Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια – Ιβ’

Κλασσικό

R7yrVgm
Το ίδιο κιόλας βράδυ, αφού το πλήθος λίγο ηρέμισε και για πρώτη φορά με καθαρό μυαλό σκέφτηκε τα όσα είχαν γίνει, όλοι οι ανατολικοί συγκεντρώθηκαν για μια μικρή συνέλευση μπροστά απ’ τη φωτιά. Μαζί κι εγώ βεβαία, σιωπηλός, δίπλα στο Μάρκο που κι αυτός δεν είπε ούτε μια λέξη.

Τέλοσπαντων, μην τα πολυλογώ, ουσιαστικά, και με πρώτο τον Λούκας, αναγνώρισαν όλοι τα λάθη τους. Ζήτησαν συγγνώμη ο ένας απ’ τον άλλον, έκλαψαν ο ένας στον ώμο του άλλου, αγκαλιάστηκαν ομαδικά, γύρισαν και μια ξύλινη πίπα που είχε ένας γέροντας για τέτοιες περιπτώσεις σε όλους. Παραδέχτηκαν πως τα σκουπίδια κι οι τουρίστες δεν ήταν σοβαρός λόγος για να πεθάνει ένας άνθρωπος – ένας απ’ αυτούς.
Η γραιοχίπισα η Φελίσια σηκώθηκε όρθια και με δάκρυα στα μάτια ανακοίνωσε πως έπρεπε να υψώσουνε λευκές σημαίες και να πάνε στους δυτικούς να απολογηθούν για τα όσα είχαν γίνει. Συμφωνήσαν όλοι. Κι επίσης αποφάσισαν να φτιάξουν ένα ξύλινο φέρετρο όπου θα μετέφεραν τον νεκρό Ματτέο και, δυτικοί και ανατολικοί, όλοι μονοιασμένοι πλέον, θα του απέδιδαν τον ύστατο φόρο τιμής.
Κι έτσι κι έγινε, όλο το βράδυ κόβαν και μαζεύαν ξύλα απ’ το δάσος και μαστόρευαν το φέρετρο. Λίγο πριν το πρώτο φως του ήλιου ήταν έτοιμο. Ένα πολύ γλυκούλι αυτοσχέδιο φερετράκι, με σκαλίσματα και καλλιτεχνικές πινελιές. Ρίξανε το πτώμα μέσα, και περίμεναν να ξημερώσει για τα καλά για να πάνε στην άλλη μεριά του ποταμού.
Κι όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, ζεστός και λαμπερός, και σκέπασε με φως όλο το δάσος, το τσούρμο μας ξεκίνησε. Ο Μάρκος πήγαινε μπροστά, κρατώντας τη δεξιά μεριά του φέρετρου, κλαίγοντας ακόμα. Στ’ αριστερά ήταν ο γηραιότερος, ο Κάρλος, πίσω δεξιά ένας άλλος γέροντας, και τέταρτος ο Λούκας. Οι χίπηδες πίσω ανεμίζανε λευκά μα και πολύχρωμα πανιά, και σιγοτραγουδούσανε όλοι μαζί λυπητερά χίπικα τραγούδια. Εγώ ήμουνα πίσω πίσω, τελευταίος.
Όπως περνούσαμε από τα γκρεμίσματα της ανατολικής μεριάς, συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει το γκαζάκι και το κατσαρολάκι μου. Γαμώτο, σκέφτηκα, θα τα γάμησε η βροχή χτες, και βγήκα απ’ το τσούρμο και πήγα να τα μαζέψω. Γύρισα στο μέρος που μέχρι πριν δυο μέρες ήταν η καβάτζα μου και τα βρήκα και τα δυο βρεγμένα και λασπωμένα, χάλια. Η πλαστικιά σακούλα που είχα δεν ήταν εκεί, θα την είχε πάρει ο αέρας. Τα πήρα στα χέρια και περπάτησα πίσω στο δάσος, εκεί που χαμε κατασκηνώσει τις τελευταίες μέρες. Χάθηκα λίγο, μα τελικά το βρήκα. Τα έχωσα μέσα στο σάκο μου, και σκέφτηκα κιόλας πως θα ήταν καλή ιδέα να μην τον άφηνα πάλι εκεί, να τον έπαιρνα μαζί μου. Εξάλλου νομίζω είχε έρθει πια η ώρα για να φύγω. Κι αν δεν έφευγα, τουλάχιστον θα κατασκήνωνα κάπου αλλού, μαζί με τους άλλους. Τον φορτώθηκα στην πλάτη, και τσούκου τσούκου πάλι πίσω για να πάω στα δυτικά.
