Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Α’

Κλασσικό

(ή τα γεγονότα του εμφυλίου σ’ ένα κοινόβιο στα βουνά της Ανδαλουσίας)

ta54ic

Ήτανε αρχές Νοέμβρη, κι όμως, ακόμα εδώ στο νότο, στην Ανδαλουσία της Ισπανίας, ο ήλιος έκαιγε. Οι μασχάλες μου είχαν ιδρώσει – κι είχα βγάλει και τη ζακέτα κι είχα μείνει μόνο με το κοντομάνικο. Τρία χιλιόμετρα είχα περπατήσει, κι ήμουν έτοιμος να πέσω κάτω στην άσφαλτο. Το εικοσάκιλο σακίδιο στους ώμους μου με είχε γονατίσει. Τα πόδια μου παραπατούσαν. Τραβήχτηκα σε μιαν ακρούλα και την άραξα. Έβγαλα ένα πορτοκάλι που χα καβατζώσει νωρίτερα από το χωριό, το καθάρισα και το φαγα.

Όπως έκανα να σηκωθώ, ένα βανάκι φοξβάγκεν με προσπέρασε, και σταμάτησε δυο μέτρα πιο κάτω. “Όλα, αμίγκο,” ακούστηκε μια ήρεμη φωνή από μέσα. “Χρειάζεσαι βοήθεια;” Πήρα το σάκο στα χέρια κι έτρεξα στο βαν, μπήκα μέσα και φύγαμε. “Στο Κομμουνιτάριο πας, έτσι;” ρώτησα – Κομμουνιτάριο λέγαν το κοινόβιο. Ο μουσάτος ψαρομάλλης με τα πολλά χαϊμαλιά έγνεψε καταφατικά. “Από που είσαι;” με ρώτησε.
“Απ’ την Ελλάδα. Εσύ; ”
“Από δω.”
“Mένεις μόνιμα στο κοινόβιο;”
“Αχά. Σχεδόν όλη μου τη ζωή. Από 10 χρονών.”
“10 χρονών;!”
“Αχά.”
“Και πόσο είσαι τώρα;”
“Στα 33.” 23 χρόνια….
“Άρα είσαι το κατάλληλο άτομο για να με κατατοπίσει.”
“Ναι. Θα σου δείξω, το δάσος, το ποτάμι, καβάτζες για να στήσεις τη σκηνή… Θα το δεις, είναι παράδεισος, αδερφέ. Πραγματικός παράδεισος.”
Στρίψαμε αριστερά σ’ ένα χωματόδρομο, προχωρήσαμε και, λίγα μέτρα πιο κάτω, φτάσαμε στο πάρκινγκ. Βγήκαμε έξω. Πολλά αμάξια είχε στο πάρκινγκ, κι εκτός από τα κλασσικά βανάκια και τροχόσπιτα, υπήρχαν και πολλά ΙΧ που δεν περίμενα να δω. “Πόσος κόσμος μένει στο κοινόβιο;” ρώτησα τον ψαρομάλλη.
“Ε, γύρω στους 200. Αλλά έχουμε και πολλούς ταξιδιώτες που κάθονται απλά για λίγο καιρό – σαν κι εσένα.”
Προχωρήσαμε προς το δάσος. Όσο πλησιάζαμε, αρχίζαν να εμφανίζονται οι πάγκοι. Πάγκοι με ρούχα χίπικα, σαλβάρια, πουκαμίσες, τσαντάκια, πάγκοι με θιβετιανά φυλακτά και χαϊμαλιά, πάγκοι με ινδικά πανό και παρεό κι αξεσουάρ, πάγκοι με τσαπάτις, πιτσάκια, κι άλλα έτοιμα φαγητά, πάγκοι με λαχανικά, φρούτα, πάγκοι με ψωμιά, μπισκότα, μακαρονικά, πάγκοι, πάγκοι, πάγκοι. Πολλοί πάγκοι. Οι χίπηδες από πίσω ήταν όλοι χαμογελαστοί και μας χαιρετούσαν. Φτάσαμε στην αρχή του δάσους και μπήκαμε πιο μέσα, πήραμε ένα στενό μονοπάτι. Είδα τις ‘εγκαταστάσεις’ τους. Τα τίπις, – τίπις λένε αυτές τις κλασσικές ινδιάνικες σκηνές, που ναι σαν κώνοι – οι καβάτζες των μόνιμων, οι ξύλινες καλύβες και τα σπιτάκια από κομπ, οι κήποι με τα ζαρζαβατικά, οι παρέες που ταν μαζεμένες γύρω απ’ τον έναν που παιζε κιθάρα και που γυρνούσαν γάρα το ένα μετά το άλλο. Όλοι τους μας χαιρετούσαν. Κι επίσης πολλά μωρά, παιδιά, σκυλιά, όλα γυμνά, λυτά και τρέχαν. Όμορφα ήταν. Και κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων έκανε δροσιά, δε μας έκαιγε ο πούστης ο ήλιος.
