Ο Σάββας ο αντικαπιταλιστής

Κλασσικό

Είχα πάνω από μήνα να τον επισκεφτώ, ίσως και δύο. Αποφάσισα πως, μιας και είχα ρεπό εκείνη τη μέρα, θα ήταν ωραία να περνούσα από την κλινική που τον είχανε, να πούμε δυο κουβέντες. Ο κακομοίρης ήτανε πολύ μόνος, δεν είχε κανένα φίλο εκεί μέσα – δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους τρελούς – γι’ αυτό κι όποτε είχα χρόνο κι όρεξη, πήγαινα να τα πούμε.
Η γλυκιά κοπέλα στον γκισέ μου ζήτησε να περιμένω στο σαλόνι. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε, συνοδευόμενος από έναν ασπροντυμένο φύλακα. Μου χαμογέλασε αχνά, κι έπειτα κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μου. Τα μακριά μαυρογκρίζα μαλλιά του πέταγαν, η μπλε φόρμα που του χαν δώσει να φοράει ήταν βρώμικη και σκονισμένη, το βλέμμα του ήταν το ίδιο αλλοπαρμένο βλέμμα που χε πάντα. Κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι με καφέ – ελληνικό, βαρύ και σκέτο.“Τι γίνεται ρε Σάββα;” τον ρώτησα. “Πώς πάει;”

“Ε,” απάντησε, “πώς να πάει; Όπως τα ξέρεις.”
“Πώς πάει εδώ μέσα; Έκανες καμιά παρέα;”
“Μπα…”
Ήταν κάπως νωθρός, δε φαινότανε να έχει όρεξη για κουβέντα. Κάτι τον απασχολούσε, γιατί όσο του μίλαγα αυτός κοίταγε προς το πάτωμα. Όταν κοίταγε στο πάτωμα κάτι σκεφτόταν, όταν κοίταγε στα μάτια σήμαινε πως σε παρακολουθεί, κι όταν κοίταγε στον ουρανό δεν ξέρω τι γινόταν στο μυαλό του. Μετά από μια μικρή παύση, πήρα πάλι το λόγο.
“Δεν πάμε πολύ καλά στο εργοστάσιο. Δεν πάμε καθόλου καλά δηλαδή. Το αφεντικό μας ανακοίνωσε πως θα το κλεινε, αλλά μετά από πιέσεις του σωματείου αποφάσισε να το αφήσει να υπολειτουργεί. Οχτώ άτομα μείναμε όλοι κι όλοι, εικοσιπέντε απολύθηκαν. Αλλά τουλάχιστον δεν έκλεισε…”
Ο Σάββας έγνεψε το κεφάλι του, μα δε νομίζω ότι είχε ακούσει τίποτα απ’ όσα είχα πει.
“Θα το παλέψουμε πάντως – δε θα το αφήσουμε να κλείσει,” συνέχισα.
“Αλέκο,” γύρισε και με κοίταξε στα μάτια – τα δικά του άστραψαν. “Αλέκο, το βρήκα! Είμαι σίγουρος αυτή τη φορά, δεν κάνω λάθος! Βρήκα το συνδιασμό, βρήκα τις σωστές κινήσεις, τα βρήκα όλα! Πρέπει να με πιστέψεις. Εσύ τουλάχιστον πρέπει να με πιστέψεις. Χρειάζομαι κάποια πράγματα, κάποια υλικά. Πρέπει να μου τα φέρεις. Όχι, ψέμματα. Πρέπει πρώτα να με βοηθήσεις να το σκάσω από δω, δε μπορώ να οργανώσω τέτοια τελετή εδώ μέσα. Πρέπει να φύγω, και μετά θα γίνουν όλα. Είναι όλα ξεκάθαρα, όλα όπως θα πρεπε να είναι. Τώρα το ξέρω, είμαι σίγουρος, τώρα βρήκα την άκρη. Πρέπει να με βοηθήσεις, Αλέκο.”
“Ρε Σάββα, δε βαρέθηκες πια μ’ αυτές τις βλακείες; Δε βλέπεις που σε φτάσανε; Στο τρελοκομείο σε φτάσανε! Κι ακόμα μ’ αυτά ασχολείσαι; Ακόμα τα πιστεύεις; Δε βλέπεις πως σε καταστρέφουνε αυτές οι θεωρίες;” αντέδρασα. Δίκιο είχα… Ο Σάββας έριξε τα μούτρα κάτω, η λάμψη απ’ τα μάτια του εξαφανίστηκε.

