Στη Δυση

Κλασσικό

Το ρολόι έδειχνε δύο και τέταρτο, και όπως κάθε μεσημέρι εδώ στο Σαν Σάμπα, το σαλούν είχε γεμίσει με μεθυσμένους καουμπόηδες. Η θερμοκρασία έξω θα άγγιζε τους 40 βαθμούς, και μέσα ήταν ακόμα χειρότερα. Το δωμάτιο έβραζε μα κανείς δεν έλεγε να βγάλει το γιλέκο του. Η μάνταμ Μπι γυρνούσε χαμογελαστή από τραπέζι σε τραπέζι και σέρβιρε ουίσκι, κι ο χοντρός Αλ, ο άντρας της, στεκόταν μουτρωμένος στο μπαρ και καθάριζε μ’ ένα ξεσκονόπανο τα γυάλινα ποτήρια.
Στο τραπεζάκι στη γωνία καθόταν ο Τζακ Γουάλας, γνωστός κι ως ‘κοντός’, και η συμμορία του, και παίζανε πόκερ.
“Καρέ του εφτά,” είπε ο κοντός ανοίγοντας τα φύλλα του.
“Διάολε!” αναφώνησε ο Τζιμ. “Είχα κέντα στο ρήγα.”
“Τζακ, έχεις κερδίσει στα τελευταία οχτώ παιχνίδια!” σηκώθηκε και είπε ο Χόρχε, ο Μεξικάνος.
“Μας κλέβεις;”
Ο Τζακ έριξε το βλέμμα κάτω και γέλασε. Μετά έπιασε το ριβόλβερ του και το έφερε προσεκτικά στη φάτσα του φίλου του, ακούμπησε απαλά την κάννη στο μέτωπό του.
“Δεν σ’ άκουσα καλά,” είπε. “Μπορείς να το ξαναπείς;”
Ο Μεξικάνος άσπρισε και τα μάτια του φούσκωσαν τόσο πολύ που βγήκαν έξω απ’ τις κόγχες.
“Ω, έλα τώρα, Τζακ! Το ξέρεις ότι κάνω πλάκα!”
“Α!” είπε ο κοντός και τράβηξε το όπλο πίσω. Η παρτίδα συνεχίστηκε κανονικά.
Η συμμορία του κοντού ήταν μια απ’ τις πιο επικίνδυνες σ’ ολόκληρο το κεντρικό Τέξας. Οι φήμες λέγανε πως ο Τζακ μόνος του είχε σκοτώσει πάνω από είκοσι άτομα. Το Σαν Σάμπα ελεγχόταν όλο απ’ αυτούς – ο Σερίφης ήταν δικός τους άνθρωπος. Ακόμα και σ’ αυτό εδώ το σαλούν, ο Τζακ έπαιρνε ένα γερό ποσοστό για να το κρατάει ασφαλές και σώο. Η αξία του ήταν στα πέντε χιλιάδες δολάρια, και οι υπόλοιποι έξι της συμμορίας ήταν γύρω στα τέσσερα όλοι μαζί. Συνολική αξία, εννιά χιλιάδες δολάρια. Νεκροί ή ζωντανοί.
Λίγο παραδίπλα, οι αδερφοί Ντάγκεϊλ καθόντουσαν σιωπηλοί και καθαρίζαν τα πιστόλια τους. Κάποια στιγμή ο Λάρκιν, ο μεγάλος αδερφός, γύρισε στους άλλους δυο, τον Τζο και τον Γκλεν, και είπε:
“Λοιπόν, θα φύγουμε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Υπολογίζω να φτάσουμε στο Μπράντι κατά τις 3-4 τη νύχτα. Θα κατασκηνώσουμε κάπου έξω για το υπόλοιπο βράδι. Το τραίνο θα περάσει απ’ το σταθμό κατά τις 9 το πρωί. Εμείς θα φύγουμε στις 8 και θα στήσουμε ενέδρα 2 μίλια έξω απ’ την πόλη. Εντάξει;”
“Γιατί να το κάνουμε όλο αυτό και να μη στήσουμε ενέδρα κάπου εδώ κοντά;” ρώτησε ο Γκλεν.
“Γιατί είμαι ο μεγαλύτερος και θα κάνετε αυτό που σας λέω εγώ,” απάντησε ο Λάρκιν.
“Μα…”
“ΣΚΑΣΕ! Δεν θα το συζητήσουμε κιόλας. Ή ακολουθείς ή φεύγεις.”
“Καλά…”
Οι αδερφοί Ντάγκεϊλ ήταν απ’ τους πιο περιβόητους ληστές τραίνων, ο φόβος και ο τρόμος των επιβατών. Τον τελευταίο μόνο χρόνο είχαν ληστέψει, επιτυχώς, πάνω από δέκα τραίνα, και η αμοιβή για τα κεφάλια τους όλο και ανέβαινε. Ο Λάρκιν άξιζε έξι χιλιάδες, ο Γκλεν τέσσερις κι ο Τζο τρεις. Σύνολο, δεκατρία χιλιάρικα. Όχι κι άσχημα.
