Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Β’

Κλασσικό

2ilj6o2
Την επόμενη ξύπνησα νωρίς. Σηκώθηκα, έψησα έναν καφέ στο γκαζάκι μου, έφαγα κι ένα πορτοκάλι. Ήπια ένα λάιτ μονόφυλλο μαζί με τον ελληνικό, και μετά άρχισα να ξεστήνω. Θα περνούσα στην άλλη μεριά του ποταμού. Φόρτωσα το σάκο στους ώμους, πήρα τη σκηνή στα χέρια και ξεκίνησα. Βρήκα το σημείο με τα βραχάκια. Χμ… Μπα. Καλύτερα απ’ τη γέφυρα. Κατέβηκα πιο κάτω και την είδα. Ήταν ένα μικρό, ξύλινο γεφυράκι, μα φαινόταν καλή κατασκευή. Το περπάτησα και πέρασα απέναντι. Προχώρησα πιο βαθιά.

Σιγά σιγά, όσο περπάταγα, πίσω από τα δέντρα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν κάτι καλυβίτσες. Ξύλα, κομπ, πέτρες, χώμα – τίποτα δεν πάει χαμένο. Εδώ πάντως ήταν πολύ πιο διάσπαρτα, και σκηνές υπήρχαν, αλλά πολύ πιο λίγες. Και το κεντρικό τίπι το είδα και το πέρασα, κάπου κρυμμένο ήταν και κείνο. Δυο γέροι χίπηδες με γκρίζα μούσια με προσπέρασαν, μα δε μου δώσαν σημασία. Συνέχισα, περπάτησα πιο πέρα. Βρήκα ένα ωραίο σποτ, πάλι κάτω από ένα πλατάνι, ίσιο και καθαρό, χωρίς πολλές πέτρες. Το έδαφος είχε καλυφθεί από πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα, και σχηματιζόταν ένα κίτρινο χαλί. Ξεφόρτωσα και έστησα. Άραξα. Έκλεισα τα μάτια κι άκουσα το νερό που κυλούσε στο ρυάκι παραδίπλα. Ακουγόταν σαν νανούρισμα. Σε μια στιγμή, ο ήχος του νερού έγινε ένα με τη μελωδία μιας φλογέρας. Άνοιξα τα μάτια. Σηκώθηκα όρθιος. Προχώρησα λίγο πιο κάτω.
Ένα μικρό, ξύλινο καλυβάκι εμφανίστηκε μπροστά μου, και λίγο πιο κει, σ’ ένα χειροποίητο παγκάκι, καθόταν ένας τύπος κι έπαιζε τη φλογέρα. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Μου έριξε μια ματιά, μα συνέχισε να παίζει. Ήτανε νέος, γύρω στα 30, κι είχε καστανά, ίσια μαλλιά, και πυκνό μαύρο μούσι. Έστριψα και κάπνισα ένα τσιγάρο. Η μελωδία της φλογέρας είναι πιο δομημένη απ’ τη μελωδία του νερού, μα και οι δυο μου φέρνουν νύστα. Μετά από λίγο, ο τύπος σταμάτησε, γύρισε και μου πε κάτι στα ισπανικά. Κατάλαβα πως ήθελε χαρτάκια και ταμπάκο. Του έδωσα. Κόλλησε ένα δίφυλλο. Το στριψε, το σκασε, το γύρισε. Μου πε κάτι στα ισπανικά και πάλι, του εξήγησα πως δε μιλάω τη γλώσσα. “Από που είσαι;” ρώτησε.
“Απ’ την Ελλάδα.”
“Ωραία η Ελλάδα.”
“Ωραία, ναι.”
Μικρή παύση. Μου γύρισε το γάρο, έπιασε πάλι τη φλογέρα.
“Έχεις πάει; Στην Ελλάδα λέω.”
“Ναι, δυο-τρεις φορές.”
“Που;”
“Στην Κρήτη. Και στη Θεσσαλονίκη.”
“Που στην Κρήτη;”
