Το Μπαρ με τα Ερπετα

Κλασσικό

Ο Ερίκος κατέβηκε την κεντρική λεωφόρο και έστριψε αριστερά στο πρώτο στενό που βρήκε. Η ώρα ήταν 4.30 το χάραμα, και πολύ δύσκολα έβρισκες μπαρ ανοιχτό τέτοια ώρα. Κλαμπς, στριπτιτζάδικα και τέτοια έβρισκες μπόλικα, μα ο Ερίκος δε μπορούσε ούτε την πολλή φασαρία, ούτε τον πολύ κόσμο. Ήθελε απλά να πιεί ένα ποτάκι ακόμα, ήσυχα, και να γυρίσει στην τρύπα του να κοιμηθεί.
Ο Ερίκος είχε πολλές βδομάδες τώρα που κάθε νύχτα έκανε το ίδιο ακριβώς πράμμα – έβγαινε στις 11 ακριβώς από το σπίτι του, πήγαινε στο συνοικιακό μπαράκι στη βρωμογειτονιά, κι έπινε βόντκες μέχρι να ξεχάσει τ’ όνομα του. Ήταν, γενικά, καλός άνθρωπος ο Ερίκος, μα δεν έστεκε και πολύ στα λογικά του. Για να καταλάβετε, απ’ την πολυεθνική που δούλευε υπάλληλος τον είχαν απολύσει επειδή ένα πρωί είχε καρφώσει μια γραμματέα στο μπούτι μ’ ένα χαρτοκόπτη. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Η γυναίκα του είχε φύγει απ’ το σπίτι, μαζί με τον εξάχρονο γιό του, επειδή ένα βράδι που αυτή κοιμότανε, αυτός της είχε ξεριζώσει το νύχι του αντίχειρα με μια τανάλια. Όπως μπορείτε να καταλάβετε, του Ερίκου του είχε σαλέψει εντελώς. Γι’ αυτό και τώρα περνούσε τις νύχτες του ξοδεύοντας ό,τι οικονομίες είχε μαζέψει σε ξύδια. Ακόμα και το σπίτι του το χε πουλήσει, για να μαζέψει φράγκα για πιοτά, και νοίκιαζε μια γκαρσονιέρα στην πιο κακόφημη γειτονιά της πόλης.

Τέλοσπαντων, το συνοικιακό μπαράκι έκλεινε στις 4, μα εκείνη τη νύχτα δε μπορούσε να κοιμηθεί με τίποτα. Γι’ αυτό και είχε πάρει τους δρόμους αναζητώντας κάποιο άλλο μπαρ να πιεί τη βόντκα του – άλλη μια δηλαδή. Ε, και μετά από κάμποση ώρα και κάμποσες βόλτες σε στενά και λεωφόρους, τελικά βρήκε ένα. Ήταν ένα χαμόμπαρο, μικρό, σφινωμένο ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες, και παρ’ όλο που φαινότανε ερειπωμένο, από μέσα ακουγόταν μουσική. Η σκονισμένη επιγραφή στην πόρτα έγραφε: ΜΠΑΡ Η ΣΑΥΡΑ. Ο Ερίκος άνοιξε και μπήκε μέσα.
Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, ο φωτισμός χαμηλός. Προχώρησε προς το μπαρ και είδε καθαρότερα τις φάτσες των λιγοστών θαμώνων. Ε λοιπόν, οι θαμώνες είχανε φάτσες ερπετών. Φίδια, σαύρες, χελώνες, τα πάντα. Στάθηκε λίγο όρθιος, αποσβολωμένος, να τους χαζέψει, ελπίζοντας πως τα μάτια του τον γελούσανε. Όχι, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Αυτοί δεν ήταν άνθρωποι, ήταν ερπετά, σε μέγεθος ανθρώπου. Τα γυμνά τους σώματα ήτανε πράσινα και γλιτσερά, τα μάτια τους σα σχισμές, οι ουρές τους μακριές, ίσα με ένα μέτρο. Τα φίδια έπιναν τα ποτά τους με καλαμάκια, τα υπόλοιπα χρησιμοποιούσανε κανονικά τα χέρια τους σαν άνθρωποι. Αν καθόσουνα να τους ακούσεις τότε καταλάβαινες πως μιλούσανε και σαν άνθρωποι, με φράσεις και με λέξεις, μα αν δε συγκεντρωνόσουν τότε όλα ακούγονταν σαν συριγμοί, σαν ςςςςς.
