Πως πεθανε ο Γερασιμος

Κλασσικό

“Όχι μάγκα, η γη δε γυρίζει. Απλά έτσι σου είπανε.”
Άλλη μια απ’ αυτές τις ψευτοφιλοσοφικές συζητήσεις με το
Γεράσιμο είχε φτάσει στο τέλμα της. Πλέον ο διάλογος θα ήταν
μια μονομαχία κραυγών χωρίς κανένα επιχείρημα.
“Τι λες ρε μαλάκα;” του φώναξα. “Είναι δυνατόν να το πιστεύεις
αυτό;”
“Εσύ είσαι μαλάκας, που χάφτεις αμάσητο ό,τι σου πούνε.”
“Ρε αδερφέ, αυτό που μου λες δεν έχει καμία βάση. Απλά το λες για να πας κόντρα στα δεδομένα. Το πρόβλημα σου φίλε είναι
ότι δεν τα πας καλά με την αλήθεια. Πολλές φορές νομίζω ότι τη μισείς.”
“Ναι, καλά… Αλήθεια και μαλακίες. Εγώ πιστεύω μόνο στα μάτια μου.”
“Αφού είσαι γκαβός ρε ηλίθιε, δε βλέπεις στα τρία μέτρα.”
“Μυωπία λέγεται και αν φοράω γυαλιά βλέπω τα πάντα,
καλύτερα κι απ’ ότι τα βλέπεις εσύ.”
“Καλά, έχεις κάψει το μπουζί…”
“Κι εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Εσύ μεθάς και μαστουρώνεις
κάθε μέρα και νομίζεις ότι ξέρεις την αλήθεια. Αρχίδια ξέρεις.”
“Καμία αλήθεια δεν ξέρω, απλά είναι κάποια δεδομένα που είναι αναμφισβήτητα.”
“Τίποτα δεν είναι αναμφισβήτητο. Απλά πρέπει να μάθεις να
αμφισβητείς.”
“Καλά, ντάξει… Πάμε για καμιά μπύρα;”
“Έχω ένα δίφραγκο όλο κι όλο.”
“Ντάξει, κερνάω εγώ απόψε.”
“Ε τότε πάμε.”

Κατηφορίσαμε το δρόμο και μπήκαμε στην παλιά, ξύλινη παμπ. Η μέρα ήταν τετάρτη κι η παμπ ψιλοάδεια. Παρήγγειλα μια
κανάτα κι αράξαμε σ’ ένα τραπεζάκι στη γωνία.
“Μαλάκα,” γύρισα και του πα, “τσέκαρε κεινα κει τα γκομενάκια.”
Στην άλλη άκρη του μαγαζιού καθόντουσαν δυο γκόμενες, μικρές, ζήτημα να χανε τελειώσει το λύκειο, και χαμογελαστές
κατεβάζανε τις μπύρες τη μια μετά την άλλη.
“Πίνουν πολύ, ε;” παρατήρησε ο Γεράσιμος.
“Πρέπει να ναι χώμα.”
“Πάω να τους μιλήσω.”
“Όχι, εγώ θα πάω.”
“Άσε ρε μαλάκα, δε χόρτασες ακόμα χυλόπιτες;” Είχε δίκιο, δεν
είχα όρεξη για ένα ακόμα χι.

