Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Δ’

Κλασσικό

2ilimnd
Το απόγευμα είχα αποφασίσει πως θα πήγαινα να δω και τη συνέλευση στη δυτική μεριά. Δεν ήξερα τι ώρα αρχίζει, οπότε πήγα νωρίς, κατά τις 4. Άραξα, έστριψα ένα δίφυλλο κι έπεσα πίσω. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε χαμογελαστός κι ο Ματτέο. Κάθισε δίπλα μου, του γύρισα το γάρο, πιάσαμε ψιλοκουβέντα.

Δειλά δειλά άρχισε να εμφανίζεται λίγος κόσμος. Εντωμεταξύ γύρισε κι ένα δεύτερο κι ένα τρίτο γάρο, κι ένα τσελέμι με τσοκό, είχα γίνει τάπες. Κάποια στιγμή ήρθαν και οι τρεις εκπρόσωποι της άλλης μεριάς – ο νέος τύπος που χε μιλήσει στ’ αγγλικά, η Φελίσια, η γραιοχίπισα, κι ένας άλλος, μεγάλος, δεν τον ήξερα. Καθίσανε κάτω λίγο παραδίπλα μου. Και λίγα λεπτά αργότερα ξεκίνησε το τελευτουργικό. Όλοι χέρι-χέρι και Οοοοομ. Είμασταν πολύ λίγοι όμως, με το ζόρι να χαμε μαζευτεί 30 άτομα.
Ένας γέρος πάλι σηκώθηκε πρώτος και, στ’ αγγλικά αυτή τη φορά, ανακοίνωσε την έναρξη της συνέλευσης. Μια παρέα τζιβάτων, Γερμανοί νομίζω, πήρανε πρώτοι το λόγο και ανακοίνωσαν πως αύριο φεύγουν και τους ευχαριστήσανε όλους για όλα. Το ίδιο έκανε μετά κι ένα ζευγάρι Εγγλέζων (τους κατάλαβα απ’ την προφορά). Και μετά ένας νεαρός, που δεν έμοιαζε για χίπης, μα προφανώς ήτανε μόνιμος του κοινοβίου, σηκώθηκε και μίλησε για κάτι έργα. Κάτι επισκευές έπρεπε να γίνουν στο χωματόδρομο που οδηγούσε στην κοινότητα – δεν κατάλαβα τι ακριβώς. Ζήτησε εθελοντές, τρεις-τέσσερις τουρίστες προσφέρθηκαν.
Και μετά, κι αφού για λίγο δε μίλησε κανείς, σηκώθηκε ο τύπος απ’ την άλλη μεριά του ποταμού, ο νέος.
“Καλησπέρα, αδέρφια,” είπε. “Τους περισσότερους σας ξέρω και με ξέρετε, μα βλέπω και πολλές άγνωστες φάτσες… Με λένε Λούκας, ζω για περίπου ένα χρόνο στην απέναντι μεριά του ποταμού, την ανατολική. Έχω ερωτευτεί αυτό το μέρος – αγαπάω κάθε δέντρο, κάθε πέτρα, κάθε πουλί και έντομο σ’ αυτό το δάσος. Νομίζω πως επιτέλους βρήκα το σπίτι μου. Θέλω να ζήσω για πολύ καιρό ακόμα στο κοινόβιο, και νομίζω έτσι νιώθουμε οι περισσότεροι που ζούμε εδώ. Το δάσος αυτό έχει κάτι το… μαγικό!
Μα δεν είναι όλα ρόδινα, δυστυχώς, αδέρφια. Όταν είχα πρωτοέρθει, μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση που είχα δει την κοινότητα χωρισμένη, ουσιαστικά, στα δυο. Μ’ είχε παραξενέψει πολύ, και λίγο μ’ είχε στενοχωρήσει. Γρήγορα το κατάλαβα όμως, πως παρά τις αντιθέσεις, σε θέματα πρακτικά κυρίως, μα και ιδεολογικά, οι κοινότητες παραμένουν αγαπημένες – παραμένουν μία κοινότητα, με δυο… ας το πω όψεις. Πως δεν υπάρχει κάτι να μας χωρίσει σαν ανθρώπους, μονάχα διαφορές στο πως λειτουργούν οι απρόσωπες κοινότητες. Πως πίνουμε και πλενόμαστε στο ίδιο ποτάμι, πως ακούμε τα ίδια τραγούδια των ίδιων πουλιών, τα ίδια θροΐσματα των ίδιων φύλλων – απλά, από διαφορετικές μεριές και αποστάσεις. Κι αυτό είναι πανέμορφο, αδέρφια!