Παραπέρα καθόταν μοναχός του ένας μυστηριώδης άντρας που συστηνότανε ως Μπεν. Ήταν κοινό μυστικό βέβαια πως αυτό δεν ήταν το πραγματικό του όνομα. Είχε έρθει στην πόλη πριν λίγες μέρες από τη Νεβάδα (έτσι είχε πει τουλάχιστον), και είχε εγκατασταθεί στον ξενώνα του Σέλντερ Γουόλερ. Όλοι υποψιάζονταν πώς ήταν κυνηγός επικυρηγμένων και πως γι’ αυτό είχε έρθει στο Σαν Σάμπα, μα κανείς δεν τον φοβότανε, ξέρανε καλά πως σ’ αυτή την πόλη αυτοί οι καουμπόηδες δεν είχανε καμία τύχη. Κι όμως, αυτός είχε το απόλυτο σχέδιο στο μυαλό του και απλά περίμενε την κατάλληλη ώρα. Καθόταν στο τραπέζι του κατεβάζοντας μικρές γουλιές ουίσκι και καπνίζοντας ένα χοντρό στριφτό τσιγάρο. Παρατηρούσε τους πάντες με προσοχή και δεν έβγαζε κιχ. Εννιά χιλιάδες η συμμορία του Κοντού, δεκατρείς χιλιάδες οι αδερφοί Ντάγκεϊλ, σύνολο εικοσιδύο. Βάλε και τα δυο καθίκια που κάθονταν απέναντί του, τον Άλτον Μακχάλαν και τον Χάμφρι Πίκλες, τους δυο αποτυχημένους ληστές της κεντρικής τράπεζας που άξιζαν από ένα πεντακοσάρι ο καθένας – σύνολο εικοσιτρία. Α, ναι. Ήταν κι εκείνος ο τύπος στη γωνία…
Το όνομά του ήταν Μπιλ ΜακΦράι. Γνωστός και ως ‘ο Μεγάλος’, ‘ο Χασάπης’, ‘ο Σκορπιός’, ‘ο Διάβολος του Ελ Πάσο’, ‘το πιο γρήγορο πιστόλι στο Νότο’ και ‘ο πιο επικίνδυνος άντρας στη χώρα’. Αξία, δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια. Καταλαβαίνετε λοιπόν για τι άνθρωπο μιλάμε… Ο τύπος είχε ληστέψει εκατοντάδες τράπεζες κι άλλα τόσα τραίνα, μα η αξία του ήταν τόσο μεγάλη για άλλους λόγους – συγκεκριμένα για το γεγονός ότι δεν είχε συναισθήματα για κανέναν και για τίποτα. Σκότωνε τόσο φυσικά όσο κατουρούσε. Σε κάθε ληστεία προσλάμβανε μερικούς να τον βοηθήσουν, και μόλις την ολοκλήρωναν ο Μπιλ τους σκότωνε επί τόπου κι έπαιρνε όλα τα χρήματα μόνος του. Δεν έδειχνε έλεος σε κανέναν. Μια φορά που χε μπουκάρει στο σπίτι ενός ζάμπλουτου γερουσιαστή, εκείνος, μόλις τον αναγνώρισε του πρόσφερε τα πάντα, ακόμα και τα χρυσαφικά που είχε κρυμμένα, ακόμα και τη γυναίκα του, εκείνος τον ευχαρίστησε, τα φόρτωσε όλα στο σακί του, βίασε τη γυναίκα μπροστά του, και μετά κάρφωσε και στους δύο από μια σφαίρα στο κεφάλι. Λένε μάλιστα ότι είχε σκοτώσει ακόμα και παιδιά, που ήταν μάρτυρες σε ληστείες του. Το όνομα του πάντως έγινε γνωστό ως την Ανατολική ακτή μετά τη ληστεία στην κεντρική τράπεζα του Ελ Πάσο. Εκεί, την ώρα της ληστείας, του στήσανε ενέδρα ο σερίφης και οι άντρες του – κάποιος τον είχε δώσει. Ο ΜακΦράι πρώτα σκότωσε όλους όσους βρίσκονταν στην τράπεζα, δηλαδή δυο ταμίες και κάμποσους πελάτες. Μετά, μαζί με τους δυο συνεργάτες του, και με τη βοήθεια δυναμίτων ξεκλήρισε όλο το στρατό του σερίφη, δεκαπέντε άντρες συν τον ίδιο. Λίγες λεπτομέρειες είναι γνωστές, γιατί οι ντόπιοι δε μιλάνε για το γεγονός, αλλά είναι αλήθεια. Και φυσικά, μετά απ’ όλα αυτά, σκότωσε και τους δυο συνεργάτες του και πήρε τα λεφτά και έφυγε. Γενικά ήταν ο τύπος με τον οποίο δε θα θελες να μπλέξεις.
Τώρα καθόταν στο τραπέζι του κι έτρωγε ένα πιάτο σπαγγέτι με κόκκινη σάλτσα, και το δεξί του χέρι το χε μόνιμα έτοιμο να ακουμπάει το πιστόλι του στη ζώνη. Καμιά φορά σήκωνε το βλέμμα και κοιτιότανε στα μάτια με τον Μπεν, έσκαγε ένα χαμόγελο, το χαμόγελο του ψυχάκια, και γύρναγε στο φαγητό του. Ο Μπεν ήξερε καλά ότι τα λεφτά βρίσκονταν στο κεφάλι αυτού του άνδρα, του πιο επικίνδυνου στη χώρα, αλλά ήξερε επίσης πως θα πρεπε να σχεδιάσει πολύ προσεκτικά τις κινήσεις του για να τα καταφέρει να σκοτώσει αυτόν τον τύπο.
“ΒΟΗΘΕΙΑ!”
Ένας γεράκος, θα ταν γύρω στα εξήντα, λαχανιασμένος, ιδρωμένος κι ατημέλητος, παρά τα ακριβά ρούχα που φορούσε και το περιποιημένο μουστάκι του, είχε μόλις μπει μες στο σαλούν τρέχοντας, και φαινόταν τρομοκρατημένος. Φορούσε ένα ζευγάρι στρογγυλά, μικροσκοπικά γυαλάκια, και κρατούσε στο χέρι του ένα μαύρο χαρτοφύλακα. Όλα τα βλέμματα είχαν πέσει πάνω του.
“Βοηθήστε με, σας παρακαλώ!”
“Τι τρέχει, γέρο;” ρώτησε ο Αλ.
“Χρειάζομαι τη βοήθεια σας! Χρειάζομαι κάποιον να με προστατέψει!”
“Από τι;”
“Δε μπορώ να πω πολλά! Με κυνηγάνε. Έφτασα στην πόλη χτες το βράδι, και πριν λίγο έμαθα πως μόλις κατέφτασαν κάποιοι απ’ τα δυτικά. Κάποιοι συγκεκριμένοι. Σας παρακαλώ, μη με ρωτάτε λεπτομέρειες, δε μπορώ να σας πω!”
“Για μισό λεπτό,” σηκώθηκε ο Τζακ. “Έρχεσαι εδώ πέρα και μας ζητάς να σε προστατέψουμε, αλλά από την άλλη δε μας λες το πως και το γιατί. Δε μας λες καν ποιοί είναι αυτοί που σε κηνυγάνε. Κι έτσι απλά έρχεσαι και απαιτείς προστασία;”
“Σας παρακαλώ! Ακούστε με, το λέω για το δικό σας το καλό, δεν μπορώ να αποκαλύψω περισσότερα!”
“Ε τότε καλή τύχη,” παρεμβλήθηκε ο Λάρκιν.
“Όχι, όχι, μη με διώχνετε! Ακούστε με. Σ’ αυτόν εδώ το χαρτοφύλακα έχω εξήντα χιλιάδες δολάρια! Όποιος από σας με βοηθήσει, θα του δώσω τα μισά! Τριάντα χιλιάδες δολάρια!”
Ησυχία στο σαλούν. Οι θαμώνες μείναν με τα στόματα ανοιχτά. Ο χοντρός Αλ και η μάνταμ Μπι επίσης. Μονάχα ο Μπιλ ΜακΦράι συνέχιζε να τρώει τη μακαρονάδα του σα να μην είχε γίνει τίποτα.
“Άνοιξε το χαρτοφύλακα και δείξτα μας,” είπε ο Μπεν. Τριάντα χιλιάρικα ήταν λίγο λιγότερα από τις αμοιβές όλων των τύπων εδώ μέσα μαζί, αλλά είχαν και πολύ μικρότερο ρίσκο.
“Ω, έλα τώρα!”
“Δείξτα μας!” φώναξε κι ο Λάρκιν.
“Εντάξει… Αλλά θέλω να μου υποσχεθείτε ότι δε θα πάθω τίποτα, ότι κανείς δε θα μου επιτεθεί.”
Οι καουμπόηδες μείναν λίγο σιωπηλοί και κοίταξαν κάτω.
