Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Ζ’

Κλασσικό

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε η μεγάλη μέρα. Αφού έψησα και ήπια τον γκαϊφέ και το μονοφυλλάκι μου, ξεκίνησα να πάω στο τίπι. Όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι της ανατολικής μεριάς ήταν εκεί, και ο Μάρκος φυσικά. Περπάτησα και κάθισα δίπλα του, τον χαιρέτησα, κι αυτός, χαμογελώντας, μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Του έδωσα τα απαραίτητα κι άρχισε να στρίβει. Κοίταξα τριγύρω μου, προσπάθησα να μαντέψω τι λέγανε στα πηγαδάκια, μα δεν έβγαλα άκρη.

“Θα πας στη συνέλευση σήμερα;” ρώτησα τελικά το Μάρκο.
“Όχι αδερφέ,” απάντησε, “με τίποτα.”
“Γιατί όχι;”
“Δεν τους ακούς; Όλοι τσιτωμένοι είναι, όλοι μες στα νεύρα. Θα γίνει μεγάλος καυγάς σήμερα, είμαι σίγουρος. Και, στο ξανάπα, εγώ δεν τους μπορώ τους καυγάδες.”
“Λες, ε; Πιστεύεις θα γίνει νταβαντούρι πάλι;”
“Μμ, είμαι σίγουρος. Πες το… διαίσθηση. Μα δεν υπάρχει αμφιβολία.”
Αράξαμε λιγάκι ακόμα, σιωπηλοί, ήπιαμε κι απ’ το τσελέμι που γυρνούσε και νταγλάραμε. Ε, και κάποια στιγμή, ο κλασσικός γέρος-οργανωτής σηκώθηκε όρθιος κι έδωσε το σήμα. Οι περισσότεροι τον ακολούθησαν, ο Μάρκος όμως, και μερικοί άλλοι, μείνανε στις θέσεις τους. Πάνω κάτω πρέπει να ήταν τα ίδια 40 άτομα που χαν πάει και προχτές στη δυτική μεριά, κι αυτοί που δεν είχανε έρθει ήταν οι ίδιοι που τώρα αράζανε και πίναν γάρα. Το σκέφτηκα λίγο, αρχικά κάπως δίστασα, μα τελικά το πήρα απόφαση και σηκώθηκα να πάω μαζί τους.
Ίδια διαδρομή και πάλι, γεφυράκι και περπάτημα ως το κεντρικό τίπι των δυτικών. Φτάσαμε και μπήκαμε όλοι μέσα. Το λοιπόν, μέσα ήταν όλα κι όλα εφτά άτομα – πέντε μόνιμοι, κι ένα ζευγάρι τουρίστες. Ο Δον Ράμα δεν είχε έρθει, ούτε καν ο Ματτέο δεν ήταν εκεί. Οι ανατολικοί δεν καθίσανε, μείναν όρθιοι, και για λίγο σιωπηλοί. Ο Λούκας γύρισε προς τον γέρο-οργανωτή – αν άκουσα καλά, τον αποκάλεσε Κάρλο – και του ψιθύρισε κάτι στα ισπανικά. Ο Κάρλος κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι, πήρε το λόγο.
“Αδέρφια, τι γίνεται;” είπε. “Η ώρα είναι 12 σχεδόν. Ξεχάσατε μάλλον πως για σήμερα είχαμε κανονίσει τη γενική μας συνέλευση.”
“Ίσως,” είπε ένας τζιβάτος απ’ τους δυτικούς, “ίσως κάποιοι να το ξέχασαν. Ή μπορεί οι περισσότεροι να μην το θεώρησαν σκόπιμο να έρθουν. Ίσως να βαρέθηκαν. Ίσως να έχουν άλλα πράματα να κάνουν. Μα, όπως και να χει, εμείς εδώ το θυμηθήκαμε, οπότε καθίστε και θα συζητήσουμε ό,τι θέλετε.”
“Μα ποιοί εσείς, αδερφέ; Ούτε 10 άτομα δεν είστε! Πώς είναι δυνατόν να κάνουμε συνέλευση έτσι;”
“Κοιτάχτε να δείτε, αδέρφια,” είπε κάποιος άλλος δυτικός. “Οι συνελεύσεις – και ειδικά η σημερινή – δεν είναι υποχρεωτικές. Όποιος θέλει έρχεται, όποιος δε θέλει μένει σπίτι του. Εμείς δε μπορούμε ν’ αναγκάσουμε κανέναν να συμμετέχει άμα δε θέλει. Ήρθαμε όσοι ήρθαμε, είμαστε εδώ να συζητήσουμε, ε άντε λοιπόν, καθίστε κάτω να τελειώνουμε.”