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι τους. Παρ’ όλες τις παραξενιές του, ο Γεράσιμος γενικά το χε με τις γκόμενες, ήτανε παίχτης, καθότανε και τους αράδιαζε όλες τις τρελές θεωρίες του κι εκείνες χαζογελούσανε. Έτσι το παιξε κι απόψε. Κάθισε στην αδειανή καρέκλα κι άρχισε αμέσως να μιλάει και να αναλύει.
Τους εξηγούσε γιατί η στάση του σώματος τους ήταν τέτοια κι όχι αλλιώς, πως επιδράει η μπύρα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, γιατί ο άνθρωπος από πάντα είχε την ανάγκη να πίνει αλκοόλ και
γενικά ντρόγκια, ουσίες και λοιπά. Φυσικά οι θεωρίες του δεν
είχαν καμία επιστημονική βάση, έλεγε ό,τι του κατέβαινε. Τον
χάζευα κι έπινα τη μπύρα μου αμίλητος. “Το μαλάκα,”
σκεφτόμουνα, “πάλι θα γαμήσει απόψε.”
Κι όντως, λίγο αργότερα σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα, και μισό λεπτό μετά η κοκκινομάλλα, η πιο καυλιάρα απ’ τις δυο, τον ακολούθησε μέσα.

Κάνα μισάωρο αργότερα, κι ενώ ήδη έπινα τη δεύτερη κανάτα,
είδα τη γκόμενα να βγαίνει μ’ αέρα χολυγουντιανής σταρ από την τουαλέτα και να γυρνάει στο τραπέζι της. Μάζεψε τα πραματά
της, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα, σήκωσε τη φίλη της, και
αγκαζέ βγήκανε απ’ την πόρτα κι εξαφανίστηκαν στο δρόμο. Ο
Γεράσιμος ήτανε ακόμα μέσα. Η ώρα περνούσε – πέντε λεπτά,
δέκα, δεκαπέντε. “Τι κάνει τόση ώρα ο μαλάκας, χέζει;”
αναρωτήθηκα. Σηκώθηκα να πάω να δω τι κάνει, μα τότε άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε. Το πρόσωπο του ήτανε άσπρο σαν
πανί, και τα μάτια του ήταν γουρλωμένα. Κρατούσε τον πούτσο
του και με τα δύο χέρια και περπατούσε περίεργα. Στάθηκε
δίπλα μου.
“ΜΑΛΑΚΑ!” φώναξε, “ΜΟΥ ΤΟ ΚΟΨΕ!”
“Τι;”
“ΜΟΥ ΤΟ ΚΟΨΕ!”
“Τι λες ρε μαλάκα;”
“ΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ ΜΟΥ! ΜΟΥ ΤΟΝ ΕΚΟΨΕ!”
“Τι;;; Πώς;;;”
“ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ ΤΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΜΟΥ ΚΟΨΕ ΤΟΝ
ΠΟΥΤΣΟ!”
“Πώς έγινε αυτό;”
“Την ώρα που με τσιμπούκωνε έβγαλε ένα ψαλίδι και ΧΡΑΠ!
Μου το κοψε!”
“Τι λες τώρα ρε μαλάκα; ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ;”
“Αυτό που ακούς!”
“Γρήγορα, πάμε! Πάμε στο νοσοκομείο!”
“Και πώς θα πάμε ρε ηλίθιε; Με τα πόδια;”
“Θα πάρουμε ταξί.”
“Όχι ,ξέχνα το. Πάω σπίτι.”
“Τι;”
“Πάω σπίτι λέω.”
“ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;”
“ΠΑΩ ΣΠΙΤΙ!”
“ΕΙΣΑΙ ΗΛΙΘΙΟΣ;”
“ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΗΛΙΘΙΟΣ!”
“ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! Πρέπει να σε πάω στο
νοσοκομείο!”
“Όχι, δεν εμπιστεύομαι τους γιατρούς. Δεν έχουνε ιδέα. Θα με
φλομώσουνε στα φάρμακα και στα υπνωτικά. Θα πάω σπίτι.”
“Και τι θα κάνεις για τον πούτσο σου ρε βλάκα;”
“Ράμματα. Ξέρω απ’ αυτά, μια φορά είχα ράψει και μια μεγάλη
γρατζουνιά στο μπράτσο μου, να, δες.” Σήκωσε το μανίκι και μου δειξε την ουλή στο μπράτσο του.
“ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ! Το ίδιο είναι; Το ίδιο είναι η γρατζουνιά στο
μπράτσο με τον κομμένο πούτσο;”
“Όχι, αλλά η θεραπεία είναι η ίδια.”
“Και πώς θα κατουράς ρε βλαμμένε μέσα από τα ράμματα;”
“Δεν ξέρω, θα το ψάξω. Δε θα ναι δύσκολο.”
“Το χεις καταλάβει ότι πιθανώς δε θα ξαναγαμήσεις ποτέ σου;”
“Ναι, ντάξει, τι να κάνουμε;”
“Είσαι ηλίθιος. Πάμε, φεύγουμε, θα σε πάω στο νοσοκομείο.”
“Όχι σου είπα! Θα πάω σπίτι.”
“Καλά, φεύγουμε.”
Σηκώθηκα, τον άρπαξα απ’ το μπράτσο και τον τράβηξα έξω.
Στο παντελόνι του είχε σχηματιστεί μια μεγάλη στάμπα αίματος.

