Ασε κατω το πιστολι ρε ηλιθιε!

Κλασσικό

Ήτανε τρεις τα ξημερώματα, κι ένας τρελάκιας περίεργος είχε μπουκάρει στο ρακάδικο βαστώντας ένα παλιό, καλό μάγκνουμ των 9 χιλιοστών. Οι αναρχοφρικάκηδες που την άραζαν και τα πιναν έφαγαν ένα δυνατό σκάλωμα αρχικά, μα στη συνέχεια γυρίσαν τα κεφάλια τους και συνεχίσαν την κουβέντα. Ο τρελάκιας, απορρημένος με την όλη απάθεια των θαμώνων, έβγαλε μια δυνατή, άναρθρη κραυγή. “Σκάσε ρε μαλάκα!” ακούστηκε μια φωνή απ’ το πλήθος. Το γκομενάκι που σερβίριζε πλησίασε χαμογελόντας προς το μέρος του και τον ρώτησε αν περιμένει παρέα. Ο τρελάκιας δεν απάντησε κι η σερβιτόρα ένιωσε κάπως αμήχανα. “Εεε, καλά,” είπε τελικά, “μπορείτε να κάτσετε εκεί, στο τραπεζάκι στη γωνία.”

Ο τρελάκιας υπάκουσε και πήγε και κάθισε στο τραπεζάκι. Έβγαλε απ’ την κωλότσεπη του τζιν του την καπνοθήκη του κι έναν αναπτήρα, και τ’ ακούμπησε πάνω μαζί με το μάγκνουμ. “Τι να σας φέρω;” ρώτησε η γκαρσόνα. Ο τρελάκιας την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και δεν είπε λέξη. “Καλά, σκεφτείτε το και θα ξανάρθω σε λίγο.” Χάζεψε ασυναίσθητα τον κουνιστό της κώλο καθώς έφευγε. Έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε. Συλλογίστηκε για λίγο τη ζωή του. Δεν υπήρχαν και πολλά να συλλογιστεί. Έτσι κι αλλιώς, οι μνήμες ήταν όλες ελάχιστες. Δε θυμότανε ούτε τα παιδικά του χρόνια, ούτε τις παρέες του, ούτε το σχολείο, το πανεπιστήμιο, τη δουλειά, τι είχε κάνει στη ζωή του γενικότερα. Ούτε τους γονείς του δε θυμότανε. Ούτε πόσο χρονών ήταν δε θυμόταν, ούτε καν ποιός ήταν δε θυμότανε. Ο εγκέφαλος του ήταν μια μαύρη τρύπα που είχε καταπιεί τα πάντα και είχε αφήσει μόνο ένα μαύρο κενό. Τίποτα δεν ήξερε, τίποτα δεν καταλάβαινε, τίποτα δεν υπήρχε. Είχε ξεχάσει ακόμα και πως να μιλάει. Το μόνο που θυμότανε ήταν πως να στρίβει τσιγάρο. Αυτό δεν μπορείς να το ξεχάσεις. Απαξ και το μάθεις το μαθες, δεν το ξεχνάς ποτέ. Σαν το ποδήλατο. Άραγε να είχε μάθει ποτέ να κάνει ποδήλατο;
Η σερβιτόρα επέστρεψε χαμογελώντας και τον ξαναρώτησε τι θα πάρει. Ο τρελάκιας έμεινε πάλι σιωπηλός. “Καλά,” του είπε τελικά, “θα σου φέρω μια ρακή.” Έφυγε, μα γρήγορα γύρισε κρατώντας ένα μικρό καραφάκι με ρακή κι ένα σφηνοπότηρο. Τα άφησε μπροστά του και τον σέρβιρε ένα σφηνάκι. “Στην υγειά σου,” του είπε χαρωπά πριν εξαφανιστεί ξανά. Ο τρελάκιας έπιασε το ποτήρι και το επεξεργάστηκε. Μύρισε τη ρακή, και μετά δειλά δειλά ήπιε μια φτωχή γουλιά. Αηδία. Την έφτυσε αμέσως και πέταξε το ποτήρι στο πεζοδρόμιο. Έβγαλε μια άναρθρη κραυγή και πήρε μια γερή τζούρα απ’ το τσιγάρο του.