“Όχι, αμίγκο, δεν πάει έτσι,” φώναξε ένας άλλος γέροντας των ανατολικών – αυτός που είχε πάει και στην πρώτη αποστολή, με τη Φελίσια και το Λούκας. “Δεν μπορεί να γίνει συνέλευση με πέντε άτομα να μιλάνε εκ μέρους 150…”
“Προφανώς δε μπορεί να γίνει συνέλευση γενικά,” τον διέκοψε ο Λούκας. “Και δε μπορεί να γίνει συνέλευση, γιατί έχει χαθεί η επικοινωνία, οι τρόποι, ο σεβασμός, και, κυρίως, γιατί δε θέλετε να λύσετε τα προβλήματα. Γιατί δε σας ενδιαφέρει, γιατί το μόνο που σας νοιάζει είναι να βγάλετε λεφτά να τα ξοδέψετε σε φούντες. Γιατί συνειδητά διαχωριστήκατε από μας, και συνειδητά επίσης διατηρείτε αυτήν τη μεταξύ μας απόσταση, αυτό το χάσμα.”
“Αν μπορούσαν, θα μας διώχνανε,” μουρμούρισε μια γριούλα χίπισα από τους ανατολικούς.
“Αδερφέ,” απάντησε ο τζιβάτος δυτικός, “κοίτα. Εσείς επιμείνατε να κάνουμε συνέλευση, εσείς ήρθατε εδώ κι αρχίσατε καυγά, εσείς μας σπάσατε και δυο πάγκους. Ε, σταματήστε να παραπονιέστε, αποδεχτείτε πως εμείς ήρθαμε – ναι, είμαστε λίγοι, αλλά τουλάχιστον ήρθαμε – και καθίστε να πούμε ό,τι σκατά θέλετε. Άντε…”
Νεκρική σιγή μέσα στο τίπι. Οι ανατολικοί ήτανε όλοι, χωρίς καμία εξαίρεση, αναψοκοκκινισμένοι από θυμό. Μετά από μερικά περίεργα και κάπως άβολα λεπτά, ο Κάρλος τους φώναξε να φύγουν έξω. Υπάκουσαν και άρχισαν να βγαίνουν. “Θα τη μετανιώσετε αυτή τη συμπεριφορά,” απείλησε τους λίγους δυτικούς ένας γεράκος καθώς έφευγε. Οι ανατολικοί, κι εγώ μαζί τους, βγήκαμε έξω και σταθήκαμε.
“Αρκετά πια, αδέρφια!” φώναξε ο Λούκας. “Αρκετά πια μ’ αυτούς – αυτούς που πάντοτε μας αγνοούνε, που αδιαφορούνε, που, αν μπορούσανε, όχι απλά θα μας διώχνανε, μα θα μας πουλούσανε και στους τουρίστες! Αρκετά! Ας τους δώσουμε ένα μάθημα, ας τους ταρακουνήσουμε λιγάκι επιτέλους, μπας και αλλάξει η στάση τους – η στάση τους απέναντι σε μας, στην κοινότητα, στο δάσος, μα και στους ίδιους τους τους εαυτούς!”
“ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΣΙ! ΣΙ! ΣΙ!” φωνάξανε όλοι.
“Στους πάγκους, αδέρφια!” τσίριξε κάποιος μουσάτος, μεσήλικας, κι όλοι κατευθύνθηκαν και πάλι προς το χωματόδρομο.
Φτάσανε στην περιοχή των πάγκων, χωριστήκανε σε μερικές ομάδες και αρχίσανε να σπάνε ό,τι βλέπανε. Μόνο εγώ και τρεις γριούλες μείναμε πίσω να κοιτάμε, μα κανείς μας δεν τους είπε τίποτα. Οι περισσότεροι πάγκοι ήταν άδειοι, μα λίγο πιο κάτω, στο πάρκινγκ και τα τροχόσπιτα, υπήρχε αρκετός κόσμος. Ήρθανε καμιά 20αριά άτομα να τσεκάρουνε τι γίνεται.
