Σκεψεις για την Ποιηση

Κλασσικό

Ντάξει, όχι ότι έγινα και κάνας ποιητής,
Επειδή έβγαλα στο ίντερνετ πέντ-έξι ποιηματάκια,
Ούτε και συγγραφέας βέβαια,
Επείδη έγραψα στον υπολογιστή δυο-τρεις ιστοριούλες –
αν και, τ’ ομολογώ,
καμιά φορά με σκέφτομαι να δίνω συνεντεύξεις,
να μιλώ έτσι, αόριστα και γενικά,
για κάθε είδους μαλακία,
κι ένας δημοσιογράφος, βαρετός, με μικροσκοπικά γυαλάκια,
να τα μαγνητοφωνεί λες κι ειν σπουδαίες, συμπαντικές αλήθειες.
Ε, κάπως πρέπει να τραφώ κι εγώ
με τις μικρές μου αυταπάτες,
όσο παλεύω κι εύχομαι
πως κάποιος μαλάκας θα βρεθεί
και σε βιβλίο θα μ’ εκδώσει.
Μα, τέλοσπαντων, σα χαμένος που μαι και εγώ,
στου διαδυκτιού το βούρκο,
κάθομαι και γράφω κάτω σκέψεις μου,
για να περνά η ώρα.

Η ποίηση, συλλογίζομαι,
είναι ανάγκη που, πολλές φορές, δε θα θελες να έχεις.
Κάτι κάπως σαν το χέσιμο.
Πιέζει το στομάχι σου
– το σκατό σου λέω τώρα –
σπρώχνεται μες στο έντερο,
και παλεύει για να βγει,
παλεύει με μανία.
Εσύ μπορείς να το κρατήσεις μέσα σου,
μα αυτό θα σε βαραίνει,
δεν θα ηρεμίσεις ποτέ αν δεν το χέσεις.
Ε, και μερικές φορές είναι ευκοίλια,
και πιτσιλάς και τη λεκάνη,
άλλες φορές δυσκοίλια,
και ζορίζεις και ζορίζεσαι,
μα το σκατό ποτέ δε βγαίνει,
και στην καλύτερη αν βγει,
θα ναι τοσοδούλι κουραδάκι.
Μπορεί να ναι και τέλειο σκατό,
να βγει καφέ, σφιχτό και με την πρώτη,
να μη σε κουράσει ούτε στιγμή.
Η αληθινή ποίηση, απ’ την αλλή τη μεριά,
δε γίνεται παρα να είναι πρόχειρη και κακοδουλεμένη,
διότι των λέξεων ο εργάτης,
ο προλετάριος του χαρτιού,
είναι στο βάθος λούμπεν,
κι ούτε το έργοστασιο τελικά δε θέλει να αυτοδιαχειριστεί,
ούτε τα μέσα παραγωγής να πάρει,
μα μονάχα να τα κάψει σκέφτεται,
και να φύγει μια για πάντα –
γι’ αυτό και τη δουλειά την κάνει βιαστικά,
σα να την ξεπετάει.
Γι’ αυτό κι όταν μου λεν,
πως γράφω επιπόλαια,
εμένα η επιπολαιότητα,
ακούγεται στ’ αυτιά μου κάπως σαν κοπλιμέντο.
Το ποίημα, σκέφτομαι, πρέπει να είναι γρήγορο,
ευθύ, ωμό κι ίσως χυδαίο,
σα μια σκέψη κακή που φτάνει και περνά,
σαν ένα μπαλόνι που φουσκώνει και φουσκώνει,
και σε μια στιγμούλα σκάει,
σαν τότε που, μικρός,
ακούμπησες στην κουζίνα το τσουκάλι,
τσουκάλι που μόλις βγήκε απ’ τη φωτιά,
κι αμέσως τράβηξες το δαχτυλό σου,
και σημάδι δε σου άφησε,
απλά για λίγο σ’ έκαψε και σου ρθε και να κλάψεις.
Το ποίημα πρέπει να ναι σαν κραυγή,
που τη βγάζεις
κι αυτή χύνεται σαν κύμα,
σα μια στάλα που πέφτει στο νιπτήρα από τη βρύση,
κι έτσι σαν κάθε στάλα
που τις νύχτες δε σ’ αφήνει για να κοιμηθείς,
ή σαν, ιδανικά, εκείνη την καύλα την εφηβική,
όταν πρώτη φορά έπιασες μουνί στο χέρι,
και δε μπόρεσες να συγκρατήσεις τις ορμές και τα υγρά σου
και τα έχυσες
αμέσως.
Η ποίηση πρέπει και λίγο να κινείται στις γραμμές,
γιατί πιστεύω πως ενώνει δυο κόσμους,
έναν κόσμο λογικό, σε τάξη και με σχέδιο,
κι έναν τελείως παράλογο,
σε χάος και σε τέλεια αταξία,
κι ο ποιητής έχει σκοπό
– όχι ακριβώς από επιλογή,
μα από τυφλή ανάγκη –
να φέρει σε επικοινωνία αυτά τα δυό,
να τα εναρμονίσει.
Η ποίηση είναι ένα βαρετό εργοστάσιο
παραγωγής μολυβένιων στρατιωτών
κι άλλων διαφόρων τέτοιων,
παιχνιδιών βίας, πόνου και όχι μόνο,
που πάντα είναι διαφορετικά,
μα όλα έχουν το ίδιο ξινό και πλαστικό στυλάκι.
Η ποίηση, στην τελική, είναι μια ανοησία,
μια μαλακία και μισή για να σκοτώνεις χρόνο,
και, κυρίως και πιο σημαντικό,
κάτι που σε συγκρατεί και σε απασχολεί,
για να μην πάρεις το ντουφέκι του παππού
και βγεις στους δρόμους να θερίσεις κόσμο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s