Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Θ’

Κλασσικό

wkgvax
Αγουροξύπνησα νωρίς το επόμενο πρωί, ελαφρώς τουρτουρίζοντας από το κρύο. Όχι από επιλογή βέβαια, απλά με ξυπνήσανε οι φωνές και οι κραυγές που ακούγονταν απ’ έξω. Φόρεσα το μπουφάν μου και σηκώθηκα να πάω να δω τι παίζει, αν και πάνω κάτω ήξερα τι να περιμένω. Περπάτησα προς το τίπι και το ‘κέντρο’ της ανατολικής πλευράς. Της πουτάνας γινότανε πάλι.

Είχανε σκάσει καμιά 30αριά χίπηδες από τη δυτική πλευρά και τις παίζανε με τους κλασσικούς 40 των ανατολικών. Μιλάμε για ξύλο όμως ε, όχι σπρωξίματα και μπινελίκια, μιλάμε για μπουνιές και κλωτσιές. Δυο τζάνκισες από τα δυτικά είχανε βάλει μια κοπελίτσα κάτω από ένα δέντρο και τις ξεριζώναν τα μαλλιά. Τρείς ανατολικοί γέροι είχαν πετάξει κάτω έναν δυτικό και τον κλωτσούσαν στα πλευρά. Ένας άλλος δυτικός, γεροδεμένος, ήρθε κι έπιασε τον έναν από το λαιμό και τον πέταξε πίσω. Οι άλλοι δύο πιάσαν κάτι ξύλα κι αρχίσαν να τον καμτσικώνουν. Μπροστά στην είσοδο του τίπι δυο νέοι είχαν πάρει στάση κουνγκ φου και παλεύανε. Μια γριούλα είχε κρυφτεί πίσω από ένα πλατάνι και πετούσε πέτρες – ντάξει, όχι τίποτα κοτρόνες, αλλά αρκετά μεγάλες για να κάνουνε ζημιά. Ένας δυτικός γέροντας την πήρε χαμπάρι, πήγε προς το μέρος της, της έριξε δυο φάπες κι έφυγε. Πανικός. Κι εγώ, σαν άλλος Τζορτζ Όργουελ, καθόμουνα κρυμμένος στη γωνίτσα μου και σημείωνα τα πάντα στο μπλοκάκι μου.
Οι ανατολικοί πάντως τους είχανε τους άλλους. Ήταν περισσότεροι, πιο γεροδεμένοι, και παίζαν και στην ‘έδρα’ τους. Οι δυτικοί δεν είχανε καμία τύχη. Δυο-τρεις είχαν ήδη πέσει κάτω και σφαδάζανε απ’ τον πόνο. Κι όντως, λίγο αργότερα, αρχίσανε να υποχωρούνε. Βοήθησανε τους χτυπημένους να σηκωθούνε, τους πήρανε στους ώμους και, σχεδόν τρέχοντας, γυρίσαν προς το γεφυράκι. Οι ανατολικοί δεν τους ακολούθησαν, τους αφήσανε να φύγουν.
Και μετά, συνοφρυωμένοι, μπήκαν όλοι μέσα στο τίπι. Εγώ δε μπήκα, ήθελα να στρίψω ένα γάρο πριν κάνω τ’ οτιδήποτε. Και να πιώ κι έναν καφέ φυσικά. Έκλεισα το μπλοκάκι, το χωσα στην τσέπη και περπάτησα πίσω στην καβάτζα μου.
Όπως πέρναγα απ’ του Μάρκου είδα μια βαλίτσα πεταμένη στο παγκάκι. Πλησίασα στο καλύβι του και στάθηκα στη μισάνοιχτη πόρτα. Τον είδα να τρέχει πάνω κάτω αλαφιασμένος, να μαζεύει ρούχα, σκεύη, τα πάντα, και να τα χώνει σ’ έναν σάκο.
“Τι γίνεται ρε Μάρκο; Φεύγεις;” ρώτησα.
“Οπ! Εδώ είσαι; Ναι, φεύγω φίλε μου.”
“Δεν αντέχεις άλλο, ε;”
“Όχι. Όχι άλλο.”
“Σήμερα θα φύγεις;”
“Όχι, δεν προλαβαίνω σήμερα.”
“Αύριο;”
“Ελπίζω αύριο. Αλλά πάλι δύσκολο. Πρέπει να μαζέψω, να πακετάρω, να χαιρετήσω κάποιους φίλους, να επικοινωνήσω με κάποιους άλλους, έξω απ’ το κοινόβιο… Λογικά σε δύο μέρες.”
“Και που θα πας;”
“Αλλού… Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Απλά θέλω να φύγω από εδώ. Λογικά θα πάω βόρεια. Η Καταλονία πρέπει να ναι ωραία. Μπορεί και Γαλλία, στο νότο. Θα δούμε…”
“Αχά, μάλιστα… Όκει ρε Μάρκο, πάω να την αράξω. Θα σε ξαναδώ πριν φύγεις, ε;”
“Ε ναι, δε χανόμαστε. Πέρνα άμα θες και το απογευματάκι να πιούμε κανα γάρο. Εγώ εδώ θα είμαι.”
“Οκέι, θα περάσω. Άντε, τα λέμε.”
“Άντε τσάο.”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s