“Τι στο διάλο κάνετε;” φώναξε κάποιος. Κανένας δεν του δωσε σημασία. “Εεε! Τι κάνετε ρε;”
“Αδέρφια, ηρεμίστε!” φώναξε μετά μια γκόμενα, μα οι ανατολικοί τους αγνοούσαν όλους κι απλά γκρεμίζανε έναν έναν τους πάγκους. Πέντε νέοι, οι πιο γεροδεμένοι, πλησίασαν προς την ακριανή ομάδα ανατολικών. Τους σπρώξανε όλους πίσω. “Πάλι τα ίδια; Άντε, φύγετε από δω!” είπε ένας απ’ τους πέντε.
Οι υπόλοιποι ανατολικοί πήρανε χαμπάρι και προχωρήσαν προς εκεί. “Όχι βία, αδέρφια! Ηρεμία!” φώναξε η γριούλα από δίπλα μου. Μα οι ανατολικοί ήταν αποφασισμένοι. Σπρώξανε τους πέντε και γκρεμίσανε ολοσχερώς τον πάγκο. Οι υπόλοιποι 15 δυτικοί ήρθαν για ενισχύσεις. Αρχικά προσπάθησαν να ηρεμήσουνε τους ανατολικούς, τραβάγανε τους μπροστινούς από τη μέση και έξω απ’ τον καυγά, μα οι από πίσω τρέχαν και τους σπρώχνανε μακριά. Ένας έπεσε κάτω στο χώμα, χτύπησε άσχημα τη μύτη του. Γύρισε, και πρόσεξα λίγο αίμα να τρέχει απ’ το ρουθούνι του. Και μετά ακούστηκε μια κραυγή, κι ένας γέρος, καραφλός, ήτανε κάτω και κράταγε το χέρι του. Δυο-τρεις γυναίκες από τους ανατολικούς κάνανε πίσω. “Νομίζω αυτό είναι αρκετό, αδέρφια!” φώναξε η μια. Ωραία ήταν, γλυκούλα, όχι πολύ μεγάλη, με μαύρα, κοντά και βρώμικα μαλλιά, τεράστια καστανά μάτια, μάγουλα φαγωμένα μα κατακόκκινα. Ίσως αν την έβλεπε και κάποιος απ’ αυτούς να την άκουγε και να έβγαινε από τον καυγά.
Οι δυτικοί κάνανε λίγο πιο πίσω, μερικοί ανατολικοί τους ακολούθησαν και πέσαν μερικές φάπες, αλλά ο Κάρλος έμεινε εκεί που ήταν, κοντά του και ο Λούκας.
“Αδέρφια, νομίζω είναι αρκετά,” είπε με ήρεμη φωνή. Αρκετοί δυτικοί ήταν χτυπημένοι, δυο-τρεις είχανε πέσει κάτω. Οι ανατολικοί πήραν χαμπάρι πως το όλο σκηνικό ήταν μεγάλη καφρίλα, πολύ ακραίο, και υποχώρησαν. “Πάμε να φύγουμε, βάμονος,” φώναξε ο Λούκας, κι ακολουθήσαν όλοι. Κανένας δεν έλεγε τίποτα. Έφυγα κι εγώ μαζί τους. Οι δυτικοί γυρίσανε στα τροχοσπίτια τους – ένας ελαφρώς κούτσαινε. Αν μέτρησα καλά, ήταν εφτά γκρεμισμένοι πάγκοι, και οι δυο τελείως διαλυμένοι. Ακόμα και τα ξύλα είχανε σπάσει! Εντωμεταξύ είχαν έρθει και πιο πίσω κάτι τουρίστες και χάζευαν το όλο σκηνικό μα δεν τους είχα προσέξει μέχρι τότε, δεν είχαν πει τίποτα.
Γυρίσαμε πίσω, όλοι αμίλητοι και κοιτώντας στο χώμα. Κανείς δεν πήγε στο τίπι, όλοι τράβηξαν για τις καβάτζες τους. Τράβηξα για τη σκηνούλα μου κι εγώ. Πέρασα όλη την υπόλοιπη μέρα πίνοντας τσιγάρα και κάνοντας τίποτα (εντάξει, εκτός από καφέ και μακαρόνια) μέχρι που κοιμήθηκα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s