“Στο υποσχόμαστε,” είπε τελικά ο Μπεν τραβώντας το ριβόλβερ απ τη ζώνη του. “Στο υπόσχομαι εγώ, κανείς δε θα σε πειράξει. Ας τολμήσουν…”
“Εντάξει λοιπόν. Τον ανοίγω.”
Κι άνοιξε τον χαρτοφύλακα κι όλοι μαζεύτηκαν γύρω του – όλοι εκτός του ΜακΦράι. Μέσα δεκάδες δέσμες με χαρτονομίσματα, στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη. Πρέπει να ταν όντως εξήντα χιλιάδες. Ο Χάμφρι Πίκλς τότε έκανε με μια απότομη κίνηση να βγάλει το ριβόλβερ του, και επιτόπου ο Μπεν πάτησε σκανδάλη κι ο Χάμφρι έπεσε στο πάτωμα με μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Άλτον Μακχάλαν προσπάθησε κι αυτός να τραβήξει τ’ όπλο του όταν ο συνεργάτης του έπεσε κάτω νεκρός, κι αυτή τη φορά ήταν ο Λάρκιν Ντάγκεϊλ που του πάτησε μια πιστολιά, όχι στην καρδιά, μα στο μυαλό.
“Αυτοί οι βλάκες το αξίζαν ούτως ή άλλως,” είπε ο Λάρκιν κι έχωσε το όπλο πίσω στη θήκη του.
“Το λοιπόν, με μένα τι θα κάνετε;” παραπονέθηκε ο γεράκος.
Οι άντρες κοιταχτήκαν μεταξύ τους. Ο κοντός πήρε το λόγο.
“Μπορούμε απλά να τον σκοτώσουμε και να μοιραστούμε το χρήμα.”
“Δε θα σας το σύστηνα.” Ο Μπιλ ΜακΦράι σηκώθηκε για πρώτη φορά απ’ το τραπέζι και μίλησε. “Καταρχάς, μετράω δώδεκα άτομα, χωρίς να υπολογίζω τον αγαπητό κύριο Αλ και τη μάνταμ Μπι που θα φύγουνε τώρα. Έτσι δεν είναι, αγαπητέ Αλ;”
“Ναι, Αλ,” είπε ο Τζακ Γουάλας. “Κλείσε το μαγαζί και φύγετε.”
Ο Αλ υπάκουσε, πήρε τη γυναίκα του, σήκωσε την ταμπελίτσα ‘ΚΛΕΙΣΤΟ’, κι εξαφανίστηκε.
“Συνολικά δηλαδή θα βγουνε πέντε χιλιάδες για τον καθένα μας. Ποσό σίγουρα αξιοσέβαστο, μα μηδαμινό μπροστά σε τριάντα χιλιάδες. Κι επίσης,” συνέχισε ο Χασάπης, “μην ξεχνάτε πως στην παρέα μας έχουμε και κάποιον, για το ποιόν του οποίου δε γνωρίζουμε και πολλά, μα οι φήμες λένε πως είναι ανερχόμενο ταλέντο στο χώρο του κυνηγιού επικυρηγμένων. Και καλό θα ήταν να προσέχουμε όσο να ‘ναι τι κάνουμε και πως συμπεριφερόμαστε μπροστά του.”
“Μα είναι μόνο ένας,” διέκοψε ο Λάρκιν Ντάγκεϊλ.
“Ένας, ναι, αλλά επικίνδυνος,” συνέχισε ο ΜακΦράι. Ο Μπεν παρακολουθούσε σιωπηλός. “Γι’ αυτό είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να βρούμε μια μέση λύση.
“Και ποια είναι αυτή η μέση λύση;” είπε ένας απ’ τους άντρες του Γουάλας. “Ή θα τον βοηθήσει ένας από μας και θα πάρει τα τριάντα χιλιάρικα, ή θα τον σκοτώσουμε και θα μοιραστούμε τα εξήντα. Δεν υπάρχει μέση λύση.”
“Ω, μα είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να βρούμε μια, μια λύση που θα μας βγάλει όλους κερδισμένους. Έτσι δεν είναι, Μπεν;”
“Μη με ανακατεύεις, δε θέλω πολλά πολλά μαζί σας. Αλλά ούτε και θα σας αφήσω να τον σκοτώσετε,” απάντησε εκείνος.
“Μα δε θα τον σκοτώσουμε. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Το λοιπόν, και αφού ο γέρος δε φαίνεται διατεθειμένος να μας πει πολλά, θα πρέπει να περιμένουμε να εμφανιστούν αυτοί που, όπως ισχυρίζεται, τον κυνηγάνε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε λοιπόν, είναι να κάτσουμε εδώ και να τους περιμένουμε, για να ξεκαθαριστεί λίγο η κατάσταση. Ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι ληστές που κουβαλάνε μαζί τους άλλα τόσα χρήματα, και να βγούμε όλοι κερδισμένοι εις διπλούν. Μπορεί να είναι καραβάνι που μεταφέρει λεφτά από μια τράπεζα σε άλλη, κι ο γέρος με κάποιον παράδοξο τρόπο να κατάφερε να τους κλέψει αυτά τα εξήντα χιλιάρικα. Μπορεί να γνωρίζουν κάτι παραπάνω, και για παράδειγμα να μας πουν πως ο γέρος έχει πολλά περισσότερα απ’ αυτές τις εξήντα χιλιάδες που μας έδειξε, κρυμμένα κάπου που μόνο αυτός ξέρει.”
“Όχι, εγώ…” έκανε να διακόψει ο γέρος.
“Εσύ δε χρειάζεται να πεις κάτι,” συνέχισε ο Διάβολος του Ελ Πάσο. “Οπότε, αυτό που θα πρότεινα, για το καλό όλων μας, θα ήταν να κάτσετε όλοι εσείς εδώ και να περιμένετε αυτούς που τον κυνηγάνε μέχρι να μάθουμε περισσότερα.”
Οι άντρες μείναν σκεπτικοί για λίγο.
“Κι εσύ τι θα κάνεις;” ρώτησε ο Λάρκιν.
“Εγώ θα πάω στην αποθήκη μαζί με το φίλο μας με το χαρτοφύλακα και θα κουβεντιάσουμε.”
“Ε!” πετάχτηκε ο κοντός. “Και γιατί να σ’ εμπιστευτούμε;”
“Μα αγαπητέ Τζακ Γουάλας, δε χρειάζεται να με εμπιστευτείτε. Χρειάζεται απλά να έχετε το μυαλό να καταλάβετε πως αν δεν κάνετε ό,τι σας πω, θα σας σκοτώσω όλους.”
Σιωπή μες στο σαλούν. Τελικά ο Γουάλας πήρε το λόγο
“Εντάξει. Αλλά θα έρθει κάποιος από μας μαζί σου, δε θα πας μόνος σου.”
“Θα πάω εγώ,” φώναξε ο Μπεν. Ο ΜακΦράι χαμογέλασε.