“Θα πάμε πιο βαθιά,” μου πε ο μουσάτος συνοδοιπόρος. “Είναι πιο όμορφα, πιο ήσυχα.” Συμφώνησα και ακολούθησα. Παραδόξως, όσο προχωρούσαμε έβλεπα όλο και περισσότερες σκηνές. Πολλές πολλές σκηνές, γεμάτες ταξιδιώτες, με τζίβες οι περισσότεροι. Τόσες πολλές σκηνές, που σε κάποια φάση το όλο σκηνικό μου θύμισε Αγκίστρι…
Φτάσαμε σ’ έναν καταρράκτη, τεράστιο, 3-4 μέτρα. Υπήρχαν μερικές σκηνές κι εδώ τριγύρω, αλλά όχι τόσες, ήταν πιο ήσυχα. “Εδώ. Στήσε κάπου εδώ γύρω,” μου είπε ο ψαρομάλλης. Κάναμε μια μικρή γύρα, και βρήκαμε ένα ωραίο σποτ, κάτω από ένα πλατάνι. Ο χίπης με βοήθησε στο στήσιμο. “Πώς σε λένε;” με ρώτησε. “Αλέκο,” απάντησα. “Εσένα;” “Ματτέο.”
Καρφώσαμε τα πασσαλάκια και βγάλαμε τις μπανέλες. Πρόσεξα πως το δεξί μπατζάκι απ’ το σαλβάρι του ήταν σκισμένο. “Πόσο καιρό το βλέπεις να κάθεσαι, Αλέκο;”
“Μερικές μέρες, μπορεί και βδομάδες. Δεν ξέρω. Θα δω.”
“Θα το αγαπήσεις το μέρος, αδερφέ!”
Σηκώσαμε τη σκηνή και τη δέσαμε. Περάσαμε το κάλλυμα για τη βροχή από πάνω. Ο Ματτέο χαμογέλασε. “Λοιπόν, αδέρφε,” μου είπε, “πηγαίνω. Να ξέρεις πως το κοινό δείπνο μας αρχίζει στις 8, στο κεντρικό τίπι, αυτό το μεγάλο που περάσαμε. Είναι μόλις δυο ευρώ. Αν πεινάσεις στο μεταξύ, μπορείς να πάρεις κάτι από κανέναν πάγκο.”
“Οκ. Μάλλον θα τα πούμε στο δείπνο. Χάρηκα!”
Ο Ματτέο γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο, το κάπνισα, κι έπεσα και κοιμήθηκα. Το νερό του καταρράκτη που έσκαγε στα βράχια ακουγόταν σα νανούρισμα.
Όταν ξύπνησα, ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, αλλά υπήρχε αρκετό φως για να δεις που είσαι και που πας. Σηκώθηκα και πήγα να περπατήσω προς τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κοινοβίου. Πέτυχα ξανά το Ματτέο. Είχε αράξει μ’ ένα ζευγάρι τζιβάτων έξω από μια καβάτζα και γυρνούσαν ένα γάρο. Με είδε και με φώναξε να κάτσω μαζί τους. Έκατσα, και η τζιβάτη γκόμενα μου πάσαρε το τσιγάρο. Πήρα δυο γερές τζούρες. “Βρήκες κανέναν ν’ αγοράσεις χόρτο ή ακόμα;” με ρώτησε τελικά ο Ματτέο.
“Όχι, όχι ακόμα.”
“Να, εδώ, ο Μιγκέλ,” είπε και μου δειξε τον τύπο δίπλα του. “Έχει πολύ καλό χόρτο.”
“Πόσο;”
Ο Μιγκέλ άνοιξε το στόμα, κι από μέσα του μια πράα, γαλήνια φωνή βγήκε και είπε: “10 ευρώ για 3 γραμμάρια. Είναι χομγκρόουν – απ’ αυτό πίνουμε τώρα.”
Ήταν ωραίο όντως. Τελειώσαμε το γάρο και πετάχτηκα στη σκηνή να φέρω τα φράγκα. 10 ευρώ για τη φούντα, κι άλλα 2 για το δείπνο που άρχιζε σε λίγο. Γύρισα πίσω στην παρέα. Ο Μιγκέλ χαμογέλασε, μου έδωσε τα 3 τζι σ’ ένα σπιρτόκουτο, κι έκανε μια ελαφριά υπόκλιση με το κεφάλι. Η γκόμενα έστριψε άλλο ένα. Το πιαμε, γίναμε (ή τουλάχιστον έγινα) κομμάτια, και μετά ξεκινήσαμε για το κεντρικό τίπι που γινότανε το δείπνο.
