Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Η’

Κλασσικό

2u90pap
Την επόμενη μέρα το πρωί, όπως πήγαινα στο κεντρικό τίπι να αράξω, πέτυχα στο δρόμο μου το Μάρκο.
“Καλημέρα,” τον χαιρέτησα.
“Μέρα. Που πας;”
“Στο τίπι.”
“Άστο, αδερφέ, χέστους. Πάμε να πιούμε κανα γάρο στην καβάτζα μου.”
“Γιατί;”
“Γιατί έχουνε τρελαθεί αμίγκο, γιατί κανείς τους δεν πάει καλά.”
“Τι εννοείς; Τι έγινε;”
“Πάμε, πάμε και θα στα πω.”

“Καλά.” Γυρίσαμε πίσω και καθίσαμε στο κλασσικό παγκάκι έξω απ’ την καβάτζα του. Του έδωσα καπνό, χαρτάκια και τζιβάνα και άρχισε να τρίβει – τα δάχτυλα του ψιλοτρέμανε.
“Για πες μου λοιπόν ρε Μάρκο.”
“Τι να σου πω ρε συ Αλέκο… Ό,τι και να πω λίγο θα είναι…”
“Γιατί φρίκαρες τόσο με τους άλλους στο τίπι;”
“Γιατί έχουν παλαβώσει. Όλοι τους.”
“Ε ναι, αλλά γιατί το λες αυτό;”
“Ε τι γιατί; Τα ξέρεις τα χτεσινά, μαζί τους ήσουνα.”
“Ααα, γι’ αυτό έχεις φρικάρει;”
“Ναι. Και όχι μόνο.”
“Για τι άλλο;”
“Λοιπόν, άκου.” Το σκασε. “Σήμερα ήρθανε δυο παιδιά από τη δυτική πλευρά, να μιλήσουμε. Ήταν πολύ εντάξει μαζί μας, κάτσανε ήρεμα να κουβεντιάσουμε, προσπαθήσανε να κάνουν κάτι για το όλο θέμα…”
“Ναι, και;”
“Ε και μόνο που δεν τους δείρανε οι δικοί μας ρε αδερφέ. Τους βρίζανε, τους λέγανε, τους κάνανε, και στο τέλος τους πετάξαν έξω. Μόνο που δεν τους χτύπησαν δηλαδή, και στο τσακ ήτανε.”
“Ε ντάξει, αφού υπάρχει τέτοια ένταση, πάλι καλά να λες που δεν τις φάγανε.”
“Δεν είναι έτσι, φίλε. Δεν πάει έτσι. Υποτίθεται εδώ πιστεύουμε στην αγάπη και την ειρήνη. Και τώρα τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα σκυλιά… Είναι αδιανόητο αυτό που γίνεται τις τελευταίες μέρες, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Τόση βία… Τόσο μίσος…”
“Και τελοσπάντων, άκρη δε βρέθηκε πάλι;”
“Που να βρεθεί άκρη; Αφού δε θέλουνε να βρούνε άκρη. Να διώξουνε τους δυτικούς θέλουνε…”
“Να τους διώξουνε;”
“Μμ… Ακριβώς… Κοίτα, πήγαμε να κάνουμε μια κουβέντα σήμερα, μεταξύ μας οι ανατολικοί, αφού τους διώξανε τους δυο τους δυτικούς. Μιλήσαμε για τη βία, τον πόλεμο, την όλη κατάσταση που επικρατεί εδώ. Αυτά που ειπώθηκαν σήμερα από άτομα που θεωρούσα αδέρφια μου είναι αδιανόητα…”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή με λίγα λόγια το να διώξουμε με τη βία τους δυτικούς είναι γι’ αυτούς η μόνη λύση.”
“Μα καλά, τόσοι χίπηδες εδώ πέρα, κανείς δεν είπε τίποτα;”
“Τέρμα οι χίπηδες, φίλε. Δεν υπάρχουν πια χίπηδες, πλέον όλα είναι μπερδεμένα. Αλλά ναι, κάποιοι αντιδράσαμε. Είναι απίστευτο, αλλά έπρεπε να κάτσουμε να τους εξηγήσουμε την όλη λογική και το όλο ιδανικό της ειρήνης και της μη-βίας. Είναι απίστευτο!”
“Και οι άλλοι τι είπαν;”
