Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Ε’

Κλασσικό

2nh3wc4
Πέρασα όλο το επόμενο πρωί πίνοντας γάρα στην καβάτζα μου. Δεν έκανα απολύτως τίποτα, κι όμως, δε βαρέθηκα ούτε στιγμή.
Το απογευματάκι, άκουσα τους ήχους της φλογέρας του Μάρκου, και, μ’ ένα δίφυλλο στο χέρι, τράβηξα κατά κει. Ο Μάρκος μ’ είδε και χαμογέλασε. Κάθισα δίπλα του και το σκασα. Του το γύρισα και σταμάτησε να παίζει.

“Τα μαθες τα χτεσινά;” τον ρώτησα καθώς κατέβαζε την πρώτη τζούρα. Έγνεψε καταφατικά.
“Μμ,” είπε. “Και δε μου κάνανε καθόλου εντύπωση… Έγινε μεγάλο θέμα το πρωί στο τίπι. Θα πάνε, λέει, σήμερα πάλι στην άλλη μεριά και θα ζητήσουν μεγάλη, κοινή συνέλευση… Έχουνε τσαντιστεί πολλοί με τ’ όλο θέμα.”
“Ε ναι, λογικό. Ποιοί θα πάνε;”
“Σχεδόν όλοι.”
“Θα πας κι εσύ;”
“Μπα. Δεν τους μπορώ άλλους τσακωμούς, αδερφέ. Θα κάτσω εδώ να παίξω τη φλογέρα μου.”
“Ε, καταλαβαίνω. Ξέρεις μήπως πότε θα πάνε;”
“Μπα. Αν πας στο τίπι θα τους δεις όλους όμως. Φαντάζομαι θα φύγουν όπου να ναι.”
Τελειώσαμε το γάρο, και ξεκίνησα να πάω στο τίπι. Θα τανε καμιά 40αριά χίπηδες, και φαινόντουσαν όντως όλοι τσαντισμένοι. Ένα τσελέμι γύρναγε από χέρι σε χέρι κι από στόμα σε στόμα. Κάθισα σ’ ένα χαλάκι στο έδαφος και περίμενα τη σειρά μου. Όλοι φωνάζανε, μα δεν καταλάβαινα κανέναν – μιλούσαν στα ισπανικά. Το τσελέμι πρέπει να γύρισε δυο-τρεις φορές, δεν είμαι σίγουρος, κομμάτια έγινα πάντως. Τελείωσε, κι ο κόσμος ξεκίνησε να φεύγει για τα δυτικά. Από πίσω ακολούθησα κι εγώ.
Περάσαμε όλοι μαζί το γεφυράκι και φτάσαμε έξω απ’ το τίπι των δυτικών. Μπήκαμε μέσα – δεν υπήρχε πολύς κόσμος, κι οι περισσότεροι ήταν επισκέπτες και τουρίστες. 4-5 ήταν όλοι κι όλοι οι μόνιμοι. Υπήρξε μια μικρή ταραχή, οι ανατολικοί γέμισαν το τίπι και οι δυτικοί φάνηκαν να ξαφνιάζονται.
“Τι συμβαίνει, αδέρφια;” ρώτησε κάποιος μόνιμος.
Ένας γηραιός των ανατολικών πήρε το λόγο. “Αδέρφια,” είπε, “ερχόμαστε σήμερα εδώ, σχεδόν όλοι μας από την ανατολική μεριά, γιατί νιώθουμε αδικημένοι. Αδικημένοι από την όλη σας στάση απέναντι μας. Χτες, στη συνέλευση, πήρατε τους εκπροσώπους μας από τα μούτρα, και δεν έγινε καμία προσπάθεια για ουσιαστικό διάλογο. Γι’ αυτό λοιπόν και ζητούμε να κάνουμε όλοι μαζί μια μεγάλη, γενική συνέλευση – ανατολικοί και δυτικοί – και να συζητήσουμε ήρεμα και πολιτισμένα για τα θέματα και τα προβλήματα που υπάρχουν στην κοινότητα.” Όλοι οι ανατολικοί κουνήσαν τα κεφάλια πάνω κάτω – τα χε πει καλά ο γέροντας.
