Μιλα μου για ποιηση

Κλασσικό

“Μίλα μου για ποίηση.”
Είχαμε καθίσει σ’ ένα καφενείο με το φίλο μου τον Ευριπίδη και μεταξύ στριψίματος τσιγάρων και αγναντέματος γκομενακίων που κατεβαίναν στον πεζόδρομο, λέγαμε και καμιά κουβέντα να περνάει η ώρα. Έβαλα ένα φιλτράκι στο στόμα κι άρχισα να στρίβω. Κοίταξα κάτω με βλέμμα βλοσυρό, έγλειψα το χαρτάκι, κι αφού το άναψα είπα, χαϊδεύοντας τις τρίχες στο πηγούνι μου:


“Η ποίηση είναι μια ανθρώπινη κουράδα σε μια παρθένα ζούγκλα.”
“Ε είσαι και πολύ μαλάκας.”
“Διαφωνείς;”
“Καθέτως.”
“Πες μου τότε εσύ τη γνώμη σου.”
“Η ποίηση, φίλε μου, είναι μια αχτίδα του ηλίου μες στη νύχτα. Η ποίηση είναι η κραυγή ενός κωφάλαλου. Η ποίηση είναι μια χιονονιφάδα που πέφτει στην Αθήνα μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η ποίηση είναι ένα ρέμα με γλυκό, πόσιμο νερό που εμφανίζεται χωρίς λόγο και αιτία την περίοδο της ξηρασίας στη Σαχάρα.”
“Ε το ίδιο πράμα λέμε.”
“Καθόλου το ίδιο. Για σένα η ποίηση είναι αναγκαιότητα. Για μένα είναι η άρνηση της αναγκαιότητας.”
“Ωραία τα λες ρε φίλε. Γιατί δεν κάθεσαι να γράψεις τίποτα;”
“Γιατί εγώ δεν είμαι ποιητής. Εγώ είμαι ολόκληρος ένα ποίημα.”
“Να σε βάλουμε τότε να στέκεσαι να σε βλέπει ο κόσμος στην επόμενη παρουσίαση.”
“Είσαι πολύ ρηχός. Αναρωτιέμαι πως τα καταφέρνεις και περνιέσαι για συγγραφέας.”
“Αυτό κι εγώ το αναρωτιέμαι… Πωω, για δες κείνην εκεί.”
Ένα γκομενάκι με μίνι φούστα και κάτι ψηλές, μαύρες μπότες που κάνανε τα πόδια της να φαίνονται υπέροχα πέρασε από μπροστά μας.
“Θα κρυώσει,” είπε ο Ευριπίδης.
“Και συ τι είσαι ρε μαλάκα, ο γιατρός της;”
“Δεν έχει κανένα νόημα να συζητώ μαζί σου.”
“Δεν έχει κανένα νόημα να συζητάς γενικά. Έτσι κι αλλιώς η ανθρωπότητα είναι η αρρώστια αυτού του πλανήτη, κι αν έχουν να προσφέρουν κάτι αυτό σίγουρα δεν είναι τα λόγια τους.”
“Η θεωρία της μισανθρωπιάς.”
“Δεν είμαι μισάνθρωπος. Δε μισώ τους ανθρώπους, απλά νιώθω καλύτερα όταν δε βρίσκονται τριγύρω.”
“Μπουκόφσκι;”
“Ναι.”
“Σου το χω ξαναπεί να μην τον παίρνεις και πολύ στα σοβαρά.”
“Κανέναν ποτέ δεν παίρνω στα σοβαρά. Απλά μ’ αρέσει το στυλ του.”
“Καλά, τέλοσπαντων. Μην την κάνουμε σιγά σιγά;”
“Από τώρα; Ούτε οχτώ δεν είναι ακόμα.”
“Ναι, το ξέρω, απλά θέλω να περάσω και μια από το σπίτι να κάνω κανα μπάνιο και να πάρω μερικά λεφτά.”
“Εντάξει. Θα ρθω κι εγώ τότε. Να πιούμε καμιά μπύρα και να ξεκινήσουμε κατά τις δέκα για κέντρο.”
“Εννιάμιση.”
“Καλά, εννιάμιση. Άντε, πλήρωσε και πάμε. Πάρε εδώ ένα δίευρω. Πάω μια να κατουρήσω.”
“Όκει.”