Πέρασα λοιπόν το γεφυράκι, βρέθηκα απέναντι, κι έπεσα κάτω και χώθηκα μέσα σ’ έναν θάμνο. Όχι, δε σκόνταψα, απλά είδα κάτι που δεν περίμενα να δω ποτέ στο Κομμουνιτάριο, ή οποιοδήποτε κοινόβιο γενικότερα. Δυο περιπολικά είχανε μπει μέσα, πέρα απ’ τον χωματόδρομο, είχανε καβαλήσει πέτρες, κλαριά και θάμνους κι είχανε φτάσει ως το τίπι. Και τέσσερις μπάτσοι στέκονταν σκεπτικοί – οι δύο πάνω απ’ το φέρετρο του Μάττεο, κι οι άλλοι δυο απέναντι απ τους τουλάχιστον 200 χίπηδες που χανε στήσει μπροστά απ’ την ινδιάνικη σκηνή. Δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από μια βρώμικη φωνή απ’ τον ασύρματο του ενός.
Μπορούσα βέβαια να μαντέψω τι είχε γίνει. Προφανώς κάποιος τουρίστας απ’ τη δυτική μεριά είχε φρικάρει με το όλο σκηνικό και το ξύλο που χε πέσει, και φώναξε τους μπάτσους. Οι μπάτσοι ήρθαν το πρωί για να τσεκάρουνε, και πέτυχαν την πομπή των ανατολικών που μετέφερε το πτώμα του Ματτέο. Δέσιμο για όλους ανεξαιρέτως, μιας και κανείς συγκεκριμένα δεν πήρε την ευθύνη – και κανείς βέβαια δεν ήξερε κιόλας ποιός είχε πετάξει την πέτρα μέσα σ’ εκείνο το χαμό. Λίγο αργότερα, στο πάρκινγκ, σκάσανε και τρεις κλούβες, σαν κι αυτές που χουν εδώ οι ματατζήδες. Οι χίπηδες, ένας ένας στη σειρά, προχωρήσαν προς τα κει, και χωρίς να διαμαρτυρηθούν καθόλου μπήκαν όλοι μέσα…
Κι οι μπάτσοι φύγανε. Κι εγώ έμεινα μόνος μου εκεί, στο δάσος, σ’ ένα άδειο κοινόβιο. Μπήκα στο τίπι των δυτικών, πέταξα σε μιαν άκρη το βαρύ σακίδιο. Η φωτιά σιγόκαιγε ακόμα. Έβγαλα τα σύνεργα και στριψα ένα μονόφυλλο. Θα το πινα και θα φευγα. Τέλος. Δεν υπήρχε πια τίποτα να κάνω ή να δω σ’ αυτό το μέρος.
Το σκασα και το πια γρήγορα. Πέταξα τη τζιβάνα στη φωτιά. Άλλαξα γνώμη. Αποφάσισα πριν φύγω να κάνω μια βόλτα στο ερημωμένο πλέον δάσος. Έστριψα λοιπόν άλλο ένα μονόφυλλο, το βαλα στην τσέπη κι άρχισα να περπατώ. Και περπάταγα και περπάταγα, και περπάταγα για ώρα, και δεν έδινα καθόλου σημασία ούτε στα πουλιά, ούτε στα δέντρα, ούτε στο ποτάμι που κύλαγε ασταμάτητα. Ένιωθα λίγο μπερδεμένος, λίγο κλασμένος επίσης. Πάντως ήταν όμορφα, είχε ήλιο κι έκανε ζέστη.
Και κάμποση ώρα αργότερα – δεν ξέρω πόση ακριβώς, δεν είχα καμία αίσθηση του χρόνου – έφτασα έξω από ένα παράξενο, μεγαλοπρεπές καλύβι. Προχώρησα πιο κοντά, στάθηκα μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Μέσα, πάνω σ’ ένα τεράστιο, θιβετιανό χαλί, καθόταν σταυροπόδι και με μάτια μισόκλειστα ένας γέροντας. Ήταν ο Δον Ράμα, εκείνος ο περίεργος ερημίτης. Διαλογιζότανε. Μια παράξενη αύρα τον πετριτρυγίριζε, κι απλωνότανε σ’ όλο το χώρο. Έκανα να φύγω, μα με κατάλαβε και με φώναξε.
“Ε, εσύ!” είπε, “που πας;”
“Πουθενά,” απολογήθηκα, “μια βόλτα έκανα μόνο.”
“Πέρνα μέσα,” μου πε και σηκώθηκε όρθιος. Υπάκουσα. Προχώρησα και κάθισα κάτω στο χαλί, σ’ ένα μαξιλάρι – δεν υπήρχε και τίποτα άλλο σ’ όλο το δώματιο, μόνο το χαλί και μερικά μαξιλάρια.
“Πώς σε λένε;” ρώτησε.
“Αλέκο. Εσένα;”
“Ράμα.”
Μου πρόσφερε ένα φλυτζάνι με κάτι σαν τσάι.