Όμως, δυστυχώς αυτές οι μικροδιαφορές μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα. Προβλήματα, βέβαια, που αν το θελήσουμε όλοι, μπορούνε να λυθούν. Ποιά είναι τα προβλήματα; Θα σας πω… Το πρωί είχαμε τη συνελευσή μας, στην ανατολική μεριά. Μιλήσαμε για το θέμα των σκουπιδιών…”
Κάποιοι απ’ το κοινό ξεφύσηξαν, κάποιοι αρχίσαν να μιλάνε μεταξύ τους.
“Λέγαμε, λοιπόν,” συνέχισε ο Λούκας, “πως ξυπνάμε το πρωί, και βρίσκουμε πλαστικά, κονσερβοκούτια και διάφορα άλλα σκουπίδια, να κατεβαίνουν το ποτάμι, να μαγκώνουν στα βραχάκια, να ξεβράζονται έξω – και στη δικιά μας, και στη δικιά σας μεριά. Το ξέρετε κι εσείς το πρόβλημα, και το ξέρω κι εγώ πως δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται.”
“Ότι το ξέρουμε, το ξέρουμε…” ακούστηκε μια φωνή από κάτω.
“Είναι καθήκον όλων μας – και ειδικά εμάς που ζούμε μόνιμα εδώ – να σεβόμαστε και να μη βρωμίζουμε το δάσος. Κάνεις μια βόλτα μέχρι τον καταρράκτη, και βλέπεις παντού γόπες, τζιβάνες, κωλόχαρτα και πλαστικά. Είναι ντροπή, είναι λάθος να μη σεβόμαστε το δάσος που μας ζει και θρέφει…”
“Φίλε,” σηκώθηκε ένας μουσάτος από κάτω, “γνωρίζουμε την κατάσταση και συμφωνούμε όλοι απόλυτα. Ναι, είναι λάθος. Υπάρχουν πολλά άτομα, κυρίως επισκέπτες, που δεν έχουνε μάθει να ζούνε σε αρμονία με τη φύση. Που τους φαίνεται λογικό να πετάξουν κάτω το σκουπίδι, στο χώμα ή στο ποτάμι. Εμείς, οι μόνιμοι, ενημερώνουμε, το λέμε κάθε φορά που συγκεντρωνόμαστε στο τίπι, μέχρι και φυλλάδια έχουμε κολλήσει σε μερικά δέντρα, που τους παρακαλάμε να σέβονται το περιβάλλον. Και φυσικά, όσο μπορούμε τα μαζεύουμε. Από κει και πέρα όμως, δε μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Κάθε λίγο και λιγάκι έρχεστε και λέτε το ίδιο πράμα για τα σκουπίδια. Τι να κάνουμε; Να τους διώξουμε ή να τους μαστιγώσουμε; Ό,τι μπορούμε, το κάνουμε.”
“Ναι, αλλά δεν αρκεί αυτό, αδερφέ,” σηκώθηκε ο γέρος απ’ τους τρεις ανατολικούς. “Η κατάσταση όσο πάει χειροτερεύει. Κάτι πρέπει να γίνει!”
“Τι να γίνει; Προτείνετε κάτι,” είπε κάποιος προς τους τρεις. Οι τρεις μείναν σιωπηλοί. Μετά από λίγες στιγμές, ο Λούκας ξαναπήρε το λόγο.
“Δεν έχουμε έτοιμες λύσεις, αδερφέ. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να γίνει. Γι’ αυτό είμαστε εδώ, για να το συζητήσουμε όλοι μαζί, και μαζί να βρούμε λύση. Εξάλλου, το πρόβλημα αφορά εσάς, στη δυτική μεριά, πιο πολύ από μας.”