“Ούτε εσένα σε εμπιστευόμαστε!” είπε ο Λάρκιν.
“Ω μα δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι, Λάρκιν Ντάγκειλ. Έτσι κι αλλιώς όποιος κι αν έρθει μαζί μου δεν θα είχε καμία ελπίδα επιβίωσης αν το αποφάσιζα. Και μάλιστα ο ταλαντούχος κυνηγός από δω είναι το καταλληλότερο άτομο για να ρθει μαζί μου, γιατί αφενός με σιχαίνεται σα να μουν κατσαρίδα, αφετέρου οι ηθικές του αρχές θα τον εμπόδιζαν να συνάψει κάποια συμφωνία μαζί μου, όπως, λόγου χάρην, να σκοτώσουμε το γέρο και να μοιραστούμε τα λεφτά. Έτσι δεν είναι;”
“Ναι,” απάντησε ο Μπεν.
“Οπότε καταλήγουμε στο ότι είναι η καλύτερη επιλογή για να μας συνοδέψει στην αποθήκη.”
“Καλά,” είπε τελικά ο Λάρκιν. “Απλά να ξέρετε ότι αν πάτε να κάνετε κανα κόλπο θα σας βρούμε.”
“Χαχα, είμαι σίγουρος αγαπητέ Λάρκιν Ντάγκεϊλ, είμαι σίγουρος. Πάμε γέρο. Πάμε Μπεν…”
Οι τρεις άντρες προχώρησαν προς την ξύλινη σκάλα, ανέβηκαν και μπήκανε στην αποθήκη, κλείσανε με δύναμη την πόρτα πίσω τους. Οι υπόλοιποι μείνανε κάτω, βγάλανε ένα μπουκάλι απ το μπαρ και συνεχίσανε.
“Τι κάνουμε τώρα, Τζακ;” ρώτησε ο Μεξικάνος. Ο κόντος δεν απάντησε.
“Θα μας τη φέρουνε… Είμαι σίγουρος,” είπε ο Γκλεν Ντάγκεϊλ. “Τώρα που μιλάμε κάτι θα σχεδιάζουνε…”
“Μπορεί,” είπε ο Λάρκιν. “Μπορεί και όχι. Μπορεί ο ΜακΦράι να έχει κάτι άλλο στο μυαλό του.”
“Έλα τώρα, Ντάγκεϊλ,” του φώναξε ο κοντός. “Το ξέρεις ότι δε μπορούμε να τον εμπιστευτούμε αυτόν τον άνθρωπο. Το ξέρεις ότι απλά κερδίζει χρόνο μέχρι να βρει έναν τρόπο να μας τη φέρει – ή ακόμα μπορεί να χει ήδη βρει τον τρόπο και όλα αυτά να είναι μέρος του σχεδίου του. Το ξέρεις καλά ότι δεν είναι με το μέρος μας.”
“Και τι προτείνεις να κάνουμε τότε;” ρώτησε ο Λάρκιν.
“Κάνε λίγο τους υπολογισμούς. Εδώ μέσα είμαστε δέκα άτομα. Ο ΜακΦράι είναι ένας. Μπορεί κανείς μας να μην έχει τη φήμη του, αλλά δεν είμαστε κακοί πιστολέρος. Μπορούμε να τον σκοτώσουμε.”
“Και μετά;”
“Μετά μοιραζόμαστε τις εξήντα χιλιάδες. Έξι χιλιάρικα ο καθένας μας.”
“Και ο άλλος; Ο κυνηγός; Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν;”
“Αυτός δε θα ασχοληθεί. Αντιθέτως, μπορεί να μας βοηθήσει κιόλας. Προφανώς κι έχει έρθει σ’ αυτήν την πόλη μόνο και μόνο για το κεφάλι του ΜακΦράι. Δε θα έλεγε όχι και στα δικά μας τα κεφάλια, αλλά δεν είναι προτεραιότητα του, ούτε είναι τόσο απλό. Αυτός απλά θα προσπαθήσει να σκοτώσει τον ΜακΦράι και μόνο.”
“Σ’ αυτό έχεις ένα δίκιο… Αλλά κι αν μας περιμένει; Αν είναι έτοιμος πίσω απ’ την πόρτα και με το που ακούσει βήματα αρχίσει να πυροβολεί;”
“Όχι, δεν το περιμένει. Αυτό δεν είναι μέρος του σχεδίου του. Θα μας θεωρούσε τρελούς αν κάναμε κάτι τέτοιο. Ξέρουμε όλοι ότι ύπο άλλες συνθήκες θα μας σκότωνε και τους δέκα για πλάκα. Αλλά τώρα έχουμε το πάνω χέρι. Τώρα τον έχουμε στριμώξει μες στην αποθήκη, παρέα με κάποιον που θα έδινε τα πάντα για να του ρίξει μια σφαίρα στην καρδιά. Τώρα έχουμε το πλεονέκτημα. Πρέπει να το εκμεταλλευτούμε.”

Την ίδια στιγμή στην αποθήκη, οι δυο άντρες κάθονταν σε δυο ξύλινες καρέκλες και κοιτάζονταν αμίλητοι στα μάτια, με τα χέρια τους ακουμπισμένα στις ζώνες. Τον γέρο τον είχανε αφήσει σε μια άκρη και δεν του δίναν σημασία. Ο ΜακΦράι είχε ένα πρόσωπο σκληρό, ρυτιδιασμένο, γέρικο, παρότι δεν πρέπει να ταν πάνω από σαράντα χρονών. Τα μάτια του ήταν σχιστά και μικρά – είχε σίγουρα ινδιάνικη καταγωγή, λογικά κάποιος στην οικογένεια του ήταν απάτσι. Είχε συνεχώς ένα αμυδρό, ειρωνικό χαμόγελο, σαν όλα να του φαίνονταν αστεία. Ο Μπεν παρατηρούσε το πιστόλι του. Ήταν ένα 45αρι Κολτ Πισμέικερ του 1873. Το πιο κλασσικό και αξιόπιστο πιστόλι στη Δύση. Όχι κάτι το ιδιαίτερο βέβαια από άποψη ταχύτητας και γεμίσματος, αλλά ούτως ή άλλως λίγη σημασία έχει το πιστόλι σε σχέση με τον άντρα που το κρατά. Και η αλήθεια είναι πως στα χέρια αυτού του ανθρώπου ακόμα κι ένα βρεγμένο σπίρτο έμοιαζε με φονικό όπλο.
“Ποιος είσαι;” ρώτησε τελικά κάποια στιγμή ο Σκορπιός.
“Με φωνάζουν Μπεν.”
“Ω, μα αυτό το ξέρω. Εννοώ πραγματικά ποιος είσαι;”
“Είμαι αυτός που θα σε σκοτώσει.”
“Χαχαχα, ίσως τελικά να έκανα λάθος για σένα, τελικά φαίνεται πως το μυαλό σου συμβαδίζει με την ηλικία σου. Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να το κάνεις αυτό;”
“Όταν ξεμπερδέψουμε με όλα αυτά θα σε καλέσω σε μονομαχία.”
