Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Ια’

Κλασσικό

Ξύπνησα χαράματα, από τις σταγόνες νερού που πέφτανε στο πρόσωπό μου. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Ντάξει, είχα καταφέρει πάντως να κοιμηθώ ένα διωράκι, κάτι ήταν κι αυτό. Έτριψα τις τσίμπλες απ’ τα μάτια μου, τεντώθηκα και σηκώθηκα όρθιος. Μερικοί γέροι είχαν αναζωπυρώσει τη φωτιά, κι εγώ πλησίασα κοντά τους. Είχαμε ξυπνήσει σχεδόν όλοι. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο. Το κάπνισα αμίλητος.

Λίγο αργότερα σηκώθηκε κι ο Μάρκος, με μαύρους κύκλους στα μάτια του, ήρθε και κάθισε δίπλα. Μου ζήτησε ένα τσιγάρο, του έδωσα κι άρχισε να στρίβει. Πήρε ένα μισοκαμμένο ξυλαράκι απ’ τη φωτιά και τ’ άναψε. Γύρισε προς ένα γέρο και του πε κάτι στα ισπανικά. Ο γέρος ανασήκωσε τους ώμους. Προφανώς δεν ήξερε την απάντηση στην ερώτηση του Μάρκου.
Ήταν πολύ πρωί ακόμα, κι ο ουρανός ήταν γκρίζος, γεμάτος σύννεφα, κι είχε κι αυτή την πρωινή ομίχλη, που τα κανε όλα να φαίνονται θολά. “Μάρκο,” γύρισα και τον ρώτησα, “τι θα κάνουμε;”
“Που θες να ξέρω τι θα κάνουμε;”
“Θα γυρίσουμε πίσω;”
“Που πίσω; Αφού δεν έχει μείνει τίποτα. Τα διαλύσαν όλα. Τίποτα δεν άφησαν…”
“Και τότε; Θα μείνουμε εδώ;”
“Ώχου, δεν ξέρω σου λέω. Εξάλλου εσένα τι σε νοιάζει; Εσύ ταξιδιώτης είσαι. Όποτε θες μαζεύεις το σάκο σου και φεύγεις. Τι σε κόφτει;”
Γύρισα απ’ την άλλη, έβγαλα να στρίψω άλλο ένα τσιγάρο. Δίκιο είχε. Όποτε ήθελα έφευγα. Δεν είχα καμία υποχρέωση σε κανέναν. Απλά θα γυρνούσα πίσω, θα μάζευα τη διαλυμένη μου σκηνή, θα την έχωνα στο σακίδιο και γειά σας. Και τέλος. Κι άντε γαμήσου Κομμουνιτάριο, άντε στο διάλο βρωμοχίπηδες. Αλλά όχι. Όχι, δεν ήθελα να φύγω. Κάτι με κράταγε εδώ, μέσα στο δάσος, μαζί με όλους αυτούς. Περιέργεια να δω τι θα γίνει στο τέλος; Ίσως. Δεν ξέρω, πραγματικά δεν ξέρω, αλλά πάντως δεν ήθελα να φύγω.
Αρκετές βαρετές και κενές ώρες αργότερα, όταν πια η ομίχλη είχε φύγει, και ο ουρανός είχε κάπως καθαρίσει κι αχνοφαινότανε από πίσω και ο ήλιος, ακούσαμε τα βαριά βήματα τους στο βρεγμένο χώμα. Μερικοί σηκωθήκανε απότομα από τη φωτιά, μαζέψαν γρήγορα λίγα ξύλα και πέτρες και πήραν θέσεις μάχης. Έρχονταν οι δυτικοί – μα δεν ακούγονταν πολλοί. Σίγουρα δε θα τανε πάνω από δέκα.
Εμφανίστηκαν μπροστά μας λίγες στιγμές αργότερα, και τελικά ήτανε μόλις πέντε. Κρατούσανε κάτι μακριά, χοντρά ραβδιά στα χέρια τους, είχανε κάτι χίπικα τσαντάκια παραφουσκωμένα, λογικά γεμάτα πέτρες, και φορούσαν κάτι αυτοσχέδιες ξύλινες πανοπλίες, στο θώρακα και τις κοιλιές τους. Φαίνονταν έτοιμοι για όλα. Στη μέση και προχωρόντας μπροστά απ’ όλους, ήταν ο Ματτέο, με βλέμμα φλογερό και συνάμα ήρεμο.
“Αδέρφια,” είπε σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. “Ερχόμαστε για την ειρήνη!”
“Έτσι έρχεστε εσείς για την ειρήνη;” φώναξε ο Λούκας. “Οπλισμένοι με ραβδιά και πανοπλίες; Εμένα μου φαίνεται πως έρχεστε για πόλεμο, αδέρφια.”
“Παίρνουμε τις προφυλάξεις μας,” απάντησε ένας απ’ τους δυτικούς.
“Και όπως και να χει, είμαστε εδώ για να κάνουμε έναν συμβιβασμό,” συνέχισε ο Ματτέο. Έναν συμβιβασμό, για την ειρήνη και την αρμονία της κοινότητας. Διότι η όλη κατάσταση είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ όσα πιστεύουμε και πρεσβεύουμε. Διότι η όλη κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο.”
“Να τον ακούσουμε,” είπε ο Λούκας.
