Η απαγωγη του Κριστιανο Μποναλντο

Κλασσικό

Η ιδέα μου χε σκάσει όταν εκείνο το πρωινό της 24ης Μαίου είχα πέσει τυχαία καθώς τριγύρναγα στην Πατησίων πάνω σ’ έναν παλιό φίλο, το Μάκη το Σίφουνα. Το Μάκη θα χα να τον δω κανά χρόνο πριν από κείνη τη μέρα, μα η συνάντηση μας τότε έμελλε να άλλαξει τις ζωές μας μια για πάντα. Τέλοσπαντων, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, είπαμε τα πιο πρόσφατα νέα μας και τέλος πιάσαμε την κλασσική χαζοσυζήτηση περί μπάλας.
“Θα πάμε αύριο να δούμε τον τελικό ρε μαλάκα;” με ρώτησε σε κάποια φάση.
“Ποιόν τελικό ρε;”

“Καλά ρε μαλάκα, που ζεις; Δεν έχεις πάρει χαμπάρι τίποτα; Ο τελικός του τσάμπιονς λιγκ ρε μαλάκα, Ρεάλ-Μπάγερν, στην Αθήνα κιόλας, στο οακα!”
“Αα, ναι ρε, τώρα θυμήθηκα. Αύριο είναι;”
“Ε ναι σου λέω ρε.”
“Και που να πάμε; Οακα;”
“Όχι ρε μαλάκα, είσαι τρελός; Δε βρίσκεις εισιτήριο κάτω από 100 ευρώ. Πάμε σε κανά καφενείο.”
“Οκ ρε, ναι, ψημένο. Δως μου τον αριθμό σου και θα σε πάρω εγώ αύριο να κανονίσουμε.”
“Γράψε, έξι εννέα…”
Μου έδωσε τον αριθμό του, αποχαιρετηθήκαμε και, με την υπόσχεση πως θα μιλήσουμε αύριο για να κανονίσουμε, φύγαμε.

Πριν σας μιλήσω για την ιδέα και για τα γεγονότα της επόμενης νύχτας όμως, θα σας πω μερικά πράματα για το Μάκη το Σίφουνα, για να ξέρουμε δηλαδή για τι μιλάμε. Ο Μάκης ήταν απ’ αυτούς τους τύπους που έχουν κάνει μότο της ζωής τους το ‘σαπορτ γιορ λοκαλ τιμ’. Φανατικός με το Σίφουνα Πατησίων – εξ’ ου και το ψευδώνυμο – από μικρό παιδί, δεν είχε χάσει ούτε έναν αγώνα τα τελευταία χρόνια, μπορούσε να σου κάνει ανάλυση πάνω σε όλες τις ομάδες του τοπικού πρωταθλήματος. Από τις μεγάλες ομάδες δεν υποστήριζε καμία, ‘Σίφουνας και μόνο’ έλεγε πάντα. Γενικά του άρεσε το ποδόσφαιρο και το παρακολουθούσε, αλλά δεν ταυτιζόταν με καμία ομάδα πέραν του Σίφουνα. Μ’ είχε σύρει κι έμενα μια φορά στο γήπεδο, μα είχα βαρεθεί τη ζωή μου. Σε 90 λεπτά, ζήτημα να χε γίνει μια φάση – και τελικά το ματς το πήρε ο Σίφουνας με πέτσινο πέναλτυ στο 82’. Δεν είχα ξαναδεί το Μάκη πιο χαρούμενο ποτέ μου. “Θα ανέβουμε στη Γ’ εθνική ρε μαλάκα!” μου χε πει τότε, μα παπάρια, 3 σερί ήττες στους επόμενους 3 αγώνες κι ο Σίφουνας τερμάτισε τελικά κάπου στη μέση του πίνακα.

Τέλοσπαντων όμως, ας επιστρέψουμε στο θέμα. Που λες, το επόμενο πρωί κι αφού είχα ήδη αρχίσει να σχεδιάζω στο μυαλό μου το μεγάλο κόλπο, τον πήρα τηλέφωνο. “Έλα ρε,” του είπα, “Αλέκος εδώ.”
“Έλα ρε μαλάκα, τι γίνεται; Θα πάμε να δούμε το ματς;”
“Καλά ρε. Λοιπόν, άκου, θα πάμε, αλλά έχω μια ιδέα που θέλω να συζητήσουμε.”
“Για πες.”
“Όχι απ’ το τηλέφωνο, έλα από δω να τα πούμε.”
“Γιατί ρε μαλάκα, τι ιδέα είναι αυτή;”
“Έλα από δω που σου λέω ρε και θα στα πω όλα.”
“Καλά ρε μαλάκα, άντε, ξεκινάω.”
“Άντε, τα λέμε σύντομα.”
Σε περίπου μισή ώρα έφτασε σπίτι μου και χτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξα και μπήκε μέσα.
“Τι μαλακίες μου λεγες στο τηλέφωνο ρε; Τι θες να πούμε πια που πρέπει να το πούμε κι από κοντά κι είναι τόσο σημαντικό;” με ρώτησε.
“Κάτσε κάτω κι άκου.”
Κάθισε στον καναπέ κι εγώ κάθισα στην καρέκλα απεναντί του, ρούφηξα μια τζούρα φραπέ απ’ το ποτήρι μου.
“Λοιπόν, Μάκη, έχω ένα σχέδιο στο μυαλό μου που αν πετύχει θα μας κάνει πλούσιους.”
“Πλούσιους; Για πες ρε! Στοιχηματζίδικα κι έτσι;”
“Όχι, καμία σχέση. Λοιπόν, απόψε είναι ο τελικός του τσάμπιονς λιγκ, σωστά;”
“Σωστά.”
“Και παίζει η Ρεαλ εναντίον της Μπάγερν.”
“Ε ναι ρε μαλάκα, το ξέρω.”
“Και τι θα κάνει η ομάδα που θα κερδίσει;”
“Ε τι θα κάνουνε ρε μαλάκα, θα σηκώσουνε την κούπα.”
“Και μετά;”
“Μετά; Τον γύρο του θριάμβου.”
“Και μετά;”
“Ξερώ γω ρε μαλάκα, θα πάνε στα μπουζούκια…”
“Ακριβώς!”