“Λοιπόν, πάμε. Που είναι το κοντινότερο νοσοκομείο;”
“Ηρακλείτου 15.”
“Τι;”
“Στη διεύθυνση Ηρακλείτου 15.”
“Αυτό είναι το σπίτι σου!”
“Οι καλύτεροι γιατροί σ’ επισκέπτονται κατ’ οίκον.”
“Α! Αυτό δεν το σκέφτηκα! Ο Φίλιππας είναι γιατρός! Θα τον
πάρω τηλέφωνο!”
“Ποιός είναι ο Φίλιππας;”
“Ένας φίλος.”

Τον κάλεσα στο κινητό και τρια μπιπ αργότερα απάντησε.
“ΦΙΛΙΠΠΕ! Φίλιππε είσαι ελεύθερος απόψε;”
“Έλα ρε Αλέκο, ναι! Πάμε για καμιά μπύρα;”
“Όχι, Φίλιππε, άκου. Έχω ένα φίλο που χει πρόβλημα. Πρέπει
να ρθεις να βοηθήσεις!”
“Πρόβλημα; Τι πρόβλημα;”
“Του κόψανε τον πούτσο!”
“Τι; Πώς;”
“Δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω. Έλα γρήγορα! Ηρακλείτου
15 είναι η διεύθυνση.”
“Εντάξει, εντάξει, ξεκινάω σε πέντε.”
Το κλεισα, πήρα το Γεράσιμο απ’ το χέρι και σταμάτησα το
πρώτο ταξί που βρήκα.
“Ηρακλείτου 15,” είπα στον ταρίφα. “Και γρήγορα!”

Σε δέκα λεπτά είμασταν στο σπίτι του. Έτρεξα μέσα, άρπαξα ένα δεκάρικο απ’ το τραπέζι του και το δωσα στον ταξιτζή. Μπήκαμε μέσα και καθίσαμε στον καναπέ. Πήγα στην κουζίνα και πήρα
ένα μπουκάλι κρασί, το άνοιξα και σέρβιρα ένα γερό ποτήρι στο Γεράσιμο.
“Πιές, θα σου κάνει καλό.”
Το κατέβασε όλο με μια γουλιά.
“Αααχ, πολύ καλύτερα,” είπε. “Λοιπόν, πάω μια στην τουαλέτα κι επιστρέφω.”
“Τι πας να κάνεις;”
“Να ρίξω λίγο νερό να φύγουν τα αίματα.”
“Εντάξει. Εγώ θα κάτσω εδώ να περιμένω το γιατρό.”

Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησε το κινητό μου.
“Έλα Φίλιππε, που είσαι;”
“Έλα ρε Αλέκο, σόρρυ, αλλά τελικά δε μπορώ να έρθω απόψε.”
“Τι;;; Πώς;;;”
“Ναι, έχω κάτι υποχρεώσεις εδώ με τη φαμίλια, δε γίνεται.”
“Τι λες ρε μαλάκα Φίλιππε; Σου λέω ο άλλος αιμορραγεί
συνέχεια! Του κόψανε τον πούτσο!”
“Καταλαβαίνω ρε φίλε, αλλά δε γίνεται απόψε, σόρρυ.”
“Και τι θα τον κάνω τον άλλον;”
“Ε πήγαινε τον σε κανα νοσοκομείο.”
“Καλά, καλά, αυτό θα κάνω.”
“Έγινε ρε Αλέκο, σόρρυ. Να κανονίσουμε το σαββατοκύριακο να πάμε για καμιά μπύρα, να τα πούμε.”
“Ναι ρε, θα κανονίσουμε, αν και αυτό το σαββατοκύριακο ήτανε
να πάω μια εκδρομή στο χωριό…”
“Ε ντάξει ρε, αν δε μπορείς από βδομάδα.”
“Καλά, δεν είναι και σίγουρο, παίζει και να μην πάω, εξαρτάται
απ’ το πόσα φράγκα θα χω μαζέψει μέχρι τότε.”
“Ε, ωραία, δες το κι αν τελικά μείνεις εδώ πάρε κανα τηλέφωνο
και κανονίζουμε.”
“Έγινε ρε, θα πάρω αν είναι. Αλλιώς από βδομάδα.”
“Έγινε, τα λέμε.”
“Άντε τσάο ρε Φίλιππε, θα τα πούμε.”

Έβαλα ένα ποτηράκι κρασί κι άναψα ένα τσιγάρο, έπεσα πίσω
στα μαξιλάρια του καναπέ του Γεράσιμου και άραξα. Κάποια
στιγμή κοίταξα το ρολόι. ΑΜΑΝ! Ο Γεράσιμος ήταν στην
τουαλέτα σχεδόν μισή ώρα! Έτρεξα και βάρεσα την πόρτα.
“Εεε, Γεράσιμε! Τι γίνεται ρε;”
Καμία απάντηση.
“Γεράσιμε;”
Τίποτα.
Πήγα ν’ ανοίξω την πόρτα μα ήταν κλειδωμένη.
“ΕΕΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΓΕΡΑΣΙΜΕ! ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΡΕ!”
Βάρεσα δυνατότερα, ΝΤΟΥΠΟΥ ΝΤΟΥΠΟΥ ΝΤΟΥΠΟΥ
ΝΤΟΥΠ!
“ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! Όχι ρε πούστη, όχι ρε γαμώτο! ΠΕΣ ΚΑΤΙ ΡΕ
ΜΑΛΑΚΑ, ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ!»
Πήρα φόρα κι έπεσα πάνω στην πόρτα με δύναμη. “ΑΑΧ
ΓΑΜΩΤΟ!” φώναξα – είχα χτυπήσει άτσαλα το μπράτσο μου.
Αποφάσισα πως θα ταν πιο εύκολο αν την κλωτσούσα. Μιά,
δυο, τρεις κλωτσιές στην κλειδάρια κι η πόρτα έσπασε. Μπήκα
μέσα, ο Γεράσιμος κείτονταν μες στη μπανιέρα και γύρω του
παντού αίματα και μια βελόνα στο δεξί του χέρι.
“Τι έκανες ρε μαλάκα, τι έκανες;” κλαψούρισα όπως πλησίαζα
στο σώμα του. Έσκυψα κοντά του, δίπλα στη μπανιέρα. Πήγα να ακουμπήσω το χέρι μου στην πληγή που κάποτε ήταν το πουλί του, μα αηδίασα και το τράβηξα πίσω. “Έλα ρε μαλάκα, ξύπνα,” του φώναξα και του ριξα μια δυνατή σφαλιάρα. Ακούμπησα τα
δαχτυλά μου στο λαιμό του για να δω αν είχε παλμό. Δεν είχε.
“Όχι ρε πούστη, όχι ρε πούστη, όχι ρε φίλε, όχι ρε γαμωτό, μη
μου το κάνεις αυτό ρε Γεράσιμε, σε παρακαλώ ρε Γεράσιμε, μην πεθάνεις ρε φίλε, σε παρακαλώ, μην πεθάνεις.”