“Ε, τι να πούνε; Είπαν πως βία δεν είναι μόνο η σωματική, να σπας πάγκους και να ρίχνεις ξύλο και λοιπά, αλλά είναι και η λεκτική, είναι η αδιαφορία, είναι η βία προς τη φύση και τα λοιπά. Και, ξέρεις κάτι; Δεν έχουν άδικο. Όχι, άδικο δεν έχουν, κι αυτά βία είναι. Αλλά το να πολεμάς τη λεκτική βία με σωματική βία είναι αδιανόητο… Για μένα τουλάχιστον είναι και παράλογο και λάθος. Πίστευα πως έτσι το βλέπαμε όλοι εδώ πέρα. Προφανώς δεν είχα δίκιο… Προφανώς σε κάποιους φαίνεται εντάξει να τους δείρουμε όλους για να τους διώξουμε…. Τι πειράζει να τους σπάσουμε τα πόδια; Αφού έτσι θα φύγουν οι τουρίστες και τα σκουπίδια, τότε ας το κάνουμε…”
“Ντάξει, έχεις κι εσύ ένα δίκιο. Αλλά να σου πω κάτι, μερικές φορές η βία είναι αναπόφευκτη.”
“Αδερφέ, δε θα ανοίξουμε τώρα συζήτηση για τη βία και την ανθρώπινη φύση. Εδώ πέρα, στο Κομμουνιτάριο, το κοινόβιο μας, η βία δεν έχει θέση! Τέλος. Όποιος γουστάρει βία και ξύλο, ας πάει στην πόλη, στο στρατό, στον πόλεμο, κάπου αλλού τέλοσπαντων. Εδώ πέρα ΔΕΝ έχει θέση. Αυτή ήταν πάντα η ιδεολογία μας, αυτή η κυριότερη αρχή μας.”
“Ναι, ντάξει, αυτό το καταλαβαίνω.”
“Είναι αδιανόητο, απίστευτο…”
Το γάρο τελείωσε κι ο Μάρκος το έλιωσε με όλη του τη δύναμη πάνω σε μια πέτρα για να σβήσει.
“Και τελικά; Τι ακριβώς θα γίνει;” ρώτησα.
“Οργανώνουνε επίθεση… Χα, απίστευτο μου φαίνεται πως το λέω αυτό για τ’ ‘αδέρφια’ μου…. Αλλά ναι, αυτό κάνουνε. Ε, όχι επίθεση ακριβώς. Ας το πούμε σαμποτάζ.”
“Δηλαδή δεν είμαι σίγουρος. Θα πάνε προφανώς τη νύχτα, θα γκρεμίσουνε και τους τελευταίους πάγκους, θα τρυπήσουνε τα λάστιχα των αυτοκινήτων, θα κόψουνε τα καλώδια του ίντερνετ – του γουάι φάι δηλαδή. Τέτοια πράματα.”
“Σοβαρά;”
“Μμ… Δεν ξέρω, αδερφέ. Πραγματικά δεν ξέρω. Σκέφτομαι να φύγω, το σκέφτομαι όλο και πιο συχνά.”
“Να πας που;”
“Δεν ξέρω. Κάπου αλλού. Να ταξιδέψω. Κάτι θα βρω, δε γίνεται. Απλά να φύγω απ’ αυτό το μέρος, απ’ αυτή τη μαζική παράνοια. Γιατί αν συνεχίσουν τα πράγματα έτσι, μπορεί να με χτυπήσει κι εμένα αυτή η τρέλα… Μου φαίνεται σαν αρρώστια, αρρώστια μεταδοτική. Δεν ξέρω… Μόνο ένα πράμα ξέρω, φίλε. Πως τα πράματα τώρα δύσκολα αλλάζουν. Πως οι δικοί μας είναι αποφασισμένοι να το τραβήξουν μέχρι τέλους. Λογικά και οι δυτικοί το ίδιο, οι περισσότεροι δηλαδή. Κι εγώ δεν έχω σκοπό να κάτσω να το ζήσω αυτό το τέλος. Καλύτερα να φύγω.”
Μετά απ’ αυτό μείναμε αμίλητοι για ώρα. Ο Μάρκος κοιτούσε στο χώμα και συλλογιζότανε – λογικά το που θα πήγαινε και πότε. Εγώ έβγαλα να στρίψω ένα τσιγάρο. Του δωσα κι εκείνου ένα. Τα καπνίσαμε χωρίς να πούμε λέξη. Ε, και μετά σηκώθηκα, χαιρέτησα και έφυγα.
Τη νύχτα δεν ακολούθησα την ομάδα των ανατολικών στο σαμποτάζ. Όχι ότι ήμουνα εναντίον, ή ότι μ’ είχε πιάσει το χίπικο μου αίσθημα ή κάτι τέτοιο, απλά απ’ ότι μου ‘πανε στο τίπι, που χα πάει για το δείπνο, η ομάδα θα έφευγε κατα τις 3-4 τη νύχτα. Ε, και με τόσες φούντες και σοκολάτες που χα πίει, δεν την πάλευα να μείνω ξύπνιος μέχρι τότε. Σκηνή, σλίπιν μπαγκ, καληνύχτα και καλή σας τύχη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s