“Αδερφέ,” απάντησε ένας απ’ τους δυτικούς, “η συνέλευση μας ήταν χτες. Μπορούσατε να ρθειτε όλοι να συζητήσουμε.”
“Χτες ήρθαν τρεις εκπρόσωποί μας, το ξαναλέω, και δεν έγινε ουσιαστική κουβέντα. Γι’ αυτό και απαιτούμε νέα, μεγάλη, γενική συνέλευση.”
“Πω, πω,” σχολίασε κάποιος τζιβάτος τουρίστας, που χα δει και στη συνέλευση εχθές. “Απαιτούνε κιόλας…”
“Αδέρφια,” απάντησε ο τύπος που χε μιλήσει πριν, “οι συνελεύσεις γίνονται συγκεκριμένες μέρες και ώρες, δε γίνονται όποτε θέλουμε. Μπορείτε να περιμένετε μέχρι την επόμενη.”
“Όχι, δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλον ένα μήνα. Υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να λυθούνε άμεσα!”
“Μα, καταρχάς, αυτή τη στιγμή οι μόνιμοι είμαστε ελάχιστοι εδώ πέρα. Δε μπορούμε πέντε άτομα να αποφασίσουμε για 150. Πρέπει να υπάρξει συνεννόηση με τους υπόλοιπους.”
“Ε φωνάξτε, λοιπόν, τους υπόλοιπους και θα τους το ανακοινώσουμε.”
“Μα τι είναι αυτά που λες, αδερφέ; Να βγούμε στο δάσος και να μαζέψουμε 150 άτομα για να τους ανακοινώσετε εσείς πως απαιτείτε γενική συνέλευση;”
“Απλά φυσήξτε το κοχύλι!” φώναξε κάποιος απ’ τους ανατολικούς.
Οι δυτικοί μείνανε για λίγο σιωπηλοί, μα, τελικά, ένας απ’ αυτούς σηκώθηκε και πήρε τη μπουρού δίπλα απ’ τη φωτιά. Βγήκε έξω και τη φύσηξε. Ένας ήχος τρομερός βγήκε μέσα απ’ το κοχύλι, σαν ιαχή πολέμου, ήχος που απλώθηκε σ’ ολόκληρο το δάσος. Επτά φορές το φύσηξε, και μετά γύρισε και κάθισε στη θέση του.
Σιγά σιγά άρχισε να ξεπροβάλλει κόσμος στην είσοδο του τίπι, γέροι, νέοι και παιδιά, μόνιμοι και τουρίστες. Φαίνονταν όλοι απορημένοι, μα βλέποντας όλους τους ανατολικούς να χουνε στρογγυλοκαθίσει καταλάβαιναν. Μέσα σ’ ένα μισάωρο πρέπει να μαζεύτηκαν καμιά 30αριά άνθρωποι.
Εγώ είχα καθίσει σε μια γωνίτσα και κάπνιζα ένα τσιγάρο. Εμφανίστηκε κάποια στιγμή κι ο Ματτέο, μα κάθισε μακριά μου.
“Εντάξει, αρκετοί είμαστε – δε θα μαζευτούνε άλλοι,” ψιθύρισε ο Λούκας στο γηραιό που χε μιλήσει πρώτος. Ο γηραιός έδειξε να συμφωνεί, όμως περίμενε λίγα λεπτά ακόμα. Όντως, δε μαζευτήκανε άλλοι. Ο γηραιός πήρε το λόγο κι επανέλαβε αυτά που είπε στην αρχή, ζήτησε γενική συνέλευση. Οι δυτικοί φάνηκαν να δυσανασχετούν, κι οι περισσότεροι τουρίστες αρχίσανε να φεύγουνε.