“Χμμ, μάλιστα. Πλήρης άγνοια κινδύνου… Σε πόσες μονομαχίες έχει πάρει μέρος, μικρέ;”
“Σε αρκετές.”
“Μάλιστα. Εγώ, αγαπητέ μου Μπεν, δεν έχω πάρει μέρος απλά σε αρκετές. Εγώ, αγαπητέ μου Μπεν, έχω σκοτώσει τόσους πολλούς ανθρώπους που δεν μπορώ ούτε να τους μετρήσω. Όπως καταλαβαίνεις, δεν έχεις καμία ελπίδα απέναντι μου. Όποτε, θα σου πρότεινα κάτι καλύτερο.”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή, πόσο αξίζουν όλα αυτά τα καθάρματα κάτω; Πρέπει να ναι γύρω στις είκοσι χιλιάδες δολάρια.”
“Εικοσιτρείς.”
“Εικοσιτρείς, μπράβο. Το λοιπόν, όλοι αυτοί μαζί, αξίζουν περισσότερο από μένα. Ναι, σίγουρα, θα χάσεις το μεγάλο ψάρι, θα χάσεις τη δόξα του ανθρώπου που σκότωσε τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο της Αμερικής. Αλλά σ’ ενδιαφέρει πιο πολύ το χρήμα ή η δόξα;”
“Συνέχισε.”
“Λοιπόν, αυτά τα καθάρματα στο σαλούν από στιγμή σε στιγμή θα προσπαθήσουνε να μας αιφνιδιάσουνε, και να σκοτώσουνε εμένα και το γέρο για να πάρουν τα λεφτά.”
“Που το ξέρεις;”
“Ω μα είναι αυτονόητο, αγαπητέ μου. Δεν μας εμπιστεύονται, οπότε θα πρέπει κάπως να δράσουν. Και το μόνο πράγμα που ξεπερνάει τον φόβο τους για μένα, είναι η ελπίδα πως θα βρούνε έναν σύντροφο στο πρόσωπό σου. Πιστεύουνε πως εσύ θα γυρίσεις εναντίον μου και θα τους βοηθήσεις.”
“Και γιατί να μην το κάνω;”
“Για τον πολύ απλό λόγο ότι, όπως και όλοι οι άνθρωποι, έχεις μέσα σου κάτι που λέγεται ‘ένστικτο επιβίωσης’. Γιατί ξέρεις ότι αν στραφείς εναντίον μου, ειδικά στα μουλωχτά, θα είσαι ο πρώτος που θα πεθάνει.”
“Εντάξει, κατάλαβα. Τι προτείνεις δηλαδή να γίνει;”
“Το λοιπόν, με βοηθάς να σκοτώσουμε αυτά τα δέκα καθάρματα. Τους φορτώνεις στο άλογο σου και πας να πάρεις την αμοιβή. Εγώ σκοτώνω το γέρο…”
“Μα!..” έκανε να διακόψει ο γέρος.
“Σςςς, ησυχία γέρο,” απάντησε ο Μπεν, “συνέχισε.”
“Λοιπόν, εγώ που λες σκοτώνω το γέρο, παίρνω τα εξήντα χιλιάρικα κι εξαφανίζομαι. Τι λες γι’ αυτό;”
“Δηλαδή εσύ θα πάρεις εξήντα χιλιάδες κι εγώ μόνο εικοσιτρείς; Και θα σου επιτρέψω κιόλας να σκοτώσεις έναν αθώο;”
“Έχεις ένα δίκιο σ’ αυτό, θα ήταν λάθος. Ωραία. Ας πούμε τότε ότι, αφού τον σκοτώσω, θα πάρω μόνο τις σαρανταπέντε χιλιάδες, και θα σου δώσω τα υπόλοιπα δεκαπέντε – όσα ακριβώς αξίζει και το κεφάλι μου δηλαδή.”
Ο Μπεν έμεινε για λίγο σκεπτικός. Ήταν δελεαστική η προσφορά σίγουρα, αλλά κάτι δεν του άρεσε στο όλο σχέδιο.
“Απάντησε μου γρήγορα όμως αν μπορείς γιατί τους ακούω που πλησιάζουν προς τη σκάλα,” είπε ο ΜακΦράι.
“Εντάξει. Θα σε βοηθήσω να τους σκοτώσουμε τους δέκα. Αλλά μετά δε θα σ’ αφήσω να σκοτώσεις το γέρο. Θα μονομαχήσουμε. Αν κερδίσω τον αφήνω και παίρνω τα λεφτά απ’ τις αμοιβές όλων σας. Αν χάσω, κάνεις ότι θέλεις.”
“Είσαι πολύ ξεροκέφαλος τελικά… Καλώς. Γέρο, ανέβα και μείνε στο πατάρι. Πρόσεχε τον χαρτοφύλακα. Εσύ Μπεν βγάλε τ’ όπλο σου και κρύψου πίσω από κείνα τα σακιά, κι εγώ θα σταθώ στα δεξιά της πόρτας.”
Η συμμορία του Γουάλας και οι αδερφοί Ντάγκεϊλ ακούγονταν που ανέβαιναν στις σκάλες. Και μετά τα βήματα σταμάτησαν. Μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ μπαμ!
Δεκάδες σφαίρες τρύπησαν την ξύλινη πόρτα της αποθήκης και κατέληξαν σε σακιά, μπουκάλια, έπιπλα και τοίχους. Κανείς δεν τραυματίστηκε.
“Ε,” ακούστηκε η φωνή του κοντού απ’ έξω. “Πετύχαμε κανέναν; Δε μπορώ να διακρίνω από τις τρύπες.”
“Ούτε εγώ,” συμφώνησε ο Λάρκιν.
“Χόρχε,” είπε ο Τζακ στο Μεξικάνο, “πήγαινε και δες.”
“Εγώ; Γιατί εγώ;”
“Έλα, τελείωνε. Δε χρειάζεται να μπεις μέσα, δες απ’ τις τρύπες.”
Ο Χόρχε αναστέναξε μα δεν έφερε αντίρρηση στο αφεντικό του, πλησίασε στην πόρτα, έσκυψε και προσπάθησε να δει από μια τρύπα.
“Αφεντικό δεν βλέ…” ΜΠΑΜ!
Μια σφαίρα διαπέρασε το μάτι του και καρφώθηκε στον εγκέφαλο. Ο Μεξικάνος έπεσε κάτω νεκρός.
“Ο ΜακΦράι είναι ζωντανός! Προσοχή!” φώναξε ο Γουάλας.
“Το καταλάβαμε, ηλίθιε! Μπουκάρουμε!” απάντησε ο Λάρκιν.
“Τι;”
“Αυτό που άκουσες. Πάμε! Τζο, σπάσε την πόρτα!”
Ο Τζο την κλώτσησε με δύναμη κι εκείνη έσπασε. Επιτόπου μια σφαίρα έφυγε απ’ το πιστόλι του Μπεν και τρύπησε την καρδιά του και τον σώριασε στο πάτωμα.