Την αράξαμε σ’ ένα χαλάκι κάτω, κάπνισα ένα τσιγάρο. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος. Μέχρι να πάει 8 είχαμε μαζευτεί τουλάχιστον 60 άτομα. Ο Ματτέο πετάχτηκε να φέρει ένα πιάτο, του ζήτησα αν μπορεί να μου φέρει κι εμένα ένα. Μου φερε μια ξύλινη γαβάθα κι ένα πιρούνι. Τα καζάνια με το φαγητό βγήκαν στη μέση. Έριξα το δίευρω μες στο καπέλο, κι η γελαστή χίπισα με το δαντελωτό φουστάνι μου βαλε με την κουτάλα μια μερίδα φαϊ στο πιάτο. Ήτανε κάποιο είδος χυλού, με λαχανικά, φρούτα, μακαρόνια, ζυμαρικά, περίεργα πράματα – και όλα βίγκαν. Πήρα διστακτικά μια πιρουνιά. Ήταν νοστιμότατο. Το καταβρόχθισα με τρεις πιρουνιές, πήγα στην κατσαρόλα κι έβαλα λίγο ακόμα. “Νόστιμο, ε;” γέλασε ο Ματτέο, κι εγώ, μπουκωμένος, έγνεψα με το κεφάλι ναι.
Φάγαμε, σηκωθήκαμε, και πήγαμε στο ποτάμι να πλύνουμε τα πιάτα. Παρατήρησα στην απέναντι όχθη ένα πορτοκαλί φως. Φωτιά! “Ματτέο! Ματτέο,” φώναξα, “για δες εκεί!”
“Ναι,” μου λέει, “είναι η άλλη μεριά του κοινοβίου. Μην ανησυχείς, δεν καίγεται το δάσος.”
“Η άλλη μεριά μεριά του κοινοβίου;”
“Αχά. Εκεί πέρα, ας πούμε, μένουν οι ‘παλιοί’. Δεν είναι όλοι γέροι βέβαια, απλά οι περισσότεροι ήταν απ’ τους πρώτους κατοίκους της κοινότητας.”
“Και γιατί μένουν στην άλλη μεριά του ποταμού;”
“Ε… Είδες τους πάγκους με τα ρούχα και τα πράματα και τα λοιπά, ε;”
“Ναι.”
“Ε, αυτοί, ας πούμε, διαφωνούν με το όλο θέμα – με το ότι πουλάμε προϊόντα, με το ότι μαζεύουμε πολλούς ταξιδιώτες κτλ, κι έχουν διαχωριστεί. Ντάξει βέβαια, μη φανταστείς πως έχουμε και καμιά έχθρα, απλά αυτοί προτιμούν να ζουν πιο ήσυχα και απομονωμένα. Ε, και έχουν το δικό τους κεντρικό τίπι, το δικό τους κοινό φαγητό, δικές τους καβάτζες και λοιπά, στην ανατολική μεριά του ποταμού. Έλα, πάμε να πιούμε κανά τσιγάρο.”
Γυρίσαμε και μπήκαμε μέσα στο τίπι. Ανέλαβα να στρίψω εγώ, ο Ματτέο κόλλησε δυο χαρτάκια. Πήρα δυο χοντρούς παπάδες από το σπιρτόκουτο και τους έσπασα στη χούφτα μου. Ήταν φρέσκοι, κάπως υγροί, δύσκολα σπάγανε με τα φαγωμένα νύχια μου. Ήταν σκουρόχρωμοι – πλησίαζαν στο καφετί. Γενικά ούτε φαίνονταν καλοί, ούτε μύριζαν καλά, μα τουλάχιστον ήξερα από πριν πως μ’ έκλαναν ωραία. Το στριψα και το σκασα. Μες στο τιπι η φωτιά σιγά σιγά χαμήλωνε, κι ένας γεροχίπης έπαιζε το τύμπανο και τραγούδαγε αυτοσχέδιους ψαλμούς.
“Πάντως ρε Ματτέο,” του είπα σιγανά, “και μένα μου κανε εντύπωση όπως ερχόμασταν, που δα τόσες σκηνές και πάγκους.”
“Αχά. Το ξέρω φίλε μου, το καταλαβαίνω, σε πολλούς κάνει εντύπωση, σε πολλούς δεν αρέσει. Μα πρέπει κι εσύ να καταλάβεις τις ανάγκες μας. Δυστυχώς η γη γίνεται πολύ άγονη το χειμώνα, και δε μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα αλλιώς. Υπάρχουν έξοδα, για το κοινόβιο, τα φαγητά μας, και κυρίως, για τα πιτσιρίκια μας. Έχουμε κοντά 50 παιδιά εδώ πέρα. Τα παιδιά έχουν ένα σωρό ανάγκες. Απέναντι δεν υπάρχει ούτε ένα πιτσιρίκι…”