“Τι ακριβώς ρε μαλάκα, δεν καταλαβαίνω.”“Θα πάνε στα μπουζούκια! Κι εκεί θα χτυπήσουμε εμείς!”
“Ώχου ρε φίλε, μίλα ξεκάθαρα να πούμε.”
“Λοιπόν, θα στο εξηγήσω όσο πιο απλά μπορώ. Η ομάδα που θα νικήσει θα πάει να το γιορτάσει στα μπουζούκια, σε κάποιο μαγαζί τελοσπάντων. Εγώ πριν κάμποσο καιρό τραβιόμουνα με μια γκόμενα, τη Στέλλα. Δεν προχωρήσαμε πολύ βέβαια γιατί η τύπισσα τα χε ταυτόχρονα με έναν ζάμπλουτο γιάπη κι έναν μπράβο, πορτιέρη, ξέρεις, ε και ψιλοξέκοψα. Αλλά είναι τρελή γκόμενα, κανονικό μοντέλο, πανέμορφη. Αυτή απ’ ότι έχω μάθει έχει γίνει κάτι σαν πουτάνα πολυτελείας – τρελά λεφτά. Το λοιπόν, θα τη στείλουμε στο μαγαζί που θα πάει η νικήτρια ομάδα – δε θα ναι και δύσκολο, έχει κονέ παντού – και θα την πέσει στον Κριστιάνο Μπονάλντο! Ή σ’ όποιον κάτσει τέλοσπαντων. Και θα τον φέρει σπίτι της. Ε, κι εκεί θα μπουκάρουμε εμείς, θα τον δέσουμε και θα τον πάρουμε όμηρο. Θα τηλεφωνήσουμε μετά στα γραφεία της Ρεάλ, θα τους πούμε τη φάση, και θα ζητήσουμε 1,5 μύριο και εισιτήρια χωρίς επιστροφή για Χαβάη!”
“Μαλάκα! Μεγάλο κόλπο! Αλλά κάτσε, πολύ απλά τα παρουσιάζεις και στην πράξη δε θα ναι τόσο εύκολα. Καταρχάς, πως θα βρούμε σε ποιό μαγαζί πήγαν;”
“Έλα ρε, σιγά το δύσκολο. Θα τηλεφωνήσουμε σε όλα τα μπουζουξίδικα, και όποιο έχει κλείσει για τη νύχτα μετά τον τελικό θα είναι αυτό που θα πάει η ομάδα.”
“Αχά… Και αυτή η Στέλλα ρε μαλάκα, γιατί να μας βοηθήσει;”
“Αυτό άστο σε μένα, μου χρωστάει μεγάλη χάρη.”
“Πφφ, δεν ξέρω ρε… Κι επίσης, γιατί να κερδίσει η Ρεάλ;”
“Ε άμα νικήσει η Μπάγερν θα απαγάγουμε τον Μιμπερί ρε φίλε, αυτό σε πείραξε;”
“Έχεις δίκιο… Αλλά πολύ ακραίο το όλο σκηνικό ρε μαλάκα. Θα πρέπει να μαστε πολύ προσεκτικοί.”
“Ε θα είμαστε.”
“Και που θα τον κρύψουμε τον όμηρο; Δεν μπορούμε να τον φέρουμε εδώ πέρα.”
“Ναι, το ξέρω, δε μπορούμε. Αυτό δεν το χω λύσει ακόμα…”
“Ααα, ρε μαλάκα, μπορούμε να βάλουμε και τον Τζάκη στο κόλπο!”
“Τον Τζάκη; Τι λες ρε; Ζει ακόμα αυτός;”

Ο Τζάκης ήταν ένας παλιός μας φίλος, που αράζαμε που και που μαζί του στα Εξάρχεια και πίναμε μπύρες. Καλό παιδί, πρεζάκιας βέβαια, μα μας είχε πει πως το χε κόψει. Δεν τον είχαμε πολυπιστέψει, γιατί κάθε φορά που τον βλέπαμε στα ίδια χάλια ήτανε, αλλά λογικά για να ζούσε ακόμα θα λεγε αλήθεια – ή έστω θα το χε μειώσει. Είχα να τον δω πάνω από χρόνο και μου κανε πολύ εντύπωση που δεν είχε πεθάνει ακόμα.

“Ναι ρε μαλάκα,” μου πε ο Σίφουνας, “ζει και βασιλεύει. Έχει κάνει κατάληψη σ’ ένα εγκαταλελειμένο υπόγειο κάπου στα Εξάρχεια και την αράζει εκεί. Είναι το ιδανικό μέρος για να κρύψουμε τον όμηρο.”
“Υπέροχα! Που μπορούμε να τον βρούμε όμως; Έχεις το τηλεφωνό του;”
“Τι λες ρε μαλάκα, δεν έχει καν τηλέφωνο. Αλλά θα τον βρούμε, αράζει στο λόφο του Στρέφη όλη μέρα, εκεί θα ναι και τώρα.”
“Ωραία. Άκου λοιπόν. Εσύ θα πας τώρα στα Εξάρχεια να τον βρεις. Εγώ θα πάρω τηλέφωνο σε όλα τα μπουζουξίδικα να δω σε ποιό έχουν κλείσει. Και μετά θα πάρω και τη Στέλλα να της πω.”
“Έγινε. Αλλά ρε συ, αφού ακόμα δεν ξέρουμε ποιός θα ναι ο νικητής, γιατί να έχουν κλείσει από πριν;”
“Ρε φίλε, πάντα έτσι γίνεται, κλείνουνε ένα μαγαζί για τον νικητή και πάει όποια ομάδα απ’ τις δύο κερδίσει.”
“Ααα. Είσαι σίγουρος;”
“Όχι, αλλά θα το ρισκάρω. Άντε, πήγαινε εσύ να βρεις τον Τζάκη και θα κανονίσω εγώ.”
“Οκ, πάω ρε μαλάκα. Τα λέμε.”
“Άντε, πήγαινε. Όταν τον βρεις και του πεις και σου δείξει και το υπόγειο, έλα αμέσως από δω.”
“Εντάξει, γειά.”
“Γειά.”
