι στα μυαλά τους.
Φέρε σκούπα, μάπα και σφουγγάρισε.
Κι ο κακομοίρης ο Τζεμπάρ,
Απ’ το Καράτσι,
Που βαράει δεκαπεντάωρα στη λάντζα,
Και τα δάχτυλα του απ’ το πολύ σαπούνι
Έχουνε γίνει σα λαπάς,
Μου λέει, Αλέκο,
Το χειρότερο δεν είναι η δουλειά,
Μα πως όλοι συνεχώς με βρίζουν.
Σας έχω πει να βάζετε χαρτοπετσέτες αν δεν έχει!
Κι αυτή η μουνάρα στο Β4,
– Πρέπει να είναι Γερμανίδα –
Συνεχώς μου ρίχνει βλέμματα,
Κι όλο προσπαθεί συζήτηση να πιάσει,
Μα εγώ θα καθαρίσω το τραπέζι της,
Εγώ θα φέρω το φαϊ της,
Τη σαλάτα τη χωριάτικη,
Και τα κολοκυθάκια,
Εγώ θα μετρήσω πόσα ψίχουλα της πέσανε,
Πόσες πετσέτες έβγαλε απ’ την πετσετοθήκη,
Και πόσο άσπρο κρασάκι ήπιε,
Και στην τελική να πάει να γαμηθεί,
Δεν έχω χρόνο για κουβέντες.
Θενκ γιου, έβριθινγκ γουόζ πέρφεκτ!
Και τα χέρια μου μουλιάσανε απ’ τα πολλά βετέξ,
Βαρέθηκα πια να τυλίγω τις χαρτοπετσέτες,
Βαρέθηκα να πίνω συνεχώς φραπέ
Βαρέθηκα ν’ αγχώνομαι πόσοι θα ρθουν,
Όταν θα κάνω διάλειμα ν’ ανάψω ένα τσιγάρο.
Το Γ2 σκάτα το έκανες, ξανακαθαρισέ το. 
Και κάνω σκέψεις μοναχός,
Όταν ο κόσμος λίγο πέφτει,
Και συλλογιέμαι στη γωνία μου,
Για μας,
Της γης τους κολασμένους,
Και γι’ αυτούς,
Με τα ξανθά μαλλιά και με τα δέρματα τα άσπρα,
Πως αυτοί τρώνε για να ζούμε,
Κι εμείς ζούμε για να τρώνε.
Αλέκο, άντε φύγε, και να σαι πίσω σε δυο ώρες.

Σόρρι ρε μάγκες που δεν ανεβάζω πιο συχνά, αλλά δουλεύω εφτά μέρες τη βδομάδα, δέκα ώρες τη μέρα, και με το ζόρι προλαβαίνω να πάω να χέσω.

Advertisements

5 thoughts on “Ποιημα για το Αγνωστο Γκαρσονι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s