“Κάπου στο νότο, δε θυμάμαι. Ωραία ήταν, όμορφα.”
Ξαναέπιασε τη φλογέρα, και ξανασταμάτησε όταν του ξαναέδωσα το γάρο.
“Έχεις στήσει σκηνή;” ρώτησε τελικά.
“Ναι, εδώ πιο κάτω.”
Ήπιε μερικές τζούρες ακόμα και το γύρισε. “Πόσο καιρό λες να κάτσεις;”
“Μερικές μέρες, μερικές βδομάδες. Δεν ξέρω. Θα δω.”
“Μμ… Ναι, ωραία είναι και δω. Όμορφα… Πώς και βρέθηκες σ’ αυτή τη μεριά του ποταμού;”
“Αρχικά ήμουν απ’ την άλλη, αλλά δε μ’ άρεσε τόσο. Πολλή φασαρία ρε φίλε, πολύς κόσμος. Εγώ ήρθα εδώ πιο πολύ για ηρεμία και απομόνωση.”
“Μμ, σε καταλαβαίνω. Ναι, το χουνε παρακάνει στην άλλη μεριά… Μέχρι και τίπι με ίντερνετ έχουνε βάλει…”
“Σοβαρά;”
“Μμ, ναι. Και ντουζιέρες, και πάγκοι παντού. Τουρίστες, άτομα ασυνείδητα, που απλά έρχονται ένα διήμερο να πιούνε φούντες και γεμίζουν το δάσος σκουπίδια. Το πάρκινγκ πάντα γεμάτο, συνέχεια καυσαέρια… Ναι, έχει παραγίνει. Σε καταλαβαίνω.”
“Ακριβώς. Ντάξει, δεν είναι και τελείως παράλογο αυτό που γίνεται και κάνουν, αλλά ναι. Όχι για μένα.”
Του ξαναέδωσα χαρτάκια και καπνό, άρχισε να στρίβει άλλο ένα.
“Όχι, παράλογο δεν είναι. Απλά, νομίζω, είναι λάθος. Είναι λάθος να ζεις με τους κανόνες του δυτικού πολιτισμού κι όλου αυτού που λέμε συστήματος μέσα στη φύση. Δηλαδή είναι σαν να ακυρώνεις την επιλογή σου να φύγεις απ’ την οργανωμένη κοινωνία και τις οργανωμένες ανάγκες της.”
“Ναι, συμφωνώ. Ή τουλάχιστον να περιορίσεις όσο μπορείς τα κατάλοιπα της κοινωνίας και του πολιτισμού μέσα σου. Γιατί να ελευθερωθείς τελείως, δύσκολο…”
“Μμ. Ναι, απλά απέναντι έχει παραγίνει.”
Το γάρο γύρναγε και τα βλεφαρά μου μισοκλείνανε. Θυμήθηκα αυτό που είπε για τις ντουζιέρες. “Εσείς που κάνετε μπάνιο;” τον ρώτησα.
“Στον καταρράκτη – λίγο πιο πέρα.”
Το τσιγάρο πιώθηκε κι ο τύπος ξαναέπιασε τη φλογέρα. Όμορφα έπαιζε, μελωδίες του δάσους. Κάθισα για ώρα σιωπηλός κι απλά τον άκουγα.
Και μετά, κάποια στιγμή, σηκώθηκα να πάω να κοιμηθώ. “Λοιπόν, την κάνω. Χαιρετώ. Α, να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο, φίλε; Κάνετε καμιά συνέλευση εδώ, για τα θέματα του κοινοβίου;”
“Μμ, ναι. Κάθε πρώτη Δευτέρα του μήνα.”
“Αύριο δηλαδή.”
“Μμ. Είναι πρωί, κατά τις 10-11, στο κεντρικό τίπι. Είναι ανοιχτή για όλους, μπορείς να πας αν θες.”
“Οκέι, θα πάω μάλλον.”
“Α, και το απόγευμα είναι η συνέλευση της άλλης μεριάς, στο δικό τους τίπι.”
“Κάνετε δυο διαφορετικές;”
“Μμ, ναι.”
“Οκέι. Τα λέμε.”
“Τσάο.”
Και γύρισα στη σκηνή μου για μια μικρή σιέστα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s