“Εντάξει,” σκέφτηκε ο Ερίκος, “δεν είναι τίποτα – τίποτα καινούριο. Απλά βλέπω πάλι παραισθήσεις, είμαι και λίγο μεθυσμένος. Δεν πειράζει. Απλά θα κάτσω, δε θα δώσω σημασία σε κανέναν, θα πιώ δυο ποτηράκια και θα φύγω.” Και πήγε κι έκατσε στο μπαρ. Ο χαμαιλέοντας στα δεξιά του του έριξε μια ματιά κι άλλαξε χρώμα, έγινε κόκκινος, μα ο Ερίκος τον αγνόησε. Παρήγγειλε στον μπάρμαν – κάποιο είδος εξωτικής σαύρας που δεν γνώριζε – ένα ποτήρι βόντκα. “Σσσσκέτο;” τον ρώτησε ο μπάρμαν – η γλώσσα του διχαλωτή, λεπτή και μακριά. “Με πάγο,” απάντησε ο Ερίκος. Ο μπάρμαν τον σέρβιρε.
Στ’ αριστερά του καθότανε ένα ιγκουάνα κι έπινε μαύρο ρούμι. Ο Ερίκος σκάλωσε λίγο στην ριγωτή ουρά του, μα γρήγορα το κατάλαβε κι έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Ήπιε μια γουλιά απ’ τη βόντκα του. Ένιωσε τα καφεκόκκινα μάτια του ιγκουάνα να πέφτουνε πάνω του. Προσπάθησε να μείνει ψύχραιμος, να μη δώσει σημασία. Έβγαλε τον καπνό του κι έστριψε ένα τσιγάρο. Το άναψε και πήρε μια γερή τζούρα. Ξεφύσηξε κι ήπιε άλλη μια γουλιά. Το ιγκουάνα ακόμα τον κοιτούσε.
“Πρώτη φορά εδώ; Δε σ’ έχω ξαναδεί,” είπε τελικά το ερπετό.
“Ναι, πρώτη φορά,” απάντησε ο Ερίκος.
“Και; Πώς σου φαίνεται;”
“Ε… Ωραίο… Ωραία μουσική.”
“Σ’ αρέσει η μουσική, ε;”
“Ναι, καλή είναι.”
Μια μικρή παύση ακολούθησε, ο Ερίκος και το ιγκουάνα ήπιαν απ’ τα ποτά τους και χάζεψαν αμήχανα τα μπουκάλια με το αλκοόλ πίσω απ’ τον μπάρμαν.
“Δε νιώθεις όμως λίγο περίεργα;” ρώτησε τελικά η σαύρα.
“Ότι νιώθω λίγο περίεργα, νιώθω… Γιατί το λες αυτό όμως;”
“Ε, να… Βλέπεις, συνήθως δεν έρχονται άνθρωποι σ’ αυτό το μπαρ,”
“Όχι, ε; Και τι έρχονται;”
“Ερπετά.”
“Ερπετά; Θες να πεις ότι δε βλέπω παραισθήσεις; Είστε όντως όλοι εδώ μέσα ερπετά;”
“Οι περισσότεροι. Να, αυτός εκεί στη γωνία ας πούμε δεν είναι, είναι βάτραχος. Οι βάτραχοι είναι αμφίβια.”
“Αχά… Δηλαδή είστε όντως ερπετά.”
“Ε ναι.”
“Δεν είστε άνθρωποι.”
“Ε τι σου λέω τόση ώρα ρε φίλε;” Το ιγκουάνα είχε τσαντιστεί λίγο. ‘Ηπιε μια γουλιά απ’ το ρούμι του.