Ο Μάκης άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Εγώ έβγαλα από ένα συρτάρι τον τηλεφωνικό κατάλογο και βρήκα όλα τα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας. Έγραψα όλους τους αριθμούς σ’ ένα χαρτί, και κατέβηκα να πάρω μια τηλεκάρτα και να βρω έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Βρήκα έναν δυο τετράγωνα πιο κάτω. Άρχισα να καλώ και να ρωτάω αν μπορώ να κλείσω τραπέζι για απόψε. Τα περισσότερα δεν ήταν καν ανοιχτά μεσοβδόμαδα, και αυτά που ήταν είχαν πολλά άδεια τραπέζια. Μα τελικά, μετά από λίγο, το βρήκα! Ήταν ένα μαγαζί στην παραλιακή – η αφελής κοπελίτσα της γραμματείας μου είπε μαλιστά πως όλα τα τραπέζια είναι κλειστά για την ομάδα που θα κέρδιζε στο ποδόσφαιρο. Την ευχαρίστησα και το κλεισα, γύρισα στο διαμερισμά μου να πάρω τηλέφωνο τη Στέλλα.
Δεν της είπα πολλά, της ζήτησα απλά να μου κάνει αυτή τη χάρη και να την πέσει σε κάποιον απ’ τους ποδοσφαιριστές και να τον πάει σπίτι της. Άρχισε φυσικά τα μα και και τα μου, τα που πας να με μπλέξεις, τα δε μπορώ και λοιπά. Της θύμισα για τότε που ο μπράβος γκομενός της την κηνυγούσε να της σπάσει το κεφάλι, κι εγώ την έκρυψα στο σπίτι μου, πήγα και τον βρήκα, κι αφού μου έριξε μια γερή μπουνιά στη μάπα και μ’ άφησε για μερικά δεύτερα αναίσθητο τον έπεισα πως ήτανε απλά η ξαδέλφη μου και τον αγαπούσε και τέτοια. Δεν ήταν και ιδιαίτερα δύσκολο να τον πείσω εδώ που τα λέμε… Τέλοσπαντων, την έψησα τελικά. Της είπα για το μέρος στην παραλιακή. Το ήξερε, είχε και κάτι φίλους που δουλεύαν εκεί πέρα (παράξενο…). Της είπα να πάει κατα τις 3-4 το βράδι και να μου στείλει ένα μήνυμα όταν θα έφερνε τον Μπονάλντο – ή οποιονδήποτε – στο σπίτι της. Ξεφύσηξε κάπως εκνευρισμένη, συμφώνησε και μου το κλεισε. Όλα υπέροχα ως εδώ!
Ο Μάκης ο Σίφουνας ήρθε μετά από καμιά ώρα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη.
“Όλα καλά, ο Τζάκης είναι μέσα.”
“Ωραία. Σημείωσες τη διευθύνση του;”
“Ε ναι ρε μαλάκα, τη θυμάμαι. Εσύ κανόνισες με το μαγαζί και τη Στέλλα;”
“Ναι, όλα κομπλέ.”
“Μια χαρά. Ε λοιπόν εγώ θα την κάνω τότε να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα, είμαι πτώμα. Να ρθω κατά τις 9 να πάμε σε καμιά μπυραρία να δούμε το ματς;”
“Ναι, έλα κατά τις 9.”
“Οκ ρε, οπότε τα λέμε.”
“Άντε γειά.”

Πήγαμε λοιπόν, όπως είχαμε συμφωνήσει, κατά τις 9 και κάτι σε μια μπυραρία να δούμε το ματς. Της πουτάνας φυσικά μέσα, ευτυχώς βρήκαμε ένα γωνιακό τραπεζάκι αν και με το ζόρι βλέπαμε μέχρι την τηλεόραση. Τέλοσπαντων, ήταν ένα κλειστό και δυνατό ματσάκι, βαρετό κατά κανόνα, αναμενόμενος τελικός τσάμπιονς λιγκ δηλαδή. Έληξε με το σκορ στο 0-0 και πήγε σε παράταση. Τελικά η Ρεάλ στο 113’ της παράτασης έβαλε γκολ με το Βενζεμά και κέρδισε.
“Άρα ο στόχος μας είναι ο Μπονάλντο,” γύρισε και μου πε ο Μάκης καθώς οι Μαδριλένοι σήκωναν την κούπα.
“Σςςς, σκάσε ρε χουίτη!” του ψιθύρισα. “Ναι…”
Κάτσαμε στο μαγαζί κάμποση ώρα ακόμα, ήπιαμε άλλες δυο μπύρες, και γύρω στη μια σηκωθήκαμε να φύγουμε. Θα πηγαίναμε για κανά δυό ώρες στο σπίτι μου, και μετά θα πηγαίναμε προς το σπίτι της Στέλλας, και θα περιμέναμε.
Κατά τις 4 το χάραμα, κι ενώ ο Μάκης είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ μου, έσκασε το μήνυμα. “Όλα οκ,” έγραφε. Ξύπνησα το Σίφουνα, πήραμε δυό πόδια από ένα συναρμολογούμενο τραπεζάκι απ’ τα Ικεα, κατεβήκαμε κάτω, μπήκαμε στο αμάξι και φύγαμε. Φτάσαμε στης Στέλλας, μπήκαμε μέσα, κάτω απ’ το χαλάκι της πόρτας ήταν τα κλειδιά, ανοίξαμε και πήγαμε στο υπνοδωμάτιο. Ο Κριστιάνο Μπονάλντο ήταν γυμνός, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, η Στέλλα μάλλον ήταν στο μπάνιο. “Γουάτ δε φακ;;;” πρόλαβε να πει μόνο πριν τον κοπανήσω στο κεφάλι με το πόδι του τραπεζιού. Η Στέλλα βγήκε απ’ την τουαλέτα φορώντας μόνο μια πετσέτα. Δε φάνηκε να εκπλήσσεται όταν τον είδε αναίσθητο με μας από πάνω.
“Τι στο διάβολο έχετε σκαρώσει πάλι;” μας ρώτησε θυμωμένη.
“Το μεγάλο κόλπο!” είπα. “Από σένα δε θέλουμε τίποτε άλλο, ευχαριστούμε.”
“Σα δε ντρέπεστε ρεμάλια! Τι θα του κάνετε;”
“Τίποτα, όλα καλά θα πάνε.”
“Α, όλα καλά θα πάνε, ε; Ελπίζω μόνο να μην έχω άλλα μπλεξίματα… Δε φαντάζεστε τι πέρασα για να μπω μέσα στο μαγαζί.”