“Πάλι τα ίδια, αδέρφια;” είπε ένας γέρος. “Πάλι τα ίδια πράματα θα λέμε; Δε σας πήραμε απ’ τα μούτρα χτες, απλά ξεκαθαρίσαμε τη θέση μας και προσπαθήσαμε να λήξουμε επιτέλους αυτή την κουβέντα που κρατάει 10 χρόνια τώρα.”
“Όσο υπάρχει το πρόβλημα τόσο θα συνεχίζεται και η κουβέντα,” απάντησε κάποιος ανατολικός.
“Το πρόβλημα το χετε εσείς!” τσίριξε μια γκόμενα. “Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εσείς το δημιουργείτε!”
“Και εν πάση περιπτώσει,” συμπλήρωσε ένας νέος, δυτικός, “η συνέλευσή μας ήταν χθες. Δε θα κάνουμε κάθε μέρα συνέλευση, να περιμένετε μέχρι την επόμενη, τον άλλο μήνα.”
“Υπάρχουν θέματα που πρέπει να λυθούν άμεσα. Θέματα που προσπαθήσανε να θίξουν χτες οι εκπρόσωποί μας, μα εσείς τους αποπήρατε και δεν τους αφήσατε. Ας μη λέμε συνέχεια τα ίδια. Απλά, απαιτούμε μεγάλη, γενική συνέλευση όσο πιο σύντομα γίνεται.”
“Και ποιοί είστε εσείς και απαιτείτε δηλαδή;” σηκώθηκε ένας τζιβάτος δυτικός, τσαντισμένος. “Να κάνουμε συνέλευση εμείς, στα δυτικά, επειδή εσείς, απ’ τα ανατολικά, το απαιτείτε; Δεν είστε με τα καλά σας, αδέρφια…”
“Την κοινότητα τη μοιραζόμαστε όλοι, αδερφέ,” φώναξε ο Λούκας. “Δεν είναι μόνο δικιά σας, και ωφείλετε να ακούσετε και μας!”
Κάποιος δυτικός, μπορεί και τουρίστας, έπιασε μια κιθάρα κι άρχισε να παίζει και να τραγουδάει δυνατά, δυνατότερα απ’ τις φωνές των υπολοίπων. Πανικός. Αρχίσαν όλοι να φωνάζουν – αγγλικά κι ισπανικά, όλα μπερδεμένα. Μια γραιοχίπισα, άσχημη, τζάνκισα, σηκώθηκε κι έσπρωξε έναν απ’ τους ανατολικούς. Άρχισε να γίνεται τσαμπουκάς, να πέφτουνε σπρωξίδια μεταξύ όλων. Κάποιοι, απ’ τους δυτικούς κυρίως, σηκώθηκαν να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Ο Ματτέο έπιασε τη τζάνκισα απ’ το χέρι και την τράβηξε μακριά απ’ τον καυγά. Μα οι ανατολικοί ήταν όλοι αρπαγμένοι.
“Να φύγετε, να πάτε στη μεριά σας!” φώναξε η τζάνκισα.
“Ηρεμία, τρανκίλο,” συνέστησε ο Ματτέο. Κανείς δεν ήταν ήρεμος, ειδικά οι τουρίστες σχεδόν παίζανε φάπες με τους πιο νέους των ανατολικών. Μονάχα ο κιθαρίστας συνέχιζε ακάθεκτος. Ένας μουσάτος ήρθε κι έσπρωξε κι εμένα, έκανα το ίδιο και τον πέταξα πίσω από κει που ρθε. Κακός χαμός μέσα στο τίπι. Οι ανατολικοί άρχισαν να βγαίνουν έξω, οι πιο εξαγριωμένοι από τους δυτικούς τους ακολούθησαν να συνεχίσουν τον καυγά. Βγήκα κι εγώ. Ο όχλος κινήθηκε προς το χωματόδρομο έξω απ’ το κοινόβιο, προς τους πάγκους. Μια μικρή ομάδα 4-5 ανατολικών, καθοδηγούμενη από τον γέρο-χτεσινό εκπρόσωπο, πήγε στον πρώτο πάγκο που βρέθηκε μπροστά της και τον γκρέμισε. Οι δυτικοί επενέβησαν, λίγο καθυστερημένα βέβαια, και αρπάξανε τους ανατολικούς και τους τραβήξαν πίσω.
