Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Ι’

Κλασσικό

dT1Dkz
Όντως το απογευματάκι αράξαμε με τον Μάρκο, ήπιαμε και τα παμε. Προσπάθησα να του άλλαξω γνώμη, να τον πείσω να κάτσει λίγο παραπάνω, μα ήταν ανένδοτος. Ντάξει, εδώ που τα λέμε είχε και δίκιο. Τα πράγματα δεν θα έφτιαχναν, θα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο, και μάλιστα, όπως μου είπε, το κοινόβιο ζήτημα να άντεχε τρεις μήνες ακόμα. Μετά θα την κάνανε όλοι γι’ αλλού. Ήδη, οι περισσότεροι τουρίστες είχανε φύγει φρικαρισμένοι με την όλη κατάσταση. Θα φεύγανε και οι μόνιμοι. Άντε να μένανε πίσω καμιά δεκαριά τρελοί, σαν εκείνον τον σαμάνο, τον Δον Ράμα. Αλλά το κοινόβιο δεν είχε πια μέλλον. “Απλά, αδερφέ, εύχομαι να μην θρηνήσουμε θύματα. Αυτό μόνο,” μου είπε ο Μάρκος. “Ακραίο πολύ αυτό,” απάντησα, κι εκείνος έκανε έναν μορφασμό σα να λεγε, ε, όχι και τόσο…

Το σκοτάδι είχε σχεδόν πέσει – νύχτωνε νωρίς εξάλλου, πριν τις εφτά – κι ενώ ακόμα τα συζητήσουμε, ακούσαμε τις ιαχές του πολέμου να ρχονται από μακριά. “Άντε πάλι…” μουρμούρισε ο Μάρκος.
“Πάνε να την πέσουνε στους δυτικούς;” ρώτησα.
“Μμ, ναι. Κι αυτή τη φορά πιστεύω θα τις φάνε άσχημα. Οι δυτικοί είναι πολύ περισσότεροι.”
“Ναι, αλλά δεν είναι όλοι μάχιμοι.”
“Όντως… Δεν ξέρω. Απλά διαισθάνομαι πως οι ανατολικοί θα γυρίσουν πίσω λαβωμένοι και με την ουρά στα σκέλια.”
“Θα πάω να δω.”
“Σε τρώει κι εσένα πάντως ο κώλος σου για καυγά, ε, αμίγκο;”
“Μπα, ούτως ή άλλως δε χώνομαι στις μάχες. Απλά παρακολουθώ και καταγράφω.”
“Μμ, καλά. Περίμενε να τελειώσουμε το γάρο μόνο.”
“Ε ναι, εννοείται.”
Ρουφήξαμε τις τελευταίες τζούρες, ο Μάρκος το σκότωσε, και σηκώθηκα να πάω απέναντι. Η ομάδα των ανατολικών είχε ήδη περάσει από το γεφυράκι. Αποφάσισα αντί να κάτσω να δω τη μάχη, να κάνω μια βόλτα στο δάσος. Εξ’ άλλου μπορούσα να τους ακούσω να κραυγάζουνε από όπου κι αν ήμουν, δε χρειαζόταν να τους βλέπω κιόλας. Προχώρησα προς τα πάνω, προς τον καταρράκτη. Οι σκηνές και οι τουρίστες είχανε μειωθεί αισθητά. Ντάξει, υπήρχαν αρκετούτσικες ακόμα, αλλά πολύ λιγότερες απ’ ότι όταν είχα πρωτοέρθει. Οι περισσότεροι τα χανε μαζέψει κι είχανε γυρίσει σπίτια τους.
Έκανα κάτι κύκλους, πέρασα από μερικές καβάτζες μόνιμων. Δεν είδα κανέναν να αράζει, μόνο μια παρέα τεσσάρων χασικλήδων που την πίνανε κάτω από ένα δέντρο. Όλοι οι άλλοι θα χουνε χωθεί στη μάχη, σκέφτηκα. Χαιρέτησα τους χασικλήδες και συνέχισα τη βόλτα μου. Ένα πουλί περίεργο, με πράσινα φτερά, προσγειώθηκε σ’ ένα κλαδί ενός πλατάνου. Στάθηκα λίγο και το χάζεψα. Πολύ περίεργο πουλί. Έμοιαζε λίγο σαν παπαγαλάκι. Έφτασα στον καταρράκτη, άπλωσα τις χούφτες μου, πήρα λίγο κρύο νερό και το ριξα στο πρόσωπο μου. Μετά πήγα και κατούρησα σ’ έναν θάμνο.