“Πήρες καμιά πιπά απ’ τον πορτιέρη;”
“Είσαι γελοίος! Ο πορτιέρης είναι φίλος μου, κι ευτυχώς το παιδί με άφησε να μπω μέσα, κανονικά απαγορευόταν.”
“Σας είδε κανείς όταν φεύγατε;”
“Μερικοί απ’ την ομάδα του, αλλά ήταν όλοι μεθυσμένοι. Κι ο Κώστας, αλλά είναι πολύ καλό παιδί, δεν πρόκειται να πει τίποτα.”
“Ποιός είναι ο Κώστας;”
“Ο πορτιέρης!”
“Α. Τον έχεις πάρει;”
“Σου είπα είναι απλά ΦΙΛΟΣ μου!”
“Καλά, καλά. Έχεις κανένα σκοινί;”
“Όχι.”
“Κανένα σπάγκο, τίποτα;”
“Έχω ταινία.”
“Ε άντε, φέρτην.”
Βγήκε απ’ το υπνοδωμάτιο και επέστρεψε μετά από λίγο κρατώντας μια μαύρη μονωτική ταινία στα χέρια της. Μου την έδωσε, κι εγώ έκοψα ένα κομμάτι και το δωσα στο Μάκη που άρχισε να του δένει τα χέρια και τα πόδια.
“Μην του κάνετε κακό…” είπε η Στέλλα.
“Σου είπα να μην ανησυχείς, δε θα πάθει τίποτα.”
Τον δέσαμε χειροπόδαρα, του κλείσαμε και το στόμα, του δέσαμε κι ένα μαντήλι στα μάτια για περίπτωση που ξυπνήσει. Το αμάξι το είχαμε αφήσει στο γκαράζ της πολυκατοικίας, οπότε εγώ κι ο Μάκης τον πήραμε στα χέρια και τον βάλαμε μέσα στο ασανσέρ.
“Να προσέχετε,” μου είπε σχεδόν κλαίγοντας η Στέλλα πριν κλείσω την πόρτα.
“Κι εσύ,” της είπα κι έκλεισα.
Πήγαμε στο γκαράζ, ανοίξαμε την πίσω πόρτα και τον πετάξαμε μέσα. Μπήκαμε κι εμείς μπροστά και ξεκινήσαμε για Εξάρχεια.
“Μαλάκα,” μου πε ο Μάκης καθώς οδήγαγε, “τρελή μουνάρα αυτή η Στέλλα!”
“Ναι,” απάντησα.
“Μπορείς να μου κανονίσεις καμιά μέρα να βγούμε;”
“Άντε ρε Σίφουνα από δω που θες και να βγείτε. Καταρχάς εμείς μόλις τελειώσουμε μ’ αυτή την ιστορία θα φύγουμε για Καραϊβική. Εκεί να δεις μουνιά.”
“Ρε συ, εγώ το ξανασκέφτηκα αυτό. Δε θέλω να φύγω από Ελλάδα. Πώς θα βλέπω τα ματς του Σίφουνα από κει;”
“Πας καλά ρε; Θα μείνεις Ελλάδα για τον Σίφουνα Πατησίων; Θα σε δέσουνε ρε!”
“Ρε μαλάκα, όχι, θα είμαι προσεκτικός. Δε μπορώ να ζήσω μακριά απ’ την ομάδα μου, το ξέρεις.”
“Καλά, θα δούμε. Φτάνουμε;”
“Περίμενε ρε μαλάκα, σε 5 λεπτά θα μαστε εκεί, μη βιάζεσαι.”
Σε 5 λέπτα ήμασταν όντως εκεί, έξω απ’ το υπόγειο του Τζάκη. Ο Μάκης πήγε να τον φωνάξει, και λίγα λεπτά μετά ήταν έξω, αγουροξυπνημένος. Ήταν ακριβώς όπως τον θυμόμουνα. Χάλια. Τα μαλλιά του μαύρα, κοντά και λαδωμένα, το προσωπό του φαγωμένο και βρώμικο, τα μάτια του μικρά κι αλλοπαρμένα.
“Που σαι ρε Αλεκόοο;” φώναξε μόλις με είδε.
“Σςςς,” του έκανα. “Θα τα πούμε μέσα. Φύλα τσίλιες μήπως έρθει κανείς. Μάκη, βοήθα να τον βγάλουμε να τον πάμε μέσα.”
Τον σηκώσαμε και γρήγορα γρήγορα τον φέραμε στο υπόγειο. Ένα τρισάθλιο υπόγειο, που δεν είχε τίποτα παρά ένα σκισμένο στρώμμα, μια βρώμικη μοκέτα, μια πλαστική καρέκλα κι ένα σκονισμένο σίντι-πλέηρ που δε νομίζω να δούλευε. Τον βάλαμε στην καρέκλα, φέραμε ένα σπάγκο που είχαμε στο πορτ παγκάζ και τον δέσαμε όσο πιο σφιχτά μπορούσαμε. Δεν είχε ξυπνήσει ακόμα.
“Τι λέει ρε Τζάκη;” ρώτησα τον παλιό μου φίλο.
“Καλά ρε Αλέκο, όλα καλά, εδώ, αράζω. Εσύ;”
“Καλά κι εγώ, δε βαριέσαι.”
“Πώπω ρε μαν, τρελό το κόλπο που πάτε να κάνετε, γουστάρω! Μου τα πε όλα ο Μάκης! Αυτός είναι ο ποδοσφαιριστής;”
“Εσύ τι λες ρε μαλάκα;” πετάχτηκε ο Σίφουνας.
“Ναι ρε,” είπα εγώ, “ο Κριστιάνο Μπονάλντο. Δεν τον ξέρεις;”
“Που να τον ξέρω ρε φιλαράκι, δε βλέπω ποδόσφαιρο.”
“Ε, είναι γνωστός… Τέλοσπαντων, ευχαριστούμε πολύ που μας βοηθάς.”
“Μην το συζητάς ρε φίλε, χαρά μου να βοηθάω. Ο σκοπός της ζωής είναι να βοηθάς τους φίλους σου ρε μαν, αυτούς που το χουνε ανάγκη. Ό,τι μπορείς να το κάνεις, να μην κοιτάς μόνο τον εαυτό σου. Βοηθάτε αλλήλους είπε ο Χριστός!”
