Γκροτέσκα Αυτοκτονία

Κλασσικό

Φρικτός κι απαίσιος,
Κάπνιζε έναν καπνό την ώρα,
Τα δάχτυλά του ήτανε κίτρινα
Και τα δόντια του σαπίζανε και πέφταν.
Έχει αντικαταστήσει το νερό
Με μπύρα από τα λίντλ
Και κρασί από χάρτινο κουτί,
Και τα ποτήρια του όλα από τη βρώμα
Είχαν φτιάξει μια μωβ κρούστα
Μες στον πάτο τους.
Είχε να φάει μήνες,
Και μόνο καταλάθος καμιά φορά κατάπινε
Τα νύχια του που τα τρωγε
Και τους μύκητες που ζούσαν μες στα ούλα,
Κι η μάνα του τον έβριζε
Και τον εκαταριόταν,
Μα κείνος απλά έκλεινε την πόρτα του
Κι έβαζε με τσίτα ήχο τσόντες,
Και τράβαγε και τράβαγε και τράβαγε
Και δε μπόραγε να χύσει.
Και μια μέρα,
Μια μέρα σκοτεινή,
Όπως όλες οι άλλες μέρες,
Έβγαλε απ’ την τσέπη του μπουφάν
Ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
Και με επιδεξιότητα και προσοχή
Το έφερε στις φλέβες του
Και άρχισε να σκίζει,
Κι αντί για αίμα έβγαζε
Ένα μαύρο, πηκτό υγρό,
Και μετά το φερε ως τους πνεύμονες,
Τους έσκισε και κείνους,
Και μετά και στο συκώτι του,
Από τα ξύδια σαπισμένο,
Και τέλος στην καρδούλα του
Που δεν άντεχε άλλο,
Κι έτσι όπως ήτανε,
Φρικτός κι απαίσιος
Και λαβωμένος,
Πήρε ένα γερό σκοινί,
Το δεσε στο λαιμό του
Και μες στην αηδία και στα αίματα,
Κρεμάστηκε από το μπαλκόνι,
Κι απ’ το τρύπιο σώμα του έπεφτε
κομμάτια ξερό αλκοόλ και στάχτη,
Κι από κάτω η μάνα του τον έβλεπε
Και ούρλιαζε
Κι έκλαιγε τρομαγμένη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s