“Σόρρι ρε φίλε κιόλας, αλλά μου φαίνεται περίεργο. Δεν έχω ξαναπιάσει κουβέντα μ’ ερπετό, ούτε έχω δει ποτέ ερπετά σε μπαρ να πίνουν ξύδια. Μου κάνει εντύπωση,” απολογήθηκε ο Ερίκος.
“Το πιστεύω,” είπε το ιγκουάνα. “Κι εμείς, μη φανταστείς. Μια στο τόσο μπαίνει κανάς άνθρωπος εδώ μέσα, κατά λάθος πάντα, και φεύγει αμέσως.”
“Ναι, ε; Μα… Μα πώς;”
“Τι πώς ρε φίλε; Έτσι. Όπως εσύ είσαι άνθρωπος, έτσι κι εγώ είμαι ερπετό. Τι το περίεργο;”
“Απλά να… Δεν έχω ξαναδεί ερπετό τόσο μεγάλο, να κάθεται σε μπαρ και να μιλάει τόσο καλά τη γλώσσα.”
“Πήγα σε καλό σχολείο.”
“Ούτε έχω δει ποτέ ερπετό να κυκλοφορεί έτσι στην πόλη, ελεύθερο.”
“Λάθος κάνεις, απλά επειδή τα σωματά μας δεν έχουν φτιαχτεί γι’ αυτό το κλίμα, φοράμε πάντα παλτά και σκούφους, και γι’ αυτό δε μας είχες προσέξει ποτέ,” εξήγησε η σαύρα. Ο Ερίκος κούνησε το κεφάλι. Είχε μια λογική αυτό που είπε το ερπετό.
“Και μαζεύεστε όλα εδώ;”
“Ναι, οι περισσότεροι.”
“Καμιά γκόμενα υπάρχει;”
“Να, αυτή εκεί η χελώνα, εκεί στο τραπέζι, αυτή είναι γκόμενα.”
“Αχά… Μπα, δε μ’ ελκύουν οι χελώνες.”
“Γενικά, γαμάς καθόλου;” ρώτησε το ιγκουάνα.
“Γενικά έχω να γαμήσω πέντε μήνες.”
“Πέντε μήνες, ε; Ε, ντάξει. Εγώ έντεκα.”
“Ουφ, όχι και έντεκα ρε φίλε!”
“Ε άμα σου λέω…”
“Και; Την παλεύεις;
“Ε, την παλεύω, τι να κάνω;”
Ήπιανε κι οι δύο δυο γουλιές απ’ τα ποτά τους, ο Ερίκος έστριψε ένα τσιγάρο.
“Να σου κάνω μια τράκα;” ρώτησε η σαύρα.
“Αν ξέρεις να στρίβεις κάνε.”
Του έδωσε καπνό, χαρτάκια και φιλτράκια, και το ιγκουάνα εστρίψε ένα κακό, χοντρό τσιγάρο, μπουρί κανονικό, και το φερε στο στόμα του. Ο Ερίκος τελείωσε τη βόντκα και ζήτησε απ’ τον μπαρμαν να του βάλει άλλη μια.
“Να σου πω; Θες μετά να πάμε μια βόλτα προς το πάρκο;” ρώτησε μετά από λίγο το ερπετό.
“Στο πάρκο; Τι να κάνουμε εκεί;”
“Ε, ξέρεις… Να πιούμε κανα τσιγάρο.”
“Όχι, δεν πίνω τσιγάρα, τα χω κόψει. Με πειράζουνε.”
“Ε, πάμε τότε να πιούμε καμιά μπύρα.”
“Γιατί ρε φίλε, εδώ τι κάνουμε; Δεν πίνουμε;”
“Λοιπόν, θα στο πω απλά γιατί δεν καταλαβαίνεις. Εγώ έχω πολύ καιρό να γαμήσω, κι εσύ έχεις πολύ ωραίο κώλο.”