“Το καταλαβαίνω, αλλά να… Δε νομίζεις ότι η όλη φάση έχει γίνει πολύ τουριστική;”
“Ίσως. Αλλά μπορείς να το δεις κι αλλιώς. Πως διαδίδουμε τον τρόπο ζωής μας, και το πόσο άχρηστες είναι οι πιο πολλές υποτιθέμενες ανάγκες του υλιστικού πολιτισμού σε περισσότερο κόσμο. Δεν είμαστε καμιά κλειστή κοινωνία, δεν είμαστε σέχτα. Είμαστε ανοιχτοί σε όλους, κι όλοι μπορούν να μείνουν εδώ. Τους προσκαλούν όλους να έρθουν – μα μόνο το δάσος μπορεί να διαλέξει ποιός θα κάτσει και ποιός απλά θα επισκεφτεί. Μπορείς να το δεις κι έτσι.”
“Ναι, ντάξει. Ισχύει κι αυτό.”
Ήπια τις τελευταίες ψιλές και το σκότωσα. Ο Ματτέο ξεκίνησε επί τόπου να στρίβει άλλο ένα.
“Αλλά ξέρεις τι;” συνέχισα. “Όταν στήνεις πάγκο και πουλάς, ειδικά σε τουρίστες, έχεις βάλει τη λογική του κέρδους και του όλου συστήματος της ιδιοκτησίας μέσα στο κοινόβιο.”
“Αχά, συμφωνώ. Δεν είναι κι ότι καλύτερο, σίγουρα, αλλά νομίζω χωρίς αυτά το κοινόβιο δεν θα επιβίωνε. Επίσης, πολλοί από μας απλά χρειάζονται λεφτά για δικούς τους λόγους. Δε θα τους το απαγορέψουμε.”
“Εσύ πουλάς τίποτα;”
“Έχω έναν πάγκο, πουλάω λαχανικά και φρούτα, και διάφορα χαϊμαλιά και φυλαχτά που φτιάχνει η κοπέλα μου. Θέλω να πάω ένα μεγάλο ταξίδι.”
“Που;”
“Αφρική. Να πάρω τη Βιολέτα – την κοπέλα μου – και το βαν, και να την γυρίσω όλη.”
“Γι’ αυτό και μαζεύεις και λεφτά, ε;”
“Αχά. Και όχι μόνο. Έχουμε κι ένα παιδί.”
“Όντως;”
“Αχά. Τον Τσίκο. 7 χρονών είναι, κι έχουμε κυρίως έξοδα για το σχολείο του – ξέρεις, βιβλία, τετράδια, μολύβια, βενζινές για να τον πηγαινοφέρνουμε στο σχολείο στο χωριό και λοιπά.”
Το γάρο γυρνούσε και με βάραινε. Ξάπλωσα πίσω. Έκλεισα λίγο τα μάτια κι άκουσα το τύμπανο που, πλέον, συνοδευόταν από μια κιθάρα. Η φωνή του γέρου σαν να ακουγόταν όλο και πιο βαθιά όσο περνούσε η ώρα. Ο τύπος στα δεξιά μου κατέβασε μια τζούρα από ένα τσελέμι κι άρχισε να βήχει σαν ασθματικός. Διαταράχτηκε λίγο η ηρεμία.
“Πάντως, άμα θες,” είπε λίγο μετά ο Ματτέο, “μπορείς να μείνεις και στην απέναντι πλευρά, αν ψάχνεις πιο πολλή ησυχία. Εχεί κι εκεί λίγους ταξιδιώτες.”
“Πώς μπορώ να περάσω το ποτάμι;”
“Υπάρχει γέφυρα, εδώ πιο κάτω. Και πιο πάνω, κοντά εκεί που έστησες τη σκηνή, κάπου εκεί το ποτάμι στενεύει και μπορείς να περάσεις από τα βραχάκια.”
Ήπιε τις τελευταίες, καυτές τζούρες και το σκότωσε. Άραξε πέντε λεπτά, και μετά έπιασε να στρίψει κι άλλο, μονόφυλλο τουλάχιστον αυτή τη φορά – χαρτάκι, τζιβάνα, καπνός, δικά μου. “Τελευταίο και πάω να κοιμηθώ,” ανακοίνωσα. Ο Ματτέο χαμογέλασε. Το στριψε γρήγορα γρήγορα και το σκασε. Το πιαμε σιγά σιγά, αμίλητοι. Το σκότωσε. Σηκώθηκα προσεχτικά, αποχαιρέτησα και βγήκα έξω. Άναψα το φακό και γύρισα στην καβάτζα μου. Τη βρήκα εύκολα. Χώθηκα μες στη σκηνή, έστριψα κι έκανα ένα τσιγάρο, κουκουλώθηκα μέσα στο σλίπιν μπαγκ, κι έπεσα και ξεράθηκα.

2zroncp

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s