“Τι συμβαίνει εδώ;” ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, μια φωνή βαθιά, τρομακτική, φωνή που δεν έμοιαζε να βγαίνει από ον ανθρώπινο. Όλοι σταματήσανε αμέσως, γυρίσαν και κοιτάξανε σχεδόν με δέος. Γυρίσα και κοίταξα κι εγώ. Ένας γέρος στεκότανε, ψηλός, δυο μέτρα, γεροδεμένος, καραφλός, με μακριά, γκρίζα μούσια, σκληρά σα ρίζες δέντρου, μες στα χώματα, με μύτη γαμψή και μάτια μαύρα, φουρτουνιασμένα. Δέρμα σκούρο, μα απ’ τη λάσπη και τη βρωμιά. Γυμνός από τη μέση και πάνω, γκρίζες τρίχες στο στέρνο του, και στο ένα χέρι ένα καλάθι ξύλινο, γεμάτο με κάτι, και στο άλλο χέρι ένα ραβδί. Έμοιαζε με κάποιο είδος σαμάνου.
“Ω, Δον Ράμα!” αναφώνησε ένας γηραιός των ανατολικών, κι έσπευσε προς το μέρος του – του εξήγησε το σκηνικό και την όλη κατάσταση. Ο γηραιότερος των δυτικών πλησίασε κι αυτός, μαζί και λίγοι άλλοι, μα οι περισσότεροι μείναμε πίσω. Μιλούσανε στα ισπανικά και δεν καταλάβαινα τι ακριβώς λέγανε, μα μπορούσα να μαντέψω. Ο σαμάνος ενημερώθηκε, έγνεψε το κεφάλι, και ζήτησε απ’ όλους να κάνουν ησυχία. Με ήρεμη φωνή, πρότεινε, ή πρόσταξε, γενική συνέλευση σε δυο μέρες. Οι περισσότεροι δείξανε να συμφωνούνε. Ένας νέος βγήκε μπροστά και πήγε ν’ αντιδράσει, μα ο Δον Ράμα τον κοίταξε τόσο βαθιά μέσα στα μάτια, που σαν να τον υπνώτισε, κι ο νέος έκανε πάλι πίσω. Κανένας άλλος δεν έφερε αντίρρηση. Γενική συνέλευση σε δυο μέρες λοιπόν, και, απ’ ότι κατάλαβα, το πρωί.
Ο Δον Ράμα πήρε το δρόμο του κι εξαφανίστηκε. Υπήρχε ακόμα ένταση, μα σίγουρα όχι τόση όση πριν. Οι ανατολικοί αρχίσανε σιγά σιγά να αποχωρούνε, ακολούθησαν κι οι δυτικοί. Πλησίασα προς το Ματτέο που έφευγε. Ήταν χαμένος στις σκέψεις του, έμοιαζε να είναι ακόμα εκνευρισμένος. Δε με πρόσεξε καν.
“Α, εδώ είσαι;” έκανε πέντε λεπτά μετά, αφού τον χαιρέτησα. “Τι να πεις κι εσύ, ε;”
“Εγώ απλά θέλω να ρωτήσω,” του έκανα, “ποιός ήταν εκείνος ο Δον Ράμα;”
“Ένας,” απάντησε ο Ματτέο. “Μένει μακριά, μες το βουνό, κοντά τρία χιλιόμετρα από δω. Υπάρχει σεβασμός προς το πρόσωπό του. Έχει αποκτήσει ένα ανώτερο είδος σοφίας. Τέλοσπαντων… Θα πάω στην καβάτζα μου να ηρεμήσω. Χαιρετώ.”
“Ναι, κι εγώ. Θα τα πούμε.”
Και περπάτησα το γεφυράκι απέναντι και πήγα να την αράξω.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s