“Λούκας,” σηκώθηκε ο Ματτέο από δίπλα μου. “Έχετε απόλυτο δίκιο. Ναι, τα σκουπίδια είναι μεγάλο πρόβλημα, και αφορά και τις δύο μεριές – έστω, τη δικιά μας περισσότερο. Μα είσαι καινούριος εδώ, και μάλλον δεν τα ξέρεις καλά. Από την πρώτη κιόλας μέρα που οι κοινότητες χωρίστηκαν, δημιουργήθηκε αυτό το θέμα με τα σκουπίδια. Συχνά πυκνά, λοιπόν, έρχονται άτομα απ’ τα ανατολικά και κάνουμε την ίδια ακριβώς κουβέντα. Το χουμε συζητήσει, το χουμε ξανασυζητήσει, λύση δεν έχουμε βρει. Πέραν απ’ το να ενημερώνουμε και να μαζεύουμε όσο μπορούμε, δεν υπάρχει κάτι να κάνουμε. Απλά χάνουμε το χρόνο μας λέγοντας τα ίδια και τα ίδια.”
“Και ο χρόνος είναι χρήμα, ε;” ειρωνεύτηκε ο γέρος των ανατολικών.
“Ίσως να φταίει,” είπε τελικά ο Λούκας, “πως πάντα προσεγγίζαμε το θέμα λάθος. Ίσως να πρέπει να το δούμε πιο γενικά, σε συνάρτηση με άλλα προβλήματα του κοινοβίου. Ίσως η λύση να είναι πιο ριζοσπαστική απ’ ότι σκεφτόμασταν ως τώρα, ίσως να χρειάζεται να γίνουν ριζικές αλλαγές.”
Κάποιος νέος από τους δυτικού, με μάτια εκνευρισμένα και φωνή επιθετική, σηκώθηκε και είπε: “Εκεί ακριβώς είναι το όλο θέμα, φίλε. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το κόμπλεξ σας. Στον όλο τρόπο που η κοινότητά μας λειτουργεί.”
“Ηρεμία, αδερφέ,” συνέστησε ο γηραιός που είχε ξεκινήσει τη συνέλευση.
“Έχουμε άδικο;” σηκώθηκε ο γέρος απ’ τους τρεις. “Είναι ψέμα πως η μεριά σας έχει μετατραπεί σε τουριστικό θέρετρο; Είναι ψέμα πως έχετε μαζέψει εδώ τον κάθε ασυνείδητο, τον κάθε ένα που δεν έχει ιδέα για τον τρόπο ζωής και σκέψης μας, που αδιαφορεί για τις αρχές μας. Είναι ψέμα πως αντί να πείτε κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, εσείς προτιμάτε να τους πουλάτε χαϊμαλιά, ρούχα και φούντες;”
“Ε να λοιπόν ποιό είναι το πρόβλημα σας,” απάντησε ο νέος. “Αφήστε τις δικαιολογίες για τα σκουπίδια.»
“Αδέρφια,” είπε κάποιος γέρος από τους δυτικούς. “Την έχουμε κάνει πολλές φορές και αυτήν την κουβέντα. Αλλιώς λειτουργούμε εμείς, αλλιώς εσείς. Άλλες οι δικές μας ανάγκες, άλλες οι δικές σας. Μη μας κρίνετε πια βάσει του πως δουλεύετε και λειτουργείτε εσείς – είναι άλλες οι συνθήκες.”
“Μέχρι πριν 10 χρόνια, όμως, οι συνθήκες ήτανε ίδιες. Τι άλλαξε ξαφνικά;” αναρωτήθηκε ο γέρος των ανατολικών.
“Αυτό ακριβώς, αδέρφια,” συμφώνησε ο Λούκας. “Οι συνθήκες άλλαξαν λόγω επιλογής, όχι λόγω ανάγκης. Εσείς επιλέξατε να ζείτε με αυτόν τον τρόπο, δεν σας το επέβαλλε κανείς και τίποτα. Στο χέρι σας είναι να αλλάξουν όλα!”