Στο στέκι των αναρχοαυτόνομων απόψε είχε γλέντι. Ξέρεις τώρα, ρεμπέτικο γλέντι, απ’ αυτά που μαζεύονται οι αναρχοπερίεργοι και οι χασικλήδες και διάφοροι παρατρεχάμενοι και κάθονται σε τραπεζάκια γύρω από μια ψευτοκομπανία μαλλιάδων που δεν τους ξέρει κανείς και πίνουν κρασάκια μέχρι να γίνουν χάλια. Ε και κλασσικά θα πηγαίναμε κι εμείς με την παρέα να κοζάρουμε κανα αλτέρνατιβ γκομενάκι και, κυρίως, να γίνουμε κι εμείς κώλος.
Αφού λοιπόν ο Ευριπίδης πλύθηκε και ντύθηκε κι εγώ κατέβασα δυο μπύρες, ξεκινήσαμε και φτάσαμε στο κέντρο. Καθίσαμε σ’ ένα τραπεζάκι στη γωνία γιατί είμαστε κι αντικοινώνες και γεμίσαμε τα πλαστικά μας ποτηράκια με ένα γλυκό ξύδι που κάποιοι ονόμασαν, για λόγους μάρκετινγκ, φτηνό κόκκινο κρασί. Η κομπανία των μαλλιάδων κούρδιζε τα μπουζούκια και τις κιθάρες τους, κι όλοι οι άλλοι φωνάζαν και γελούσαν και κατεβάζανε γουλιές από το στόμα στο, κατά κανόνα, μισογεμάτο με πιτόγυρα στομάχι τους. Το ίδιο κάναμε κι εμείς, απλά το πιτόγυρο δεν το χαμε φάει ακόμα, θα το τρώγαμε αργότερα.
“Οι άλλοι πότε θα ρθουν;” με ρώτησε ο Ευριπίδης.
“Ξέρω γω; Μπορεί και να μην έρθουν.”
“Να μην έρθουν; Γιατί;”
“Δεν ξέρω ρε φίλε, πρώτη φορά θα ναι που ρίχνουνε πιστόλι;”
“Καλά ναι, δεν έχεις κι άδικο.”
Σιγά σιγά η κομπανία ξεκίνησε τις πενιές. Αρχικά παίξανε τα κλασσικά, Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, φραγκοσυριανή, ρεμπέτες του ντουνιά, βαπόρι απ’ την Περσία και λοιπά. Μετά περάσανε σε πιο ψαγμένους καλλιτέχνες. Ακόμα κι αν δεν είχες ιδέα από ρεμπέτικο, αυτό το τελευταίο εύκολα το καταλάβαινες απ’ το γεγονός ότι στην αρχή έβλεπες σχεδόν όλους τους καθήμενους να σιγοτραγουδάνε μαζί με τον τραγουδιστή, και μετά από κανα δύωρο είχαν μείνει μόνο τρεις-τέσσερις που ξέρανε τα λόγια. Ή μπορεί να φταιγε και το ξύδι… Απ’ την παρέα μας δεν εμφανίστηκε κανένας.
Σε κάποια φάση ένας μουσάτος, που προφανώς ήταν του στεκίου, ήρθε βιαστικός στη σκηνή και άρπαξε το μικρόφωνο απ’ τα χέρια του ρεμπέτη.
“Παιδιά,” είπε, “συγγνώμη που διακόπτω, αλλά μόλις δεχτήκαμε ένα τηλεφώνημα. Μας είπανε πως στο κτίριο υπάρχει μια βόμβα, που θα ανατιναχτεί σε είκοσι ακριβώς λεπτά. Απλά ενημερώνω, λογικά είναι φάρσα.”
Οι μεθυσμένοι κοιταχτήκαν ξαφνιασμένοι μεταξύ τους για λίγα δευτερόλεπτα, και μετά μερικοί ξέσπασαν σε γέλια. Το ίδιο έκανα κι εγώ, μα ο Ευριπίδης δίπλα μου φαινόταν κάπως τρομαγμένος. Μόνο μια παρέα σηκώθηκε και έφυγε, όλοι οι άλλοι μείναμε στις θέσεις μας. Η κομπανία ξανάπιασε τα μπουζούκια και συνέχισε.
“Ρε μαλάκα,” μου πε ο φίλος μου, “το άκουσες αυτό;”
“Το άκουσα.”
“Ε και τι κάθεσαι; Πάμε να φύγουμε!”
“Έλα ρε μαλάκα Ευριπίδη, μη φρικάρεις. Αφού σου λέει είναι φάρσα.”
“Κι εσύ που το ξέρεις ρε φίλε; Κι αν δεν είναι;”
“Άραξε. Από που κι ως που να βάλει κάποιος βόμβα μες στο στέκι; Ποιός θα το κανε;”
“Δεν ξέρω ρε συ, αλλά κι αν έβαλε κάποιος;”
“Ώχου, άραξε σου λέω, πιές λίγο κρασάκι.”