“Αγαπάτε αλλήλους είπε ο Χριστός ρε μαλάκα!” φώναξε ο Μάκης.
“Ε, τέλοσπαντων ρε μαν, το ίδιο πράμα είναι. Όποιος αγαπάει βοηθάει. Εγώ, Αλέκο, διαβάζω πολύ τις γραφές φίλε, μ’ έχουν βοηθήσει πολύ, έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος.”
“Καλά κάνεις ρε Τζάκη,” απάντησα. “Δεν πας να πάρεις καμιά μπύρα ρε;”
“Δεν έχω λεφτά ρε φίλε μου.”
“Ελά, πάρε αυτά, πήγαινε στο μπυράδικο και φέρε τρεις.”
“Έγινε ρε αδερφέ! Πάω. Μη φύγετε.”
Έφυγε και επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα με τρεις μπύρες. Ο Μπονάλντο κοιμότανε ακόμα. Τις ήπιαμε, είπαμε μερικές μαλακίες ακόμα, και τελικά πέσαμε στη βρώμικη μοκέτα – εγώ κι ο Μάκης δηλαδή, ο Τζάκης είχε το στρώμα του – και κοιμηθήκαμε.

Το επόμενο πρωί μας ξύπνησαν τα μουγκρητά του Μπονάλντο. Ευτυχώς τα χείλια του ήταν ακόμα κολλημένα με ταινία, και τα μάτια του δεμένα με πανί, και ούτε ακουγότανε πολύ, ούτε μπορούσε να μας δει.
Σηκώθηκα και τεντώθηκα, έβγαλα ένα τάληρο απ’ την τσέπη μου και ζήτησα απ’ το Τζάκη να πάει να φέρει καφέδες. Μετά πλησίασα τον Κριστιάνο και του είπα να μην ανησυχεί και να μη φωνάζει, πως όλα θα πάνε καλά, πως αύριο θα είναι ελεύθερος. Δε φάνηκε να ηρεμεί καθόλου, συνέχισε να μουγκρίζει. Ο Μάκης σηκώθηκε κι αυτός, τον πλησίασε και του ριξε ένα χαστούκακι.
“Σκάσε πια ρε μαλάκα, πρωί πρωί!” του πε στα ελληνικά. Ο Μπονάλντο έσκασε.
“Πότε θα πάρουμε τηλέφωνο στη Ρεάλ;” με ρώτησε μετά.
“Ή απόψε το βράδι ή αύριο το πρωί. Καταρχάς πρέπει να περιμένουμε να γίνει θέμα στις ειδήσεις και λοιπά.”
“Έχεις το τηλεφωνό τους;”
“Όχι, θα μας το πει ο Κριστιάνο.”
Ο Τζάκης επέστρεψε λίγο αργότερα με τρεις φραπέδες στα χέρια του. Καθίσαμε και τους ήπιαμε.
“Ρε συ Αλέκο, φίλε μου,” γύρισε και μου πε ο Τζάκης μετά από λίγο, “όχι ότι θα επιμείνω, αλλά να, σας έχω βοηθήσει, σας έδωσα το σπίτι μου…”
“Δεν είναι καν το σπίτι σου ρε μαλάκα!” τον διέκοψε ο Σίφουνας.
“Ναι ρε φίλε, αλλά εδώ μένω, όλοι το ξέρουνε στη γειτονιά, ρωτήστε όποιον θέλετε.”
“Ναι, συνέχισε,” του είπα.
“Ναι, σας έδωσα το σπίτι μου, έχω παρεί ρίσκο, είμαι συνέταιρος πλέον, ξέρεις. Μήπως θα πρεπε να πάρω κι εγώ μια μικρή αμοιβή για όλ’ αυτά;”
“Εννοείται ρε Τζάκη, μην το συζητάς καν. Θα πάρεις το ένα τρίτο – μισό εκατομύριο δηλαδή.”
“Τι;” τσίριξε ο Μάκης. “Γιατί;”
“Τι γιατί ρε φίλε,” απάντησα, “γιατί μας βοήθησε.”
“Ναι, αλλά κάτσε ρε φίλε, δικιά μας ιδέα ήτανε, εμείς τον δέσαμε, εμείς τον φέραμε, εμείς κάναμε όλη τη δουλειά. Γιατί να πάρει τα ίδια φράγκα με μας;”
“Κοίτα, πρακτικά δεν ήταν δικιά μας η ιδέα, ήταν δικιά μου,” του ξεκαθάρισα. “Και επίσης ο Τζάκης είναι τόσο σημαντικός στο όλο κόλπο όσο ο καθένας μας – γι’ αυτό και θα πάρει ακριβώς τα ίδια.”
Ο Μάκης ξεφύσηξε τσαντισμένα.
“Πώπω ρε Αλέκο, αλήθεια; Θα μου δώσετε μισό εκατομύριο;”
“Ναι ρε φίλε, το αξίζεις.”
“Πώπω! Είσαι πολύ καλό παιδί ρε Αλέκο, ο Θεός θα σε φυλάει και θα σε προσέχει. Εγώ θα προσεύχομαι για σένα!”
“Ναι, οκέι. Επίσης θα σου βγάλουμε κι ένα εισιτήριο για Πουέρτο Ρίκο.”
“Τι; Γιατί;”
“Γιατί ρε φίλε θα μας κηνυγήσουνε, δε μπορούμε να μείνουμε εδώ. Πρέπει να φύγουμε.”
“Όχι ρε φίλε, δε γίνεται.”
“Γιατί;”
“Δε θέλω να φύγω απ’ την Ελλάδα.”
“Πες τα του ρε Τζάκη, του μαλάκα,” συμφώνησε ο Μάκης.
“Θα πάω να ζήσω στη Χίο!” συμπλήρωσε ο Τζάκης.
“Στη Χίο; Τι να κάνεις στη Χίο;”
“Θα πάω να ζήσω με τη γιαγιάκα μου. Η κακομοίρα η γιαγιά είναι πολύ μόνη από τότε που πέθανε ο παππούς, δεν έχει κανέναν στον κόσμο. Ο Θεός, Αλέκο, μας έχει πει να βοηθάμε αυτούς που είναι μόνους, αυτούς που έχουν ανάγκη. Γι’ αυτό κι εγώ, με τα λεφτά που θα βγάλω, θα πάω στη Χίο και θα ζήσω μαζί της. Θα χαρεί πολύ να με δει!”