“ΤΖΟΟΟ!” τσίριξε ο Γλεν κι έκανε να τρέξει προς το μέρος του.
“ΟΧΙ!” φώναξε ο Λάρκιν. ΜΠΑΜ! Κάτω και ο Γκλεν.
“ΠΙΣΩ! ΚΑΝΤΕ ΠΙΣΩ!” ούρλιαξε ο Λάρκιν κι έκανε να φύγει. Ο Τζακ τον άρπαξε απ’ το μπράτσο και τον κράτησε.
“Όχι! Εσείς,” είπε στους άντρες του. “Μπείτε μέσα! ΤΩΡΑ!”
Οι άντρες στάθηκαν δεξιά κι αριστερά απ’ τα κουφώματα. Ο ΜακΦράι μπορούσε να ακούσει τις βαρίες ανάσες τους.
“Ηλίθιε, θα σκοτωθούμε όλοι!” φώναξε ο Λάρκιν, και τότε ο Σκορπιός πετάχτηκε απ’ τα δεξιά προς τα αριστερά κι έριξε τρεις σφαίρες αδιακρίτως. Η μια πέτυχε τον έναν άντρα στην καρδιά. Δυο απ’ τους τέσσερις έκαναν να μπουν μέσα για να αιφνιδιάσουνε τον Μπιλ, μα εκεί ήταν ο Μπεν, που με συνοπτικές διαδικασίες πυροβόλησε και τους έριξε κάτω και τους δυο.
“ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ! ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ!” τσίριξε ο Γουάλας, και οι άντρες τρέξαν όλοι προς τις σκάλες.
“Έλα,” είπε ο Χασάπης στον κυνηγό, “ακολούθα με.”
ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ! Δυο σφαίρες φύγαν απ’ το ριβόλβερ του Μπιλ και η μια πέτυχε έναν απ’ τους άντρες του κοντού στο λαιμό.
“Βλάκα!” είπε ο Λάρκιν στο Τζακ. “Δεν έπρεπε να μπουκάρουμε έτσι!”
“Δικιά σου ιδέα ήταν να μπουκάρουμε ρε ηλίθιε!”
“Ναι αλλά εσύ έστειλες τον Μεξικάνο να δει στην πόρτα!”
Ο Μπεν εντωμεταξύ είχε στηθεί στο μπαλκόνακι μεταξύ σκάλας και αποθήκης και σημάδευε. ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ! Δυο σφαίρες – η μία στο κεφάλι του τελευταίου άντρα του Γουάλας, η άλλη στο κεφάλι του Λάρκιν Ντάγκεϊλ. Ο Τζακ πρόφτασε και βγήκε έξω.
“Τρέχα,” φώναξε ο ΜακΦράι, “μην τον αφήσουμε να ξεφύγει.”
Οι δυο άντρες τρέξανε γρήγορα έξω και πήραν τον κοντό από πίσω.
“Τζακ Γουάλας!” φώναξε κάποια στιγμή, λαχανιασμένος, ο ΜακΦράι. “Σταμάτα! Είμαστε δυο και είσαι ένας, και σε σημαδεύουμε και οι δυο!”
Ο Τζακ σταμάτησε.
“Σήκωσε τα χέρια ψηλά!”
Ο Τζακ τα σήκωσε, μα δεν άφησε απ’ το δεξί του χέρι το πιστόλι.
“Πέτα κάτω το πιστόλι!”
“Δε νομίζω.”
“Δεν άκουσες τι σου είπα;”
“Άκουσα πολύ καλά. Αλλά νομίζω ότι αν ήτανε να με σκοτώσετε θα το είχατε κάνει ήδη. Επίσης,” άρχισε τότε να γυρνάει σιγά σιγά προς το μέρος τους, “αν μέτρησα σωστά ρίξατε ήδη δώδεκα σφαίρες.”
Έκανε τότε να σημαδέψει, μα με μια κίνηση ο ΜακΦράι πέταξε το όπλο απ’ το χέρι του και μέσα απ’ το μανίκι του έβγαλε ένα μικροσκοπικό Ντέριντζερ των 10 μιλιμέτρ. ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ! Τρεις σφαίρες, και οι τρεις στο στήθος του Τζακ Γουάλας. Ο κοντός έμεινε με το στόμα ανοιχτό. “Καθάρματα,” ψιθύρισε, κι έπεσε στο χώμα και ξεψύχησε.
“Ωραία,” είπε μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο ΜακΦράι. “Έλα τώρα να τον κουβαλήσουμε πίσω στο σαλούν, και μετά τους φορτώνεις όλους μαζί και τους πας στο σερίφη.”
Ο Μπεν δε μίλησε, έκανε ότι του είπε ο Διάβολος. Πιάσανε το πτώμα του Γουάλας απ’ τα χέρια και τα πόδια και το φέρανε πίσω στο σαλούν.
“Καλώς. Πάω να φέρω τον γέρο.”
“Δεν τελειώσαμε ακόμα, Μπιλ ΜακΦράι.”
Εκείνος στάθηκε για λίγο σιωπηλός, μετά γέλασε.
“Επιμένεις, δηλαδή, αγαπητέ μου Μπεν; Διψάς για ακόμα περισσότερο αίμα;”
“Κάναμε μια συμφωνία και πρέπει να την τηρήσεις.”
“Μάλιστα… Είσαι, τελικά, τόσο αποφασισμένος να πεθάνεις σήμερα;”
“Κάνεις πίσω;”
“Αγαπητέ Μπεν, γενικά θα έχεις ακούσει, φαντάζομαι, πως δε φημίζομαι για την τιμιότητα μου όσον αφορά τέτοιο είδους συμφωνίες. Αλλά ξέρεις τι; Επειδή σε συμπάθησα, θα σου κάνω αυτήν την τιμή. Θα σε σκοτώσω σε μια μονομαχία, ένας προς έναν.”
“Καλώς.”
“Μου επιτρέπεις τώρα να φέρω τον γέρο και το χαρτοφύλακα του εδώ, μαζί μας;”
“Θα πάω εγώ.”
“Όπως θες.”
Ο Μπεν ανέβηκε και ξανακατέβηκε κρατώντας το γέρο, που έτρεμε σαν ουρά κροταλία από το φόβο του, απ’ τον ώμο. Ο Χασάπης εντωμεταξύ είχε γεμίσει το ριβόλβερ του.
“Καλώς τον,” του είπε περιπαιχτικά ο ΜακΦράι. “Το λοιπόν, γέρο, δε νομίζεις πως έχουν αργήσει λίγο;”
“Ποιοι;”
“Μα αυτοί που σε κυνηγάνε, φυσικά.”
“Α. Δεν ξέρω. Εγώ πιστεύω πως θα εμφανιστούν από λεπτό σε λεπτό.”
“Έτσι πιστεύεις, ε;”
“Ναι.”