“Δε θέλω κρασάκι, θέλω να φύγουμε.”
“Μη μου τα πρήζεις τώρα ρε μαλάκα, σου λέω είναι αδύνατον.”
“Πάμε ρε φίλε, πάμε σε παρακαλώ, πάμε έστω να φάμε τίποτα.”
“Α, αυτό δεν είναι κακή ιδέα, μ’ έχει πιάσει κι εμένα μια πείνα. Πάμε για κανα σουβλάκι και ξαναρχόμαστε;”
“Πάμε, ναι.”
Κι έτσι κάναμε, φορέσαμε τα μπουφάν μας και φύγαμε να πάμε στο γυράδικο παραδίπλα. Πήραμε από ένα πιτόγυρο μ’ απόλα ο καθένας κι αράξαμε σ’ ένα τραπεζάκι να τα φάμε. Τα καταβροχθήσαμε γρήγορα και σηκωθήκαμε.
“Ρε φίλε,” είπε ο Ευριπίδης, “ας περιμένουμε λίγο ακόμα.”
“Μην είσαι μαλάκας ρε Ευριπίδη, ξεκόλλα.”
“Έλα ρε φίλε, πάμε να πιούμε μια μπυρίτσα εδώ πιο κάτω στο παγκάκι και ερχόμαστε πάλι σε λίγο. Μια μπυρίτσα, ίσα ίσα να σπάσει κι η ξυδίλα. Έτσι κι αλλιώς και κει μέσα που καθόμαστε τι κάνουμε;”
“Άντε, ντάξει, έπινα μια μπυρίτσα. Πάμε.”
Και πήραμε λοιπόν από ένα κουτάκι και καθήσαμε στο παγκάκι να το πιούμε.
“Πάντως ρε φίλε,” του είπα, “έχεις δίκιο, δεν κάνουμε και τίποτα, απλά τα πίνουμε και μιζεριάζουμε. Άσε που όπου να ναι θα το γυρίσουν και στα έντεχνα και δεν ψήν…”
ΜΠΟΥΜ!
“ΜΑΛΑΚΑ!” τσίριξε ο Ευριπίδης. “ΤΟ ΑΚΟΥΣΕΣ ΑΥΤΟ;”
“Δεν το πιστεύω!”
“Πάμε!”
Τρέξαμε πίσω στο στέκι με τις μπύρες στα χέρια. Ο πάνω όροφος, εκεί που γινότανε το γλέντι δηλαδή, είχε καταστραφεί. Τα παράθυρα ήτανε όλα σπασμένα κι από μέσα έβγαινε καπνός, και στη δεξιά πλευρά υπήρχε μια μεγάλη τρύπα απ’ όπου μπορούσες να διακρίνεις μερικά ανθρώπινα σώματα. Γύρω γύρω είχαν μαζευτεί καμιά πενηνταριά άτομα που φώναζαν και χτυπούσαν τα κεφάλια τους. Σύντομα ακούσαμε και τις σειρήνες των κωλάδικων και των ασθενοφόρων που πλησίαζαν.
“Στο πα ρε μαλάκα, στο πα!” φώναξε, σχεδόν περήφανος που τελικά είχε δίκιο, ο Ευριπίδης.
“Δεν το πιστεύω!” επανέλαβα.
“Πάλι καλά που φύγαμε! Πάλι καλά!”
Πλησίασα έναν μαλλιά που στεκότανε φρικαρισμένος μόνος του και τον ρώτησα αν ήξερε τι είχε γίνει.
“Έσκασε μπόμπα ρε φίλε!”
“Ναι, το ξέρω αυτό, αλλά πώς; Γιατί;”
“Λένε ότι το κάναν κάτι φασιστάκια, μια οργάνωση, Εθνικοσοσιαλιστικό Μέτωπο Ελλήνων Τιμωρών Ομάδων Συριζεοεβραιοαναρχοαριστεροκομμουνιστών. Δεν ξέρω βέβαια αν ισχύει.”
“Πωω, απίστευτο!”
“Ναι, ναι, απίστευτο! Άκουσα και κάποιον να λέει για πάνω από τριάντα νεκρούς, αλλά κι αυτό δεν ξέρω αν ισχύει. Θα μάθουμε όταν τους μαζέψουν όλους τα ασθενοφόρα.”
Τέλοσπαντων, δεν καθίσαμε και πολύ ακόμα, γρήγορα πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Στο μετρό, σε κάποια φάση, ο Ευριπίδης γύρισε και μου πε:
“Πάντως ακόμα κι αυτή η έκρηξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πράξη ποιητική.”
“Άσε μας ρε μαλάκα Ευριπίδη.”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s