* * * * *

Πρέπει να σας πω κάποια πράγματα για το Σάββα σ’ αυτό το σημείο, κάποια πράγματα που ίσως σας βοηθήσουν να τον καταλάβετε. Ίσως και όχι βέβαια, εγώ, για παράδειγμα, ποτέ δεν τον κατάλαβα τελείως.
Ο Σάββας τα τελευταία τρία χρόνια – πριν τον κλείσουν στο τρελάδικο – δούλευε μαζί μου στο εργοστάσιο. Εργοστάσιο παραγωγής συρραπτικών, περφορατέρ κι άλλων τέτοιων ειδών γραφείου. Κάθε μέρα καθότανε στη λωρίδα του μ’ έναν πριτσιναδόρο και, τουκού-τουκού-τουκού, συναρμολογούσε τα συρραπτικά. Εγώ ήμουνα στη λωρίδα με τα περφορατέρ. Φοβερός εργάτης ο Σάββας, δουλευταράς, σε μια βάρδια έβγαζε δουλειά δυο ημερών. Μα και πολύ περίεργος τύπος. Τους πρώτους έξι μήνες έκανε τη δουλειά του σαν ρομπότ και δε μιλούσε σε κανέναν. Χτύπαγε κάρτα, συναρμολογούσε, έκανε διάλλειμα για φαγητό, ξανασυναρμολογούσε κι έφευγε. Κανένας δεν είχε πιάσει κουβέντα ποτέ μαζί του – ούτε τ’ όνομα του δεν ξέραμε.
Μια μέρα, καθώς κάναμε διάλλειμα και τρώγαμε τα σαντουιτσάκια μας, είπα να πάω να του πιάσω την κουβέντα, να του πω και για το σωματείο του κλάδου μας. Προχώρησα στο τραπέζι που καθόταν μόνος του, έπιασα την καρέκλα δίπλα του και άρχισα.
“Γειά χαρά φίλε, Αλέκος,” συστήθηκα.
“Σάββας,” αποκρίθηκε αυτός.
“Σάββα σε βλέπω πολύ καιρό εδώ, αλλά ποτέ δε σ’ έχω δει να μιλάς με κανέναν.”
“Ναι, ε;” Δε φάνηκε να τον ενδιαφέρει, μα για κάποιο λόγο όλη την ώρα με κοίταγε στα μάτια – τόσο έντονα που σχεδόν με τρόμαζε.
“Ναι… Κοίτα, δεν θέλω να ενοχλήσω, απλά για το σωματείο θέλω να σου πω δυο λόγια.”
“Είσαι μέλος στο σωματείο;”
“Φυσικά!”
“Είσαι μαρξιστής;” Ο τόνος του έγινε κάπως πιο επιθετικός.
“Όχι,” αμύνθηκα. “Τουλάχιστον όχι ορθόδοξος. Σίγουρα, ο μαρξισμός έχει πολλά να πει, δεν μπορούμε να τον αγνοούμ…”
“Τροτσκιστής;” με διέκοψε.
“Όχι, τροτσκιστής σίγουρα όχι. Μα τέλοσπαντων, δεν έχει σημασία που προσδιορίζεσαι πολιτικά, ο ρόλος του σωματείου…”
“Άκου…” με ξαναδιέκοψε.
“Αλέκος.”
“Άκου Αλέκο. Σε πέντε λεπτά τελειώνει το διαλλειμά μου. Αν θες, έλα το βράδι από το σπίτι να τα συζητήσουμε, να πιούμε και καμιά μπύρα.”
Το σκέφτηκα λίγο, αρχικά δίστασα, μα τελικά συμφώνησα. Έγραψε σ’ ένα χαρτί τη διευθυνσή του και μου το δωσε.
Αμέσως μετά τη δουλειά ήμουνα στο διαμέρισμά του, μια γκαρσονιέρα στο κέντρο της πόλης. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό. Ένας χώρος το πολύ εξήντα τετραγωνικά, κι όλος γεμάτος με στοίβες από βιβλία και τετράδια, μερικά κεράκια και πέντε-έξι δοχεία που – τότε – δεν είχα ιδέα τι μπορεί να κρύβουν μέσα. Ίσα ίσα που χώραγε ένα στρώμα κι ένα κομοδίνο σ’ εκείνο το διαμέρισμα.