“Ε είσαι πολύ μαλάκας ρε Τζάκη!” φώναξε ο Σίφουνας.
Περάσαμε τη μερά χαλαρά, χωρίς πολλά πολλά. Το μεσημέρι στείλαμε το Τζάκη να μας φέρει σουβλάκια, ταϊσαμε και τον Μπονάλντο που φάνηκε να απολαμβάνει το εθνικό μας φαστ φουντ, το καταβρόχθισε με μανία. Και μετά πέσαμε να κοιμηθούμε.
Ξύπνησα λίγο αργότερα απ’ τους ήχους των φάπων που έριχνε ο Μάκης στο Μπονάλντο.
“Ρε μαλάκα, κλαψιάρη,” τον άκουσα να του λέει, στα ελληνικά. “Ρε μαλάκα, τον ξέρεις τον Παπαπέτρου ρε; Τον ξέρεις; Ο Παπαπέτρου, μαλάκα Κριστιάνο, είναι καλύτερος από σένα! Πολύ καλύτερος! Τη μπάλα που ξέρει αυτός δε θα τη μάθεις ούτε σε δέκα χρόνια! Αλλά αυτός, ρε μαλάκα, δεν είναι σαν κι εσάς τους επαγγελματίες μαλάκες. Σίφουνας Πατησίων γεννήθηκε, Σίφουνας Πατησίων θα πεθάνει. Δεν πήγαινε όπου μυρίζει λεφτά, μαλάκα!” και του σκασε άλλο ένα χαστούκι. Ο Κριστιάνο, που δεν καταλάβαινε λέξη, είχε κοκκινήσει και σχεδόν έκλαιγε.
“Τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα Σίφουνα;” φώναξα στον Μάκη. “Γιατί τον βαράς;”
“Έτσι, μου την έδωσε, με το μαλάκα, το παιδί της Γουός εν Γκόου,” και του ριξε άλλη μία.
“Την Ούλτρεξ διαφημίζει ρε ηλίθιε!”
“Στ’ αρχίδια μου. Ρε, το θυμάσαι το Γιούρο το 2004; Το θυμάσαι; Σας γαμήσαμε ρε!” και άλλο ένα χαστούκι.
“Μαλάκα Μάκη, ξεκολλά, άντε,” και τον τράβηξα μακριά απ’ τον Μπονάλντο. “Ηρέμισε, δε σου κανε τίποτα.”
“Καλάαα,” είπε ο Μάκης και κάθισε στη βρωμερή μοκέτα. “Αλλά για δες εδώ!”
Μου έδειξε ένα χαρτί μ’ έναν αριθμό γραμμένο πάνω.
“Τι είναι αυτό;” ρώτησα
“Το τηλέφωνο του προέδρου της Ρεάλ ρε μαλάκα. Μου το δωσε ο Μπονάλντο.”
“Καλά, πως του το ζήτησες; Αφού δεν ξέρεις γρι αγγλικά.”
“Μην ανησυχείς, πάντα υπάρχει τρόπος.”
Η ώρα είχε πάει σχεδόν 6. Ξύπνησα τον Τζάκη που δεν είχε πάρει χαμπάρι και τον ρώτησα αν δουλεύει το σίντι πλέηρ.
“Το σιντί όχι φίλε μου, αλλά δουλεύει το ραδιόφωνο.”
“Ωραία, για βαλε καναν αθλητικό σταθμό.”
“Για πες, δεν ξέρω κανέναν.”
“Μάκη…”
“94,6, σπορτ εφεμ ρε μαλάκες.”
Βάλαμε το σταθμό και περιμέναμε. Αρχικά ακούσαμε μια χαζοανάλυση του τελικού, και μετά έσκασε η είδηση.
“Σάλος έχει προκληθεί στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα μετά την εξαφάνιση του αστέρα της Ρεάλ Μαδρίτης, και πρωταθλητή Ευρώπης, Κριστιάνο Μπονάλντο. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο διεθνής άσσος έφυγε από το κέντρο της παραλιακής στο οποίο διασκέδαζε η ομάδα της Μαδρίτης μετά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού τροπαίου, μαζί με μια γυναίκα αγνώστου ταυτότητας, και δεν επέστρεψε ποτέ στην αποστολή της ομάδας, η οποία ήταν προγραμματισμένη να γυρίσει αεροπορικώς στην Ισπανία, απόψε το βράδι. Ο προπονητής της Ρεάλ, Κάρλος Ανχελόττι, δήλωσε πως η ομάδα δε θα φύγει απ’ την Αθήνα αν δε βρεθεί ο αστέρας και πολυτιμότερος παίκτης του τελικού, Κριστιάνο Μπονάλντο.”
Κοιταχτήκαμε χαμογελαστοί και τρίψαμε τα χέρια.

Αργά τη νύχτα, γύρω στις τρεις, σηκώθηκα να πάω να πάρω τηλέφωνο στον πρόεδρο.
“Άρα, εκτός απ’ τα λεφτά, να του ζητήσω μόνο ένα εισιτήριο για Παναμά;” ρώτησα τους άλλους δυο. Ο Τζάκης κούνησε το κεφάλι.
“Ε ναι σου είπαμε ρε μαλάκα. Επίσης ζήτα να στείλουνε τον Βενζεμά στο Σίφουνα Πατησίων,” είπε ο Μάκης.
“Χέσε μας ρε με τις μαλακίες σου πια! Λοιπόν, φεύγω.”
“Άντε γειά.”
Κι έφυγα. Βγήκα προσεκτικά απ’ το υπόγειο να μη με δει κανείς, και τριγύρισα στην περιοχή μέχρι να βρω κανέναν τηλεφωνικό θάλαμο. Βρήκα, μπήκα, και πήρα τον αριθμό που μας έδωσε ο Μπονάλντο. Μετά από ώρα, ο αγουροξυπνημένος πρόεδρος απάντησε. Του εξήγησα το όλο σκηνικό, του είπα πως είχαμε απαγάγει το Μπονάλντο και τον κρατούσαμε όμηρο.