“Χμμ, μάλιστα… Ας υποθέσουμε τότε πως δεν εμφανίζονται ποτέ. Πώς θα αντιδρούσες τότε;”
“Αποκλείεται. Θα έρθουνε.”
“Αποκλείεται, μάλιστα… Ας το θέσω διαφορετικά το ερώτημα. Πώς πιστεύεις πως θα αντιδρούσαν αυτοί αν όντως εμφανίζονταν, κάποια στιγμή, και δε σε έβρισκαν εδώ;”
“Δεν ξέρω. Αν δεν κάνατε κάτι εσείς οι δυο για να με προστατέψετε, θα ψάχνανε παντού και θα με βρίσκανε.”
“Ας υποθέσουμε ότι δεν θα σε έβρισκαν ποτέ, γιατί πολύ απλά δε θα ήσουνα στο μαγαζί.”
“Θα το χα σκάσει; Και που να πάω; Θα με βρούνε όπου κι αν πάω!”
“Εγώ ξέρω ένα μέρος που δε θα σε βρουν ποτέ.”
“Ποιο μέρος;”
“Ένα μέρος υπόγειο.”
“Που;”
“Στο νεκροταφείο.” ΜΠΑΜ! Ο ΜακΦράι πυροβόλησε κι ο γέρος σωριάστηκε στο πάτωμα.
“ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ,” φώναξε στον Μπεν που έμεινε αποσβολωμένος, “και σε σκότωσα!”
“ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ; Υποσχέθηκες πως δεν θα τον σκοτώσεις πριν από μένα!” ούρλιαξε ο κυνηγός.
“Το υποσχέθηκα, όντως, και το έκανα μόνο και μόνο γιατί, όπως σου είπα, σ’ έχω συμπαθήσει – αλήθεια. Αλλά κι εσύ, δεν παίζεις τίμια, αγαπητέ Μπεν.”
“Τι εννοείς;”
“Εννοώ, φίλε μου, ότι πρέπει να σαι πολύ βλάκας για να πιστεύεις πως θα με ξεγελάσεις με τέτοια φτηνά κόλπα.”
“Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς.”
“Α, δεν καταλαβαίνεις, ε; Κι αυτά εδώ;” έριξε μια κλωτσιά στον χαρτοφύλακα κι έπιασε στο χέρι του μια δέσμη από χαρτονομίσματα. “Αυτά εδώ τι είναι;”
Ο Μπεν δεν απάντησε.
“Μόνο κάτι ηλίθιοι σαν τον Γουάλας και τους Ντάγκεϊλ δε θα καταλάβαιναν ότι είναι όλα πλαστά! Μόνο κάτι ηλίθιοι σαν κι αυτούς, αλλά έπρεπε να το ξέρεις, μικρέ, έπρεπε να το ξέρεις καλά πως εγώ δεν είμαι ηλίθιος. Έπρεπε να το ξέρεις αυτό!.. Δε μιλάς, ε; Τι να πεις; Νομίζεις ότι θα με κοροϊδέψεις έτσι απλά… Εμένα! Εσύ να κοροϊδέψεις εμένα! Και τι είναι αυτό;” Ο ΜακΦράι τράβηξε ένα πιστόλι απ’ το σακάκι του γέρου. “Έτσι νομίζεις θα μου την έφερνες; Θα με καλούσες σε μονομαχία και θα με πυροβολούσε ο γέρος πισώπλατα; Πιστεύεις ότι αυτό εδώ το γέρικο σίχαμα είχε καμία ελπίδα να σκοτώσει εμένα; ‘Η μήπως νόμιζες πως ο γέρος απλά θα με αιφνιδίαζε και θα σουν εσύ αυτός που θα με πυροβολούσε; Μα κοίτα τον εαυτό σου κακομοίρη! Ούτε το πιστόλι σου δε γέμισες ακόμα! Ούτε καν αυτό! Και πίστευες ότι εσύ θα σκότωνες εμένα; Απάντα!”
“Αφού τα είχες καταλάβει όλα, γιατί τα έκανες όλα αυτά; Γιατί τους σκοτώσαμε όλους;”
“Αυτά τα καθάρματα το αξίζαν έτσι κι αλλιώς. Αλλά επίσης, γιατί θέλω να σου χαρίσω μια δεύτερη ευκαιρία.”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή, όπως καταλαβαίνεις, τις ξεχνάμε όλες αυτές τις βλακείες για μονομαχίες και λοιπά, και κάνουμε μια συμφωνία. Πες μου όμως, πόσα θα έδινες στο γέρο αν πετύχαινε το σχέδιο σου; Πεντακόσια, χίλια;”
Ο Μπεν έμεινε σιωπηλός.
“ΑΠΑΝΤΑ ΓΑΜΩΤΟ!”
“Χίλια. Χίλια δολάρια.”
“Χίλια δολάρια, ωραία. Το λοιπόν. Πόσο είπαμε αξίζουν όλα αυτά τα πτώματα μαζί;”
“Εικοσιτρείς χιλιάδες.”
“Ωραία. Θα πας λοιπόν να τους παραδώσεις στο σερίφη. Μετά θα γυρίσεις εδώ, και θα μου δώσεις τις εικοσιδύο. Σου χαρίζω λοιπόν ένα χιλιάρικο – όσα θα έδινες κι εσύ στο γέρο – και, κυρίως, τη ζωή σου. Τι λες;”
“Λέω να πας να γαμηθείς.”
“Χαχα, εντάξει λοιπόν, ας τελειώσουμε μια και καλή μ’ αυτό το ανέκδοτο.”
Ο ΜακΦράι σήκωσε το ριβόλβερ και σημάδεψε στο μέτωπο του Μπεν. Και τότε η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκαν στο κατώφλι τέσσερις μαυροντυμένοι με τουφέκια στα χέρια.
“Ε,” φώναξε ο ένας, “ΤΑ ΛΕΦΤΑ! Αυτός ο τύπος πάει να κλέψει τα λεφτά μας!”
Ο Διάβολος γύρισε απότομα και πρόλαβε να τραβήξει τη σκανδάλη τρεις φορές. Οι τρεις απ’ τους ληστές πέσανε στο έδαφος νεκροί. Ο τέταρτος ήταν πιο τυχερός. Η σφαίρα από το τουφέκι του τρύπησε το στομάχι του ΜακΦράι. Εκείνος έπεσε ανάσκελα.
“Εσύ ποιος είσαι;” ρώτησε τον Μπεν ο ληστής, στρέφοντας την κάννη προς το μέρος του.
“Ένας απλός περαστικός.”
“Καλά.” Ο ληστής έτρεξε προς το χαρτοφύλακα με τα πλαστά χαρτονομίσματα. “Ω μανούλα μου! Δες εδώ χρήμα! Ήταν αλήθεια! Ήταν όντως αλήθεια, δεν ήταν κόλπο! Χεχεχε! Και είναι όλα δικά μου! Όλα δικά μου! Α, κι αυτός εδώ με τα γυαλιά πρέπει να ναι ο γέρος. Και ποιοι είναι όλοι αυτοί εδώ; Ποιος ήταν αυτός που σκότωσα;”
“Είναι μεγάλη ιστορία. Πάντως δεν τον σκότωσες.”