Έριξα μια ματιά στα βιβλία. Μπορούσες να βρεις τα πάντα εκεί μέσα – τα απάντα του Μαρξ, Λένιν και λενινιστές, Στάλιν και σταλινιστές, μα και αναρχικούς, Νίτσε, Πλάτωνα, Καντ, Χέγκελ, Σπινόζα, και λογοτεχνικά, ιστορικά, θεολογικά, φιλολογικά, ποιήση, μυθολογία, θέατρο – τα πάντα. Περισσότερο εντύπωση βέβαια μου έκανε εκείνη η στοίβα σε περίοπτη θέση, με τα βιβλία που είχαν τίτλους όπως ‘Μαύρη Μαγεία,’ ‘Τελετές Βουντού,’ ‘Επικοινωνία με άλλες Πραγματικότητες’ και διάφορα άλλα τέτοια.
Ο Σάββας βγήκε απ’ την κουζινούλα του κρατώντας δυο μπουκάλια μπύρα, και μου είπε να καθίσω δίπλα του στο στρώμα. Κάθισα και κατέβασα μια γερή γουλιά. Προσπάθησα να μπω κατευθείαν στο θέμα, γιατί, ομολογώ, όλα αυτά με είχαν φοβίσει κάπως και απλά ήθελα να του πω για το σωματείο και να φύγω.
“Λοιπόν, το σωματείο…”
“Ξέρω,” με διέκοψε και πάλι. “Ξέρω για το σωματείο και δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου.”
“Μα… Εγώ για το σωματείο ήρθα να σου πω.”
“Ναι, κι αυτό το ξέρω. Αλλά εγώ έχω άλλα να σου πω, πιο ενδιαφέροντα.”
“Δηλαδή τι;” Είχα ανατριχιάσει λίγο.
“Φαντάζομαι συμφωνείς με την ουσία της κομμουνιστικής θεωρίας, με τα συμπεράσματα για τον καπιταλισμό, την ταξική δομή, την υπεραξία και τα λοιπά, έτσι;”
Ήμουν σίγουρος πως ό,τι και να απαντούσα θα μου γυρνούσε μπούμερανγκ, γι’ αυτό αποφάσισα να είμαι ειλικρινής. “Ναι, συμφωνώ απόλυτα, και πιστεύω με όλη μου τη δύναμη στην επικείμενη αντικαπιταλιστική επανάσταση.”
“Τι θα έλεγες όμως αν σου αποκάλυπτα πως ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς ένα οικονομικό σύστημα;”
“Ε ναι, δεν είναι απλώς οικονομικό σύστημα, έχει και πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.”
“Δεν εννοώ αυτό, εννοώ γενικά κάτι παραπάνω από ένα σύστημα.”
“Δηλαδή; Τι είναι δηλαδή ο καπιταλισμός;”
“Ον!”
“Ον; Τι εννοείς;”
“Οντότητα. Πλάσμα, υπαρκτό, χωρίς μορφή ή ύλη, με συνείδηση και βούληση. Κάτι σαν πνεύμα, σα θεός, σα θεότητα.”
“Μα τι λες τώρα; Πώς είναι δυνατόν; Καταρχάς αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του υλισμού.”
“Λάθος κάνεις. Ο υλισμός του 19ου αιώνα έχει ξεπεραστεί. Πλέον η φυσική αποδέχεται πως υπάρχουν φαινόμενα φυσικά, μα μη υλικά – όπως πχ τα μαγνητικά κύματα, η ραδιενέργεια και άλλες τέτοιες ενέργειες.”
“Εντάξει, έστω, αλλά και πάλι αυτές οι ενέργεις δεν έχουν βούληση και συνείδηση.”
“Αυτό είναι καθαρά θέμα ορισμού. Η έλξη των μαγνητικών δυνάμεων μπορεί να εξηγηθεί και ως βούληση. Είναι μεν νόμος της φύσης, αλλά στην τελική μπορεί και αυτό που εμείς αποκαλούμε βούληση να είναι μια λογική συνέχεια σε έναν κύκλο νομοτέλειας.”
“Δεν ξέρω, τέλοσπαντων… Και πάλι δε μου φαίνεται καθόλου λογικό να είναι ο καπιταλισμός ον σα θεότητα. Δεν έχει καμία βάση.”
“Κι όμως, από τη Βίβλο μέχρι το Κεφάλαιο του Μαρξ, όλα οδηγούν εκεί. Αρκεί να μπορείς να τα αποκωδικοποιήσεις.”
“Μα η Βίβλος δε γράφτηκε σε περίοδο καπιταλισμού, γράφτηκε πιο πριν.”