Περπάτησα λίγο πιο πέρα, βρήκα την πρώτη μου καβάτζα, το μέρος που χα στήσει την σκηνή την μέρα που έφτασα στο Κομμουνιτάριο. Άραξα στο χώμα, που τανε κάπως βρεγμένο από την υγρασία, κι έστριψα ένα τσιγάρο. Εδώ δεν άκουγα πια τις κραυγές της μάχης, άκουγα μόνο το νερό του καταρράκτη που έσκαγε στα βράχια. Ωραία ήτανε. Μια χίπισσα, γλυκούλα, πέρασε τρέχοντας από μπροστά μου, μα εξαφανίστηκε πριν προλάβω να τη χαιρετήσω. Που να πήγαινε άραγε;
Η ώρα περνούσε, το τσιγάρο τελείωσε, μα δεν είχα όρεξη να γυρίσω στον καυγά. Τα είχα βαρεθεί όλ’ αυτά. Οι χίπηδες είχανε μετατραπεί σε ζουλού, και ντάξει, αυτό είχε πλάκα στην αρχή, αλλά πλέον ήταν λίγο ανησυχητικό. Ε, βασικά δε με ανησυχούσε και τόσο, εξάλλου εγώ ήμουν απλά περαστικός, απλά είχα αρχίσει να ξενερώνω με την όλη φάση. Στην τελική, εγώ είχα έρθει εδώ για να ηρεμίσω, να αράξω και να χαλαρώσω, να ξεφύγω απ’ τα αυτοκίνητα, τις γκρίζες πολυκατοικίες, τα λεωφορεία που δεν έρχονται, τις κακές φούντες απ’ τα Εξάρχεια, τα πρεζάκια που τσακώνονται στις πλατείες, τους μπάτσους που περιμένουν στη γωνία, τους μαλάκες οδηγούς με τα σκυλάδικα, τους ταρίφες και τα μπινελίκια τους, τα καφενεία με τους γαυροβάζελους να βρίζονται κάτω απ’ την τηλεόραση. Δεν είχα έρθει για να κάνω τον ανταποκριτή πολέμου. Έβγαλα να στρίψω άλλο ένα τσιγάρο. Το κάπνισα και σηκώθηκα να γυρίσω πίσω.
Περπατούσα και πια δεν άκουγα τίποτα, ούτε κραυγές, ούτε φωνές, τίποτα. Θα τις φάγανε οι ανατολικοί και θα την κάνανε τρέχοντας, σκέφτηκα. Πέρασα απ’ το κεντρικό τίπι των δυτικών. Δεν είδα κανέναν έξω, μόνο πέτρες, σπασμένα ξύλα και λίγες σταγόνες αίματος στο χώμα. Θα γινε τρελή μάχη. Μπήκα μέσα και είδα 4-5 χίπηδες ξαπλωμένους ανάσκελα να βογκάνε, κι άλλον έναν που έβραζε νερό στη φωτιά, σ’ ένα τσουκάλι.
“Τι εγίνε εδώ ρε παιδιά; Που πήγαν όλοι;” ρώτησα.
“Άσε, αμίγκο,” μου πε ο μάγειρας. “Χαμός. Έγινε μάχη με τους ανατολικούς, πολύ ξύλο. Τώρα οι δικοί μας τους κυνηγάνε μέχρι το τέρμα του δάσους. Θα τους διαλύσουμε, δε θα μείνει ρουθούνι. Θες χαμομήλι;”
“Όχι, ευχαριστώ.” Και ξεκίνησα να τρέχω, να περάσω τη γέφυρα, να δω τι γίνεται στα ανατολικά.
Με το που πέρασα απέναντι είδα καμιά 70αριά χίπηδες, μόνιμοι οι περισσότεροι και όχι τόσοι τουρίστες, όλοι δυτικοί, να γυρνάνε στη μεριά τους. Οι περισσότεροι είχαν πληγές, μελανιές, μαυρισμένα μάτια και τέτοια. Δε μου δώσανε πολλή σημασία, συνέχισαν να προχωράνε. Ανάμεσα στο πλήθος είδα και τον Ματτέο. Τον άρπαξα απ’ το χέρι.
“Μάττεο! Τι έγινε; Που πάτε;”
“Α, εδώ είσαι;”
“Τώρα ήρθα.”
“Άστα, έγινε κανονικός πόλεμος. Αλλά τους περιποιηθήκαμε καλά…”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή ήρθανε να μας την πέσουν, κι εμείς αμυνθήκαμε.”
“Κι εσύ μαζί τους;”
“Φίλε, άσε με να ξέρω καλύτερα. Οι ανατολικοί δεν φέρθηκαν καθόλου εντάξει, κι ό,τι έγινε το αξίζαν και με το παραπάνω.”
“Τι έγινε όμως;”
“Πήγαινε δες. Δεν έμεινε τίποτα…”
“Τι εννοείς; Σκοτώσατε κόσμο;”
“Όχι ντάξει, είπαμε… Τους κυνηγήσαμε όμως μέχρι μέσα, βαθιά στο δάσος.”
