Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Στ’

Κλασσικό

kcytd0
Το επόμενο βράδι αποφάσισα να δειπνήσω στο τίπι (των ανατολικών βέβαια). Τα πνεύματα είχανε κάπως ηρεμίσει, μα τα χτεσινά γεγονότα ακόμα μονοπωλούσανε τις συζητήσεις. Ο Λούκας καθότανε δίπλα σ’ έναν γηραιό και κουβεντιάζανε για την αυριανή συνέλευση. Ένα τσελέμι έφτασε στα χέρια μου, και πήρα μια γερή τζούρα. Το τσοκό μ’ έκαψε και το βηξα όλο έξω – έβηχα σα να χω πνευμονία για κανα πεντάλεπτο. Τελικά το πάσαρα στον τουρμπανοφορεμένο διπλανό μου. Ο διπλανός πήρε τη τζούρα του, το γύρισε, κι έπιασε από πίσω του μια κιθάρα ισπανικιά. Ξεκίνησε να παίζει μελωδίες, κι ένας μακρυμάλλης από απέναντι έφερε μπρος του ένα ταμπούρλο, κι εναρμονίστηκε με τη μουσική. Μια τζιβάτη γκόμενα, μικρή, ομορφούλα, έπιασε ένα χειροποίητο όργανο σα λύρα κι ακολούθησε. Μετά από λίγο, άρχισε και να τραγουδάει, σε μια γλώσσα που δεν ήξερα. Είχε φωνή αγγέλου. Το τσελέμι ξαναγύρισε και με ξανάκαψε. Έβγαλα να στρίψω ένα δίφυλλο. Η μουσική έδινε πόνο, όσο περνούσε η ώρα γινόταν και πιο έντονη. Το στριψα, ήπια κάμποσες τζούρες, κομμάτιασα εντελώς, το γύρισα στα δεξιά, κι έπεσα πίσω να την απολαύσω (και τη μουσική, και τη γκόμενα με την αγγελική φωνή).

Λίγο αργότερα, δυο μεσήλικες χίπισες κι ένας τζιβάτος, πιο νέος, ήρθανε και φέρανε το τσουκάλι με το φαγητό. Καθίσανε στη μέση, δίπλα στη φωτιά, και με την κουτάλα αρχίσαν να γεμίζουνε τα πιάτα. Ένα ένα τα πασάρανε, και από χέρι σε χέρι πηγαίνανε απ’ τον πρώτο στον τελευταίο. Ήρθε και το δικό μου. Ήταν ένα κους κους με λαχανικά – λάχανο, κρεμμύδια, πατάτες, παντζάρια, σπανάκι κλπ. Πήγα να πάρω μια πιρουνιά, μα ο διπλανός μου γέροντας με σταμάτησε. “Περίμενε,” μου είπε. Περίμενα μέχρι να γεμίσει και το τελευταίο πιάτο, και η μετά, η μουσική σταμάτησε και πιαστήκαμε όλοι χέρι χέρι. Ναι, σωστά, είχα ξεχάσει το τελετουργικό…. Οοοοοοομ. Τελείωσε κι αρχίσαμε να τρώμε. Τοπ το κους κους. Γύρισα προς τον γέροντα και τον ρώτησα αν πρέπει να πληρώσω για το φαί. Εκείνος χαμογέλασε.
“Όχι, μην ανησυχείς. Μόνο, άμα θες, μπορείς ν’ αφήσεις κάτι στο ποτήρι, εκεί – μα δεν είναι απαραίτητο, ό,τι θες.”
Έγλειψα το πιάτο, κατάπια μέχρι και τον τελευταίο κόκο του κους κους. Πήγα στο τσουκάλι να βάλω λίγο ακόμα, κι άφησα και στο ποτήρι ένα 50λεπτο.
Η μουσική δειλά δειλά ξανάρχισε. Τελείωσα το φαγητό – ο τζιβάτος που μας είχε σερβίρει μάζεψε όλα τα πιάτα και τα πήγε για πλύσιμο – κι έστριψα ένα χοντρό δίφυλλο. Πήρα τρεις τζούρες και το γύρισα στα δεξιά.
Πρέπει να κάθισα γύρω στη μια ώρα μετά απ’ αυτό, και συνολικά μου γύρισαν πέντε διαφορετικά γάρα, και τρεις φορές το τσελέμι. Κομμάτιασα φουλ. Κάπνισα ένα τσιγαράκι, και τελικά την έκανα για τη σκηνή μου και τον βραδινό μου υπνάκο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s