“Τι είναι αυτό;”
“Πιες το, είναι καλό. Είναι μείγμα βοτάνων.”
Κατέβασα μια γουλιά, δεν ήταν άσχημο όντως, άντιθετα ήταν γευστικότατο. Έβγαλα το μονοφυλλό μου από την τσέπη.
“Θες να το πιούμε;” τον ρώτησα.
“Όχι,” απάντησε, “δεν πίνω τσιγάρα.” Και τότε έβγαλε απ’ το τσαντάκι του ένα τσελέμι, λίγο χύμα καπνό, και έναν σβώλο τσοκό. Άρχισε να τον σπάει στην παλάμη του. Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο και είδα ένα σύννεφο σε σχήμα γουρουνοκεφαλής να περνάει μπροστά απ’ τον ήλιο και να φεύγει. Το τσελέμι ετοιμάστηκε και μου ζήτησε να του το ανάψω. Το έκανα. Πήρε μια τζούρα τεράστια, θα κατέβαζε τον καπνό για καμιά σαρανταριά δευτερόλεπτα. Μου το γύρισε. Κατέβασα μια τζουρίτσα ίσα ίσα κι άρχισα να βήχω. Ήπια μια γουλιά απ’ το τσάι μου κι ηρέμισα.
“Έμαθες τίποτα για το κοινόβιο;” του είπα.
“Σαν τι;”
“Έχουνε γίνει πράματα και θάματα τις τελευταίες μέρες.”
“Σαν τι;”
“Τρελός πόλεμος!”
“Α, ναι, γνωρίζω.”
“Και προχτές είχαμε και νεκρό.”
“Νεκρό; Σοβαρά;”
“Ναι. Τον Ματτέο, δεν ξέρω αν τον ξέρεις…”
“Κάτι μου λέει. Και;”
“Ε αυτό… Του ρίξανε μια πέτρα στο κεφάλι κι έμεινε στον τόπο.”
“Κι όμως, ήταν αναμενόμενο.”
“Ναι, συμφωνώ… Και σήμερα ήρθανε οι μπάτσοι.”
“Οι μπάτσοι;”
“Ναι, ήρθανε και βρήκανε το πτώμα και τους μαζέψαν όλους, όλοι μέσα.”
“Χαχαχα, ε, καλά τους κάνανε!”
Ακολούθησε μια μικρή περίοδος ησυχίας, κάπως αμήχανη εκ μέρους μου, ο Ράμα φαινότανε πιο άνετος. Μετά το τσελέμι τέλειωσε, ο γέροντας το στάχτισε στην παλάμη του, το καθάρισε, και μετά το βαλε σε μια τσάντα.
“Για δώσε ένα χεράκι,” μου είπε.
“Ναι, σε τι;”
“Να βγάλουμε έξω το χαλί και τα έπιπλα.”
“Όλα έξω; Γιατί;” απόρρησα.
“Ήρθε νομίζω πια η ώρα να φύγω κι εγώ απ’ αυτό το μέρος. Εξ’ αρχής το χα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάποια ύπουλη ενέργεια κάνει κουμάντο σ’ αυτά τα μέρη. Αφού διαλύθηκε το κοινόβιο, τότε πρέπει να φύγω κι εγώ.”
Κουβαλήσαμε το χαλί, ένα τραπεζάκι, μια αυτοσχέδια βιβλιοθήκη, μια καρέκλα, κάτι μαξιλάρια, κάτι ρούχα και κάτι άλλα πραμματάκια που χε έξω. Το κρεβάτι το βγάλαμε κι αυτό έξω στο δάσος.
“Πότε θα φύγεις;” τον ρώτησα.
“Όταν μου πουν τ’ αστέρια,” απάντησε αινιγματικά. “Μα εσένα μη σε νοιάζει. Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθεια, Αλέκο. Νομίζω ήρθε η ώρα να πηγαίνεις.”
Είχε δίκιο. Αποχαιρέτησα τον περίεργο σαμάνο και κατηφόρισα προς τα πίσω. Έφτασα στο τίπι και πήρα το σάκο μου. Έστριψα ένα τσιγάρο, φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου και τράβηξα το δρόμο μου. Και κάπως έτσι το περίφημο Κομμουνιτάριο της Ανδαλουσίας έρημώθηκε, και κάπου εδώ η ιστορία του χίπικου εμφύλιου έφτασε στο τέλος της. Αυτό ήταν όλο. Το λοιπόν, ο ήλιος με βάραγε, ο άερας έκανε τα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουν, κι εγώ κατηφόριζα το βουνό μέχρι να βρώ κάποιον να με πάρει να με πάει μέχρι το αεροδρόμιο της Μάλαγα. Κι είχα και περίπου ένα γραμμάριο στην δεξιά μου τσέπη. Εβίβες…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s