Ο Ερίκος γέλασε. Κατέβασε μια μεγάλη γουλιά απ’ το ποτό του, τράβηξε μια γερή τζούρα απ’ το τσιγάρο. Τελικά άνοιξε το στόμα του και είπε.
“Έχω ακούσει για σαύρες και για σάυρες – αλλά για γκέι σαύρα πρώτη φορά ακούω.”
“Μη με λες σαύρα, ιγκουάνα είμαι.”
“Έστω, γκέι ιγκουάνα.”
Το ερπετό έδειξε να εκνευρίζεται. Σηκώθηκε απ’ το σκαμπό του, έσβησε το τσιγάρο και έπιασε τον Ερίκο από το μπράτσο.
“Σήκω, έλα μαζί μου,” του είπε.
Ο Ερίκος το τράβηξε απότομα.
“Όχι, δεν έρχομαι.”
“Βρε, έλα που σου λέω,” είπε και τον ξαναέπιασε.
“Ρε άσε με ήσυχο!” φώναξε ο Ερίκος και ξανατράβηξε το χέρι του. Το ιγκουάνα έκανε να ξαναπλώσει το δικό του, μα πριν προλάβει να τον πιάσει, ο Ερίκος έριξε στα μάτια του τη βόντκα απ’ το ποτήρι. Το ιγκουάνα τσίριξε σαν κοριτσάκι. Τίναξε την ουρά του σα μαστίγιο κι έριχνε στα τυφλά. ΧΡΑΠ! Πέφτανε καρέκλες, τραπέζια, μια πήρε και τον Ερίκο στην κοιλιά. Οι λιγοστές σαύρες στο μπαρ σηκώθηκαν και έφυγαν. Ο Ερίκος του ριξε μια μπουνιά στη μουσούδα, το ιγκουάνα έκανε πίσω, μα με μια κίνηση πετάχτηκε πάνω του και τον νύχιασε στο λαιμό. Ο Ερίκος έπιασε ένα σκαμπό και του το φερε στο κεφάλι. Το ιγκουάνα σωριάστηκε στο πάτωμα. Έκανε ένα σηκωθεί, μα ο Ερίκος του σκασε μια κλωτσιά στο πλευρό και ξαναέπεσε. Ο Ερίκος έπιασε από το πάτωμα το μισοτελειωμένο τσιγάρο, που του χε πέσει κατά τη διάρκεια του καυγά, το άναψε, πήρε μια τζούρα, και το ξαναέσβησε στο μέτωπο της σαύρας. Η σαύρα ούρλιαξε κι ο Ερίκος πήρε τον καπνό του από το μπαρ και έφυγε.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε μέσα σε μια λίμνη ξερατών, σ’ ένα στενό, δίπλα από έναν κάδο. Οι μνήμες απ’ τη χθεσινή νύχτα ήτανε θολές, μα θυμότανε και το παράξενο μπαρ με τα ερπετά, και τον καυγά του με τη σαύρα. Δεν είχε ιδέα που βρισκότανε. Σηκώθηκε με δυσκολία, έστριψε ένα τσιγάρο, τίναξε λίγο τα ρούχα του και βγήκε στον κεντρικό δρόμο. Ρώτησε σ’ ένα περίπτερο για την κοντινότερη στάση του μετρό, το πήρε και γύρισε στο σπίτι.
Δυό μέρες αργότερα ήρθαν στην εξώπορτα του δύο μπάτσοι και τον έδεσαν.
“Γιατί ρε παιδιά, τι έκανα;” ρώτησε καθώς του βάζανε τις χειροπέδες.
“Μας καταγγείλανε ότι πριν τρεις μέρες, στο μπαρ ‘Η Σαύρα’, έδειρες χωρίς κανέναν λόγο μια γυναίκα, την άφησες αναίσθητη, και μετά έβαλες φωτιά στη μπάρα κι έφυγες. Το μαγαζί έγινε στάχτη, η γυναίκα και ο μπάρμαν καήκαν ζωντανοί.”
Όπως μπορείτε να καταλάβετε, του Ερίκου του είχε σαλέψει εντελώς…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s