“Λοιπόν. Εμείς μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα σας αφήσουμε, και ακόμα και θα βοηθήσουμε όπου χρειαστεί, να επιστρέψετε στη μεριά σας και να ξαναχτίσετε τις καλύβες και τα κτίρια σας. Αρκεί βέβαια κι εσείς να σταματήσετε αυτόν τον παράλογο πόλεμο εναντίον μας, και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, κι ο καθένας να δρα και να ζει όπως πιστεύει κι όπως θέλει. Τόσο απλά.”
“Α, έτσι ε; Θα μας το επιτρέψετε! Είστε τόσο μεγαλόψυχοι εσείς οι δυτικοί!” απάντησε ο Λούκας, κινούμενος απειλητικά προς τη μεριά των πέντε.
“Μην προκαλείς άλλο, αδερφέ,” του ψιθύρισε ο Ματτέο.
“Ε λοιπόν ΟΧΙ αδέρφια. ΟΧΙ! Αυτό ΔΕΝ πρέπει να το δεχτούμε!”
“Λούκας, μην το παρατραβάς,” του φώναξε ο Μάρκος, μα όλοι οι υπόλοιποι ανατολικοί έδειχναν να συμφωνούνε.
“Αυτοί που βρωμίσανε το δάσος μας, που το μετέτρεψαν σε τουριστικό θέρετρο, σε κέντρο εμπορίου, αυτοί που μας αγνόησαν, που μας χλεύασαν, αυτοί που τελικά κατέστρεψαν τα σπίτια μας και τις ζωές μας, έρχονται σήμερα εδώ για να μας πούνε πως μας επιτρέπουν να ξαναχτίσουμε τα σπασμένα τους! Ε λοιπόν όχι, αδέρφια!”
Πανζουρλισμός μεταξύ των ανατολικών, κραυγές και ιαχές. Μόνο ο Μάρκος και άλλοι δύο προσπαθούσαν να ηρεμίσουν τα πνεύματα, κι εγώ με μερικούς ακόμα στεκόμασταν πίσω αμίλητοι, παρακολουθώντας το όλο σκηνικό. Δεν θα είχε αίσιο τέλος, μπορούσα να το εγγυηθώ αυτό. Οι ανατολικοί κάνανε σαν τίγρεις σε κλουβιά, είχανε αφηνιάσει. Ξαφνικά, αρχίσανε να πέφτουν πέτρες και κοτρώνες προς τη μεριά των δυτικών, μα εκείνοι δεν κάνανε πίσω.
“Ηρεμία, αδέρφια!” φώναξε ο Ματτέο. Κανείς δεν ήταν ήρεμος. Οι δυτικοί κάναν δυο βήματα πίσω. Ο ένας, ο ακριανός, έφαγε μια πέτρα στον ώμο κι έπεσε στα γόνατα.
“Ηρεμίαααα!”
Και τότε, ο Ματτέο σωριάστηκε κάτω. Μια κοτρώνα τον είχε βρει στο δόξα πατρί. Και τότε ησύχασαν όλοι. Οι άλλοι τέσσερις δυτικοί στάθηκαν λίγο αμίλητοι, μπερδεμένοι, κι ελάχιστες στιγμές αργότερα τράπηκαν σε φυγή. Οι ανατολικοί δεν έκαναν καμία κίνηση.
“Ματτέο; Ματτέο, αδερφέ μου;” ο Μάρκος μόνο πήγε προς το μέρος του, γονάτισε δίπλα στο ξαπλωμένο του σώμα. “Ματτέο! Ξύπνα αδερφέ μου, ξύπνα σε παρακαλώ.” Έβαλε το χέρι του στο λαιμό του, να δει αν είχε σφυγμό. “Ο Ντιος Μιο! Πορκέ; Πορκέ;” και ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαιγε σαν κοριτσάκι που έχασε τη μάνα του. Σπαραχτικό κλάμα. Οι υπόλοιποι ανατολικοί είχαν μείνει αποσβολωμένοι. Ο Λούκας είχε κρύψει το πρόσωπό του στις παλάμες του.
“Πέθανε;” ρώτησα έναν γέροντα.
“Έτσι φαίνεται,” μου απάντησε.
Ο Μάρκος σηκώθηκε κι όρμησε προς το μέρος του Λούκας. “Ηλίθιε, ηλίθιε!” τσίριξε, “ορίστε, να τι κατάφερες, ηλίθιε! Σκότωσες τον αδερφό μου! Το αίμα μου!” Αυτό δεν το χα καταλάβει, πως ο Ματτέο κι ο Μάρκος ήτανε κανονικά αδέρφια… Δυο τύποι τον πιάσαν απ’ τα χέρια και τον τραβήξαν πίσω. Ο Λούκας δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ο Μάρκος γύρισε στο πτώμα και συνέχισε το κλάμα. “Μπράβο, μπράβο σας!” φώναξε προς όλους. “Τα καταφέρατε! Σκοτώσατε έναν δυτικό! Μπράβο! Βενσερέμος, αδέρφια!”
Οι ανατολικοί είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούνε την κατάσταση και φρικάρανε. Μερικοί στάθηκαν κοντά στο Μάρκο κι άρχισαν να κλαίνε μαζί του. Ο Λούκας είχε καθίσει πιο μακριά, μα κι αυτός είχε βουρκώσει. Οι υπόλοιποι τραβήχτηκαν κάτω από δέντρα και κρύψαν τα κεφάλια τους στα χέρια. Καμιά δεκαριά από δαύτους ήρθαν και μου ζήτησαν τσιγάρα. Έδωσα σε όλους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s