“Μάλιστα,” είπε μετά από μια παύση. “Και τι ζητάτε;”
“Ενάμισι εκατομυρίο ευρώ, και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τα νησιά Μπαρμπέιντος.” Ο πρόεδρος έμεινε για λίγο σιωπηλός.
“Εντάξει,” είπε τελικά.
“Ωραία. Αυρίο, στις 3 τη νύχτα ακριβώς, θα αφήσετε μια μπλε πλαστικιά σακούλα στον μπλε κάδο, στη συμβολή των οδών Αιγέως και Πιπίνου, κοντά στην πλατεία Αττικής. Εκεί μέσα θα είναι τα λεφτά σε δέσμες με εικοσάρικα. Επίσης μέσα θα έχετε το εισιτήριο για Μπαχάμες.”
“Κάτσε, για Μπαχάμες ή για Μπαρμπέιντος;”
“Α, ναι, για Μπαρμπέιντος.”
“Εντάξει.”
“Και ξέρεις, ε, μην κάνετε καμιά μαλακία με μπάτσους και τέτοια, γιατί θα σου στείλω με κούριερ τις πατούσες του Μπονάλντο μέσα σε χαρτόκουτο.”
“Εντάξει, θα γίνουν όλα όπως τα θες.”
“Τα σημείωσες;”
“Ναι.”
“Ωραία. Επίσης θέλω να στείλετε τον Βενζεμά στην Αεκ.”
“Αυτό δε μπορώ να το εγγυηθώ.”
“Όχι, ε; Καλά, δεν πειράζει, πίεσε το κι ό,τι γίνει.”
“Θα προσπαθήσω.”
“Καλώς, άντε γειά.”
Κλείσαμε και γύρισα πίσω στο υπόγειο. Όλα πήγαιναν καλά, όλα βάσει σχεδίου. Ενημέρωσα τους άλλους, και πέσαμε για ύπνο.

Την επόμενη νύχτα – τη νύχτα που θα παίρναμε τα λεφτά στα χέρια μας – είχαμε ένα μικρό καυγαδάκι στην παρέα. Ξέρεις, πάντοτε σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις πρέπει να χεις στο νου σου ότι ο καθένας μπορεί να σου την έχει στημμένη. Κι όταν λέω ο καθένας εννοώ ο καθένας. Μπορεί να είναι οι μπάτσοι που σ’ έχουν μυριστεί και σε περιμένουν να βγεις απ’ το κατώφλι σου για να σε δέσουν, μπορεί να ναι ο πρόεδρος της Ρεάλ που θα μας έδινε τα λύτρα και αντ’ αυτού να μας έχει δώσει στους τσέους που περιμένουν οπλισμένοι πίσω από τον σκουπιδοτενεκέ. Μπορεί να είναι ο γείτονας του Τζάκη που κρυφοκοιτάει απ’ το παράθυρο, η γριά που έβγαλε βόλτα το σκύλο της μες στα μεσάνυχτα, τα φρικιά της πλατείας που ξέρουνε τις φάτσες μας. Μπορεί να ναι κι ο ίδιος ο Μάκης που απλά θέλει όλα τα λεφτά για πάρτη του, ή μπορεί να ναι ακόμα και ο Τζάκης που με τόσα φράγκα θα μπορούσε ν’ αγοράσει ολόκληρα χωράφια παπαρούνας στο Αφγανιστάν.
“Θα πάω εγώ,” είπε ο Μάκης όταν οι δείκτες πλησίαζαν τις 3.30.
“Όχι,” του απάντησα. “Είναι μεγάλο ρίσκο.”
“Γιατί ρε μαλάκα είναι μεγάλο ρίσκο; Δεν μ’ εμπιστεύεσαι;”
“Δεν είναι αυτό. Απλά είσαι πολύ χουίτης – θα σε δέσουνε σίγουρα αν σε δει κανείς να ψάχνεις τα σκουπίδια.”
“Άντε ρε μαλάκα! Ωραία, και ποιός θα πάει; Εσύ; Εσύ δεν είσαι χουίτης;”
“Όχι τόσο.”
“Ε είσαι μαλάκας! Ε λοιπόν όχι, τώρα δε σ’ εμπιστεύομαι εγώ. Που ξέρω ότι δε θα μας την κάνεις την πουστιά;”
“Για τέτοιο μ’ έχεις ρε Σίφουνα;”
“Δε σ’ έχω για τίποτα. Απλά λέω, δεν ξέρω.”
“Ωραία, έστω. Αρά ποιός να πάει; Ο Τζάκης;”
“Παιδιά εγώ πάντως δεν έχω πρόβλημα, πηγαίνω,” μας διέκοψε ο Τζάκης.
“Έλα λίγο να σου πω,” μου πε ο Μάκης και με τράβηξε κοντά του, μου ψιθύρισε στ’ αυτί. “Ρε μαλάκα, θα εμπιστευτείς τον πρεζάκια; Αυτός θα τα πάρει και θα φύγει!”
“Σκάσε,” του φώναξα. “Εξάλλου ρε ηλίθιε, το πρόβλημα μας είναι μην μας την έχουν στήσει οι μπάτσοι. Αυτό είναι το πρόβλημα.” Ήξερα φυσικά ότι εξίσου πρόβλημα θα ήτανε αν κάποιος έπαιρνε τα φράγκα κι εξαφανιζόταν, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο εμπιστευόμουνα πιο πολύ τον Τζάκη απ’ το Σίφουνα. Πήγα προς το μέρος του. “Φίλε μου, σ’ εμπιστευόμαστε. Είσαι ο κατάλληλος γι’ αυτή την αποστολή. Είσαι, παραδόξως, ο πιο ξεχού της παρέας γι’ αυτή τη δουλειά.”
“Εντάξει Αλέκο, φίλε μου, σ’ ευχαριστώ. Όλα θα πάνε καλά, το ξέρω, ο Θεός θα μας προστατεύσει γιατί έχουμε αγνές προθέσεις.”
“Ωραία, το ελπίζω. Σου γράφω σ’ ένα χαρτί τη διεύθυνση και τα στοιχεία που πρέπει να ξέρεις. Θα πας με τα πόδια, θα είσαι προσεκτικός, πριν κάνεις το οτιδήποτε θα ελέγξεις γύρω γύρω την περιοχή κι αν δεις μπάτσο θα φύγεις.”