Ο ΜακΦράι έφτυνε αίμα και προσπαθούσε να ανασάνει. Όντως, δεν είχε πεθάνει ακόμα.
“Α, ναι. Μισό λεπτό.”
“Όχι, άστον,” είπε ο Μπεν. “Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς πλέον δεν μπορεί να κάνει τίποτα.”
“Σωστά. Εντάξει.” Ο ληστής έριξε τη δέσμη που είχε βγάλει ο Χασάπης πίσω στο χαρτοφύλακα, τον έκλεισε, τον πήρε παραμάσχαλα κι εξαφανίστηκε γελώντας.
Ο Μπεν άναψε μ’ ένα σπίρτο το τσιγάρο που χε μόλις στρίψει. Ο ΜακΦράι προσπαθούσε να πιάσει το όπλο του που είχε προσγειωθεί δυο μέτρα μακριά του. Ο κυνηγός πλησίασε με βήματα αργά, έριξε μια κλωτσιά στο ριβόλβερ κι εκείνο εκτοξεύτηκε ακόμα πιο μακριά. Έσκυψε προς το μέρος του πιο γρήγορου πιστολιού στο Νότο, που σιγά σιγά ξεψυχούσε.
“Έχεις πολύ πλακά έτσι που σαι, μες στα αίματα. Μακάρι να μπορούσες να δεις τον εαυτό σου.”
Ο ΜακΦράι προσπάθησε να πει κάτι, αλλά δεν τα κατάφερε.
“Μην κουράζεσαι. Έτσι κι αλλιώς κάπου εδώ τελειώνουν όλα. Αλλά φαντάζομαι, επειδή θα είσαι κάπως μπερδεμένος, θα θες να μάθεις τι και πως. Κι επειδή είχες – και είχα – την τύχη να μείνεις ζωντανός παρ’ όλο που η σφαίρα τρύπησε το στομάχι σου, θα στα διηγηθώ όλα. Προφανώς και το ήξερα πως, σε αντίθεση με όλους τους άλλους, εσύ θα το καταλάβαινες με τη μια πως κάτι πάει στραβά. Δεν είχα καμία αμφιβολία. Αλλά, ακριβώς όπως περίμενα, αγαπητέ μου Μπιλ ΜακΦράι, κατάλαβες μόνο το πρώτο σκέλος του σχεδίου. Ναι, ο γέρος ήταν ένας απλός ηθοποιός. Ο γέρος ήξερε πως τα λεφτά είναι πλαστά και είχε μάθει καλά τα λόγια του ρόλου του. Αυτό που δεν ήξερε όμως, ήταν αφενός πως όντως υπάρχουνε ληστές και τον κυνηγάνε, και αφετέρου ότι θα πέθαινε μαζί με όλους τους υπόλοιπους – από δικιά σου σφαίρα. Εγώ, όμως, το είχα ψάξει και είχα μάθει πως η συγκεκριμένη συμμορία θα περνούσε από την πόλη και θα έκανε στάση για μια μέρα. Γι’ αυτό και πήγα στο πανδοχείο που μένανε, κι έριξα ένα σημείωμα κάτω απ’ την πόρτα όπου τους ενημέρωνα για το γεγονός ότι ένας γέρος που θα είχε στην κατοχή του έναν χαρτοφύλακα με εξήντα χιλιάδες δολάρια, θα βρισκότανε στις τρεις ακριβώς σ’ αυτό εδώ το σαλούν. Για να το κάνω πιο πιστευτό, συμπλήρωσα απλά πως εγώ θέλω μόνο το γέρο νεκρό, και δε μ’ ενδιαφέρουν τα λεφτά, μπορούν να τα πάρουν όλα. Το ρολόι μου λέει τρεις και τέταρτο, οπότε αργήσανε λίγο, αλλά τελικά εμφανίστηκαν πάνω στην ώρα – αν έρχονταν ένα λεπτό αργότερα θα τα χες καταφέρει και θα με βρίσκανε νεκρό. Υπήρχε βέβαια το ρίσκο να καταλάβουνε κι αυτοί πως τα λεφτά είναι πλαστά, αλλά οι συγκεκριμένοι αξίζουν από διακόσια δολάρια ο καθένας, οπότε η πιθανότητα ήταν σχεδόν μηδαμινή. Υπήρχε βέβαια και το άλλο ρίσκο, να έλεγες δηλαδή εξαρχής πως όλο αυτό ήταν μια απάτη, αλλά ήμουν σίγουρος πως δε θα έχανες την ευκαιρία να παίξεις λίγο με το θύμα σου. Κι έτσι καταλήξαμε εδώ που καταλήξαμε. Κι αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο κι απ’ το γεγονός ότι το σχέδιο μου δούλεψε στην εντέλεια, είναι το γεγονός ότι είσαι ακόμα ζωντανός. Και όπως σου είπα και πριν, όταν με ρώτησες ποιος είμαι, είμαι αυτός που θα σε σκοτώσει.”
Ο Μπεν έβαλε μια μόνο σφαίρα στο πιστόλι του. Σημάδεψε στο μέτωπο του Μπιλ ΜακΦράι.
“Κάθαρμα,” πρόλαβε να ψελλίσει ο τελευταίος.
ΜΠΑΜ!
Η σφαίρα καρφώθηκε στον εγκέφαλο του πρώην πιο επικίνδυνου άντρα της χώρας, που τώρα κείτονταν στο πάτωμα νεκρός με τα μάτια του ανοιχτά.
Ο Μπεν έχωσε το ριβόλβερ πίσω στη θήκη του. Πήρε δυο τζούρες ακόμα απ’ το τσιγάρο και το πέταξε στο δάπεδο, το έλιωσε με τη μπότα του. Μετά βγήκε έξω και προχώρησε ως το υπόστεγο παραδίπλα, εκεί που ήταν δεμένα τα άλογα. Πήρε το δικό του και άλλα τέσσερα – λογικά τα τρία άλογα των αδερφών Ντάγκεϊλ και το άλογο των Πίκλς και Μακχάλαν, αφού ο Τζακ Γουάλας και η συμμορία του κυκλοφορούσαν με τα πόδια στην πόλη, και το μαύρο άλογο που παραλίγο να τον κλωτσήσει ήταν σίγουρος πως ήταν του ΜακΦράι.
Τα έφερε και τα έδεσε ακριβώς μπροστά απ’ το σαλούν, και μετά μπήκε πάλι μέσα και κουβάλησε ένα ένα τα πτώματα και τ’ άφησε πάνω τους. Ύστερα καβάλησε το δικό του και ξεκίνησε το δρόμο του προς το σερίφη. Ό ήλιος είχε ακόμα κάμποσες ώρες μέχρι να πέσει. Ήταν απλά ένα ακόμα καυτό απόγευμα, εδώ, στη Δύση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s