“Όχι!” φώναξε μια γκόμενα, άσχημη, χωρίς δόντια, τζάνκισσα σίγουρα. “Δεν καταλαβαίνετε! Εσείς δεν έχετε ούτε παιδιά να μεγαλώσετε, ούτε έξοδα, ούτε τίποτα! Ούτε σκύλους δεν έχετε να ταϊσετε!”
“Ηρεμίααα,” ξανασυνέστησε ο πρώτος γέρος.
“Κι όμως,” απάντησε ο Λούκας, “κι όμως, κι εμείς έχουμε έξοδα. Απλά δε βασιζόμαστε στους τουρίστες για να τα βγάλουμε, αλλά στις συνεισφορές και τη μεταξύ μας αλληλεγγύη.”
“Τα παιδιά δε μεγαλώνουν με αλληλεγγύη,” φώναξε από κάτω κάποιος άλλος. “Τα παιδιά χρειάζονται φαγητά, ρούχα, τετράδια, βιβλία. Τι ξέρετε εσείς;”
“Και πριν χωριστούν οι κοινότητες είχαμε παιδιά, φίλε,” φώναξε ο γέρος των ανατολικών. “Και τα καταφέρναμε μια χαρά και τότε. Τα ρούχα τα πλέκαμε μόνοι μας, τα λεφτά των συνεισφορών φτάναν για βιβλία και σχολικά, τα φαγητά μας τα καλλιεργούσαμε – δεν τ’ αγοράζαμε από το χωριό!”
“Ε τραβήξτε στη μεριά σας και πλέξτε ρούχα!” φώναξε ο νέος που χε μιλήσει νωρίτερα. Οι τρεις τον αγριοκοίταξαν, μα δεν είπανε κάτι. Κάτι τουρίστες ξεφύσηξαν και βγήκαν έξω.
“Δε μπορεί να γίνει συζήτηση έτσι όμως,” είπε τελικά ο Λούκας.
“Δεν υπάρχει θέμα για συζήτηση!” φώναξε ένας γέρος. “Εσείς κάντε τη ζωή σας, κι εμείς τη δικιά μας.”
Πολλοί απ’ το κοινό κουνήσαν τα κεφάλια πάνω κάτω συμφωνώντας. Οι ανατολικοί φαίνονταν εκνευρισμένοι, ακόμα κι η Φελίσια. Ο γέρος έστριψε ένα άφιλτρο τσιγάρο με τον καπνό ενός τουρίστα.
“Λοιπόν,” είπε τελικά μετά από λίγο ο γέρος που χε ανακοινώσει την έναρξη, “η συνέλευση τελειώνει εδώ.” Επιτόπου, οι περισσότεροι δυτικοί έβγαλαν τα σύνεργα κι άρχισαν να στρίβουν δίφυλλα. Οι τρεις ανατολικοί, χωρίς να χαιρετήσουν κανέναν, σηκώθηκαν και έφυγαν.
Ο Ματτέο το στριψε και το σκασε. “Αχ, αχ, φίλε Αλέκο,” μου είπε. “Κάθε φορά τα ίδια…”
“Έχουν ένα δίκιο όμως ρε Ματτέο.”
“Ναι, απ’ τη μεριά τους σίγουρα έχουν ένα δίκιο. Κι εμείς απ’ τη δικιά μας όμως, δίκιο έχουμε.”
Ήπιαμε το γάρο, ο Ματτέο το σκότωσε, χαιρέτησα κι έφυγα για την άλλη μεριά. Περπάτησα μέχρι την καβάτζα μου, άραξα, έβρασα μακαρόνια με πουμαρό (κλασσικά), έφαγα, ήπια ένα μονοφυλλάκι, και κάποια στιγμή την έπεσα για ύπνο. Κουκουλώθηκα στο σλίπιν μπαγκ, και φόρεσα και ένα πουλόβερ μέσα απ’ τη ζακέτα. Είχε βάλει ψύχρα εκείνο το βραδάκι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s