Ένας μαυροντυμένος πάνκης, μοϊκανός και παράξενος, έσκασε στο μαγαζί και πλησίασε προς το τραπέζι του τρελάκια. “Πωωω φίλε,” του είπε, “μάγκνουμ είναι αυτό;” Ο τρελάκιας δε μιλήσε, κι ο πάνκης πλησίασε πιο κόντα. “Φίλε, γαμάει. Κολτ είναι; Δεν το χω ξαναδεί. Πρέπει να ναι πολύ παλιό μοντέλο. Πωω, φίλε είναι γαμώ. Που το βρήκες, αν επιτρέπεται;” Ο τρελάκιας πήρε το γκάνι στα χέρια του και σημάδεψε τον πάνκη. “Καλά ρε φίλε, καταλαβαίνω, δε μπορείς να δώσεις έτσι την άκρη σου, σόρρυ, ε. Να σου πω ρε μαν, να σου κάνω μια τράκα;” ΜΠΑΜ! Στο δόξα πατρί! Ο πάνκης σωρριάστηκε στο πάτωμα, αίματα παντού. Οι υπόλοιποι θαμώνες παραξενεύτηκαν. Μερικοί σηκώθηκαν όρθιοι, να δουν τι είχε γίνει. Ένας, μουσάτος και ψηλός, γομάρι, που επεξεργάστηκε γρήγορα τα δεδομένα, φωναξε στον τρελάκια: “Άσε κάτω το πιστόλι ρε ηλίθιε!” ΜΠΑΜ! Πάει κι αυτός. Ήταν δεινός σκοπευτής ο τρελάκιας της ιστορίας μας. Ο κόσμος στα γύρω τραπέζια άρχισε να πανικοβάλεται. Μερικές παρέες σηκώθηκαν να φύγουν. Ένας άλλος μουσάτος, μακρυμάλλης, κοντός και λιγνός, είπε στον τρελάκια: “Ρε φίλε, γιατί δημιουργείς τώρα πρόβλημα; Γιατί τέτοια φασαρία; Εδώ έχουμε έρθει όλοι να χαλαρώσουμε, να διασκεδάσουμε, να περάσουμε καλά. Γιατί όλο αυτό το νταβαντούρι; Άραξε.” ΜΠΑΜ! Κάτω κι ο τρίτος.
“ΑΑΑΑΑΑΑ!” κραύγασε ένας τζιβάτος. “ΕΠΙΘΕΣΗΗΗΗ!” Αμέσως όλοι όσοι είχανε μείνει στο μαγαζί πέσανε στα γόνατα κάτω απ’ τα τραπέζια, κι αρχίσανε να εκτοξεύουν ό,τι βρίσκανε, καρέκλες, πιάτα, ποτήρια, καραφάκια, τα πάντα. Ο τρελάκιας προσπαθούσε να σημαδέψει κάποιον, μα ήταν πολλοί και τον πολιορκούσανε, δε μπορούσε να συγκεντρωθεί κι έριχνε όπου να ναι. Οι σφαίρες τελείωσαν γρήγορα, και φυσικά δεν είχε άλλες. Έμεινε εκεί, στη μέση, μπερδεμένος. Το πλήθος όρμηξε κατα πάνω του. Τον πιάσανε και τον ρίξανε κάτω. Ο τζιβάτος ηγούταν της αποστολής. Του έριχνε μπουνίδια στη μούρη. Η μύτη του έσπασε, τα χείλη του ματώσαν, τα μάτια του μαύρισαν. Οι υπόλοιποι του ρίχνανε κλωτσιές στα πλευρά και στα πόδια. Ο τζιβάτος σηκώθηκε, πήρε μια καρέκλα κι έβγαλε μια πολεμική ιαχή. Σήκωσε την καρέκλα και την έφερε με δυνάμη στη μάπα του τρελάκια. Η καρέκλα έσπασε, κι ο τζιβάτος συνέχισε να βαράει τον τρελάκια με το καρεκλοπόδαρο μέχρι η μούρη του να γίνει ένα με το πάτωμα. Στο τέλος ύψωσε τη γροθιά του στον αέρα και, για ακόμα μια φορά, κραύγασε δυνατά. Το πλήθος έκανε το ίδιο. Μετά όλοι γυρίσαν στα τραπέζια τους, βγάλανε τα πορτοφόλια τους, και άφησαν τα λεφτά απάνω. Η σερβιτόρα πέρασε, τους ευχαρίστησε όπως φεύγανε και μάζεψε τα φράγκα.
Τα έβαλε στο ταμείο, πήρε τα μπουρμπουάρ της, και έβγαλε μερικές μαύρες, πλαστικές σακούλες για να μαζέψει τα πτώματα. Ζήτησε απ’ τον άλλον σερβιτόρο να τη βοηθήσει, και μαζί σήκωσανε τους τέσσερις νεκρούς και τους ρίξαν στις σακούλες. Τους βγάλαν έξω και τους πέταξαν στον κοντινότερο κάδο σκουπιδιών. Μετά μαζέψαν τα ποτήρια και τα πιάτα που είχαν σπάσει, τα πέταξαν κι αυτά, και μετά σκούπισαν και σφουγγάρισαν και καθαρίσανε τραπέζια και καρέκλες για να βγάλουνε τα αίματα. Τα κατάφεραν μετά από ώρα, και τέλος κλείσανε το μαγαζί, το κλειδώσανε, αποχαιρετήθηκαν και γύρισαν στα σπίτια τους να κοιμηθούνε.
Κατά τις έξι το χάραμα πέρασε απ’ τη γειτονιά το σκουπιδιάρικο, μάζεψε τα σκουπίδια κι έφυγε για το μεγάλο του ταξίδι προς τη χωματερή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s