“Που είναι όλοι τους τώρα; Στο τίπι;”
“Δεν υπάρχει τίπι. Είναι μέσα στο δάσος, βαθιά. Κρυμμένοι όπως τους αξίζει.”\
“Δεν καταλαβαίνω ρε Ματτέο, γιατί έτσι, γιατί τόσο μίσος;”
“Αλέκο, θα στο πω άλλη μια φορά κι ελπίζω να καταλάβεις. Οι ανατολικοί δεν φέρθηκαν εντάξει. Χτυπήσανε τον γιό μου, τον Τσίκο μου.” Τα μάτια του βουρκώσανε τότε. “Τον χτυπήσανε άσχημα, ίσως χρειαστεί να τον πάμε σε νοσοκομείο…”
“Δεν το πιστεύω.”
“Πίστεψε το. Γι’ αυτό σου λέω, ό,τι έγινε το αξίζανε… Φεύγω, πάω με τους άλλους. Καλό βράδι.” Και πέρασε τη γέφυρα κι εξαφανίστηκε.
Περπάτησα με γρήγορα βήματα και πήγα προς το κέντρο. Εικόνες πολέμου στο δρόμο μου. Γκρεμισμένες καβάτζες, ξύλα πεταμένα από δω κι από κει, σπασμένα καταλύματα, διαλυμένες σκηνές. Ένα χάος. Το τίπι είχε γκρεμιστεί, τα μεγάλα ξύλα ήταν όλα στο χώμα και το πανί ήταν σκισμένο και κομματιασμένο και το παιρνε ο αέρας.
Προχώρησα πιο κάτω, ελπίζοντας πως η σκηνή μου θα χε διασωθεί από τη λαίλαπα. Η καβάτζα του Μάρκου είχε γίνει κι αυτή κομμάτια στο μεταξύ. Μαλακίες. Είχανε σπάσει τις μπανέλες κι είχανε γαμήσει και το κάλυμμα για τη βροχή. Ευτυχώς δεν είχανε πειράξει ούτε το σάκο μου, ούτε το σλίπιν μπαγκ μου κι όσα πράματα είχα μέσα. Τα μάζεψα όλα κι έφυγα να πάω να βρω τους άλλους. Πήρα κι έναν φακό γιατί δεν έβλεπα την τύφλα μου και ξεκίνησα.
Περπάτησα για κάμποση ώρα, σκέφτηκα πως ίσως τελικά είχα κάνει μαλακιά που τριγυρνούσα μες στη νύχτα μόνος μου στο δάσος, πως ίσως ήτανε καλύτερα να κοιμηθώ στο τίπι των δυτικών. Μα τελικά, μετά από λίγο, είδα μια λάμψη από μακριά που φάνηκε πως ήτανε φωτιά. Έτρεξα προς τα κει.
Όλοι οι ανατολικοί, και οι ελάχιστοι τουρίστες που είχαν μείνει, είχαν μαζευτεί γύρω από μια αδύναμη φωτίτσα και περιμένανε να ξημερώσει. Όλοι ήταν αμίλητοι, οι περισσότεροι ήταν και χτυπημένοι, και σίγουρα φρικαρισμένοι. Ο Λούκας είχε καθίσει σε μιαν άκρη μοναχός του, τυλιγμένος με μια κουβέρτα, και μάσαγε ένα μήλο. Τα μάτια του – το ένα μαυρισμένο από μπουνιά – αντανακλούσανε τη φλόγα της εστίας. Τα μάτια του ήτανε μαύρα κι αγριεμένα. Σε μιαν άλλη άκρη, βρήκα, επίσης μοναχό του, τον Μάρκο, που κάπνιζε τσιγάρο. Πήγα και κάθισα δίπλα του.
“Σκατά, Αλέκο. Όλα σκατά,” μου είπε.
“Πες μου ρε Μάρκο, τι έγινε;”
“Μας γαμήσανε. Αυτό έγινε.” Δεν είχε πολλή όρεξη για κουβέντα – πώς να χει όρεξη για κουβέντα; “Άντε, βγάλε να στρίψεις ένα να το πιούμε μπας και κοιμηθούμε λίγο,” μου πε.
Το έκανα, κόλλησα ένα δίφυλλο, το έστριψα, το έσκασα και το γύρισα. Το ήπιαμε σιωπηλοί. Δεν ανταλλάξαμε ούτε βλέμμα. Το ήπιαμε γρήγορα, και, μέσα στο ψωλόκρυο και την υγρασία, απλώσαμε αντικριστά τα σλίπιν μπάγκς και πέσαμε να κοιμηθούμε. Εγώ δεν τα πολυκατάφερα. Κρύωνα. Ο Μάρκος δεν ξέρω. Η φωτιά σιγόσβηνε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s