“Εντάξει.”
“Να, πάρτο,” και του δωσα το χαρτί. “Αν αργήσεις πάνω από δύο ώρες θα υποθέσουμε ότι σ’ έπιασαν και θα κόψουμε τα πόδια του Κριστιάνο.”
“Εντάξει. Όλα θα πάνε καλά. Να φύγω τώρα;”
“Ναι, πήγαινε.”
“Πάω.”
Κι έφυγε.
Καθίσαμε με τον Μάκη σ’ αναμμένα κάρβουνα και περιμέναμε το Τζάκη να γυρίσει.
“Να δεις που θα την κάνει την πουστιά ο μαλάκας ο πρεζάκιας,” έλεγε κάθε λίγο ο Σίφουνας, μα δεν του απαντούσα.
Τελικά, περίπου μια ώρα αργότερα, ακούσαμε την βαριά ξύλινη πόρτα της εισόδου να ανοίγει. Σηκωθήκαμε όρθιοι. Ο Τζάκης μπήκε μέσα χαμογελαστός κρατώντας μια μπλε πλαστική σακούλα.
“Τα καταφέραμε, φίλοι μου!” είπε. Ο Μάκης σήκωσε τα χέρια ψηλά κι άρχισε να πανηγυρίζει σαν να πήρε το πρωτάθλημα ο Σίφουνας.
“Σςς, σκάσε ρε, θα μας ακούσουν,” του είπα και πήρα στα χέρια μου τη σακούλα. Την άδειασα πάνω στο κρεβάτι. Άπειρες δέσμες χαρτονομισμάτων έπεσαν στο στρώμα. Μαζευτήκαμε γύρω γύρω και τα μετρήσαμε. Ενάμισι εκατομύριο ακριβώς! Μαζί και το εισιτήριό μου για Μπαρμπέιντος. Τα χωρίσαμε κι αγκαλιαστήκαμε χαρούμενοι.
“Λοιπόν,” είπα. “Νομίζω τώρα πρέπει να εξαφανιστούμε. Μάκη, θα πάρεις εμένα και τον Μπονάλντο με το αμάξι, θα περάσουμε απ’ το σπίτι μου να πάρω τη βαλίτσα μου, και θα μας πας στο αεροδρόμιο. Εσύ Τζάκη τι θα κάνεις;”
“Εγώ θα πάω Χίο φίλε μου!”
“Ναι, το ξέρω, αλλά πώς;”
“Ε, θα πάρω τον ηλεκτρικό και θα πάω Πειραιά. Κι από κει καράβι. Έχει κάθε μέρα.”
“Ωραία. Εντάξει. Οπότε, Μάκη ξύπνα τον Μπονάλντο. Θα του λύσουμε μόνο τα πόδια και θα τον πετάξουμε στο πίσω κάθισμα. Τζάκη, φέρε μου τη ζακέτα σου.”
“Γιατί; Δεν έχω άλλη ρε Αλέκο.”
“Δεν πειράζει, θα πάρεις όσες ζακέτες θες με τόσα φράγκα. Πρέπει να του φορέσουμε την κουκούλα. Κι επίσης θα του βάλουμε γυαλιά ηλίου πάνω απ’ το μαντήλι. Μάκη;”
“Ναι, έχω στο αμάξι.”
“Ωραία. Λύστου τα πόδια και ξύπνα τον.”
“Εντάξει.”
Τον ξύπνησε και τον έλυσε, του φορέσαμε τη ζακέτα του Τζάκη, αποχαιρετήσαμε μια για πάντα το φίλο μας, και πήγαμε γρήγορα στο αμάξι. Μπήκαμε και ξεκινήσαμε. Πέρασαμε απ’ το σπίτι μου, πήρα βιαστικά μια βαλίτσα με πέντε ρούχα, και φύγαμε για αεροδρόμιο.
Φτάσαμε λίγο έξω, λύσαμε και τα χέρια του Μπονάλντο και τον βγάλαμε έξω.
“Λοιπόν,” του είπα στ’ αγγλικά. “Είσαι ελεύθερος. Αλλά, πρώτα θα μετρήσεις μέσα σου μέχρι το 200 και μετά θα βγάλεις το μαντήλι. Εντάξει;” Κούνησε το κεφάλι του.
“Ωραία. Μετά θα πας όλο ευθεία και σε κανα μισάωρο θα είσαι στο αεροδρόμιο. Να, πάρε και 10 ευρώ ν’ αγοράσεις μια τηλεκάρτα να πάρεις τηλέφωνο την ομάδα σου.”
Τον αφήσαμε εκεί, γκαζώσαμε και πήγαμε στην πύλη μου. Έδωσα το χέρι μου στο Μάκη, τον αγκάλιασα και τον αποχαιρέτησα.
“Καλή τύχη ρε μαλάκα! Να προσέχεις!” μου φώναξε όπως έφευγα.
“Κι εσύ το ίδιο.”
Μπήκα, έκανα τσεκ ιν, και λίγη ώρα μετά ήμουν στο αεροπλάνο μου, με μια βαλίτσα με πέντε ρούχα και μισό εκατομύριο μέσα.

Ένα χρόνο αργότερα, την άραζα σε μια παραλία των Μπαρμπέιντος πίνοντας κοκτέηλ και χαζεύοντας Αμερικανίδες τουρίστριες. Δεν είχα φυσικά κανένα νέο απ’ το Μάκη και το Τζάκη. Δίπλα μου καθότανε ένα πανάκριβο ραδιοφωνάκι παγκοσμίου εμβέλειας, και άκουγα τον τελευταίο αγώνα της Αεκ για το πρωτάθλημα. Ο Βενζεμά βέβαια δεν είχε πάει ποτέ, αλλά και πάλι η Αεκ ήταν πρώτη και με νίκη σήμερα σήκωνε την κόυπα. Παίζαμε με το Λεβαδειακό και το σκορ ήταν 0-0. Στο 88’, ο Αραμίδης έβαλε το μεγάλο γκολ. Σηκώθηκα όρθιος και ξέσπασα σε πανηγυρισμούς. Οι Αμερικανίδες τουρίστριες με κοίταξαν περίεργα, το ίδιο και ο ραστά μπάρμαν. Κανείς τους δεν είχε ιδέα…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s