Έτρεξα πίσω στο σαλόνι και τηλεφώνησα να ρθει ένα ραδιοταξί. Έψαξα παντού στο σπίτι, μα δε βρήκα ούτε μισό ευρώ – μόνο
κάτι εικοσάλεπτα. “Ω το μαλάκα, ω το μαλάκα!” ψέλλιζα όσο
ψαχούλευα τα συρτάρια του. Το ταξί ήρθε μετά από λίγο και
κόρναρε. Βγήκα έξω, είπα στον ταρίφα όλη την ιστορία, δέχτηκε να πάει τσάμπα το Γεράσιμο στο νοσοκομείο, μα όχι και μένα.
“Άκου να δεις φιλαράκι,” μου είπε, “το φίλο σου θα τον πάω,
αλλά εσένα δε σε παίρνω τσάμπα.”
“Μα γιατί; Πώς θα τον πάω στο νοσοκομείο;”
“Μην ανησυχείς, θα τον πετάξω στην είσοδο και θα ρθουν οι
νοσοκόμες να τον μαζέψουν. Το χω ξανακάνει, δεν είναι τίποτα.”“Μα δεν είναι καλύτερα να τον πάω εγώ μέχρι μέσα;”
“Όχι μάγκα μου, δεν είναι καλύτερα. Άμα πλήρωνες θα ήταν,
αλλά έτσι στο τσάμπα όχι. Δεν είμαι ο προσωπικός σου σωφέρ
εγώ να σε πηγαίνω βόλτες όπου γουστάρεις.”
“Μα τι λες ρε φίλε, σου λέω πεθαίνει ο άλλος!”
“Ε σου λέω, αυτόν θα τον πάω, εσένα όχι.”
“Μα ρε αδερφέ, τα ίδια λεφτά θα χάσεις! Την ίδια διαδρομή θα
κάνεις και την ίδια βενζίνη θα κάψεις! Δε χρειάζεται να με φέρεις καν πίσω, θα φύγω το πρωί, με το λεωφορείο!”
“Δεν είναι θέμα λεφτών και βενζίνης, φιλαράκι. Είναι θέμα αρχής. Τι νομίζετε ότι είμαστε εμείς οι απλοί ταρίφες, τίποτα άκαρδα
κτήνη; Οι ταρίφες, φιλαράκι, είναι οι καλύτεροι άνθρωποι που θα γνωρίσεις. Όλοι μας θα τον πηγαίναμε το φίλο σου στο
νοσοκομείο τσάμπα, αλλά εσύ μια χαρά είσαι, δε σε πάω
πουθενά χωρίς να πέσεις παραδάκι.”
“Καλά, καλά, εντάξει. Πάω να τον φέρω.”
“Άντε, πήγαινε. Και γρήγορα, ε! Έχουμε κι ένα σπίτι, μια
οικογένεια που μας περιμένει!”
Έτρεξα γρήγορα πάλι μέσα, σήκωσα με πολύ κόπο και
προσπάθεια το Γεράσιμο στην πλάτη μου, και τον έσυρα μέχρι
το ταξί. Τον πέταξα μέσα στα πίσω καθίσματα, και με το που
έκλεισα την πόρτα ο ταρίφας γκάζωσε κι εξαφανίστηκε.

Περίπου μια ώρα αργότερα πήρα τηλέφωνο στο νοσοκομείο να ρωτήσω τι είχε γίνει. Μου είπανε ότι δεν τον προλάβανε, ότι ήταν ήδη νεκρός όταν τον έφερε ο ταξιτζής, από ακατάσχετη
αιμορραγία.
Και κάπως έτσι πέθανε ο φίλος μου ο Γεράσιμος, που δεν
πίστεψε ποτέ πως η γη γυρίζει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s