“Δεν έχει σημασία. Παλιότερα η οντότητα είχε άλλα ονόματα και άλλες μεθόδους. Πλέον έχει φτάσει στο απόγειο της δυναμής της. Πλέον μπορεί και ελέγχει σχεδόν τα πάντα – ακόμα και τις σκέψεις μας. Αλλά είναι πάντα η ίδια οντότητα, απλά σε διαφορετικές περιόδους. Εσύ σήμερα δεν είσαι το ίδιο μ’ αυτό που ήσουνα πριν είκοσι χρόνια, ούτε θα είσαι το ίδιο μ’ αυτό που θα σαι σε σαράντα. Αλλά πάντα θα είσαι ο Αλέκος.”
“Ναι, ντάξει, οκέι. Μα και πάλι δε βγάζει νόημα. Ο ορισμός του καπιταλισμού είναι: κοινωνικό-οικονομικό σύστημα οπού τα μέσα παραγωγής κατέχονται από ιδιώτες, με σκοπό το κέρδος.”
“Σωστά.”
“Τι σχέση μπορεί να έχει μια οντότητα με ένα σύστημα που απλά ορίζει ποιός κατέχει τα μέσα παραγωγής και, άρα, και το προϊόν της παραγωγής;”
“Αυτό που εσύ αποκαλείς σύστημα, εγώ το αποκαλώ οντότητα. Οι καπιταλιστικές κρίσεις, ο νόμος ζήτησης-προσφοράς, η ταξική διαστρωμάτωση, όλα αυτά είναι απλά χαρακτηριστικά της οντότητας. Όπως εσύ ας πούμε έχεις ενα χ ύψος, τα όργανά σου είναι σε μια λογική σειρά όπου προηγείται ο εγκέφαλος της καρδιάς και η καρδιά προηγείται του στομάχου. Και οι κρίσεις μπορούν να παρομοιαστούν με τον πυρετό που ανεβάζεις όταν ο οργανισμός σου νιώθει ότι απειλείται. Όλα είναι γραμμένα.”
“Κοίτα, αρχίζω και καταλαβαίνω τι λες, μα νομίζω πως απλά παίζεις με τους όρους. Ναι, οκέι, όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι χαρακτηριστικά μιας οντότητας, αλλά κι ενός συστήματος επίσης. Είτε ονομάσουμε τον καπιταλισμό οντότητα είτε όχι, στην τελική θα είναι πάντα το ίδιο σύστημα εκμετάλλευσης του αδύναμου από τον δυνατό.”
“Όχι, δεν είναι έτσι. Η λέξη σύστημα δηλώνει κάτι που έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο κι έχει λειτουργικό σκοπό – εξυπηρετεί δηλαδή συμφέροντα ανθρώπινα. Κι επίσης κάτι που δεν έχει δικιά του συνείδηση και βούληση. Ο καπιταλισμός σαν ον, με συνείδηση και βούληση, έχει δικό του σκοπό. Κι αυτός είναι η πλήρης αφομοίωση του ανθρώπινου είδους. Να τραφεί με ανθρώπους και να μεγαλώσει κι άλλο.”
“Αχά…”
“Ναι. Και οι από πάνω το γνωρίζουν αυτό, το γνωρίζουν εδώ και αιώνες. Η ελίτ που λέμε αυτού του κόσμου, οι μεγάλοι τραπεζίτες, αυτοί που κατέχουν δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο απ’ την πίτα γενικότερα, είναι σε άμεση επικοινωνία με το ον. Είναι, κατά μια έννοια, οι άγγελοί του. Αυτοί, με προσωπικό κέρδος βέβαια, συντηρούνε τη μορφή του και κρατάνε τους υπόλοιπους μακριά απ’ την αλήθεια. Καταρχάς, δίνοντας δουλειά στις κατώτερες τάξεις σιγουρεύουνε την ομαλή λειτουργεία του οργανισμού, και καταδεύτερον καταστέλουνε την αντίδραση, ή, όταν δε μπορούν να την καταστείλλουνε, τη στρέφουν προς τους ίδιους και προς αυτό που κι εσύ ο ίδιος ονόμασες αφηρημένα ‘σύστημα’. Το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι ον με συνείδηση κρύβεται μεθοδικά, μα μερικοί σοφοί κατάφεραν να το ανακαλύψουν – όλα είναι γραμμένα!”
Ο άνθρωπος αυτός δεν έστεκε καθόλου στα καλά του. Είχε σαλτάρει κανονικά και με το νόμο. Δεν ξέρω αν αυτά που έλεγε τα είχε διαβάσει κάπου ή τα είχε βγάλει απ’ το μυαλό του, μα φαινόταν πως πραγματικά τα πίστευε.
“Μάλιστα,” απάντησα τελικά μετά από λίγο. “Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς γι’ αυτό;”
“Μπορούμε! Μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν ξέρω ακόμα τι. Το ψάχνω χρόνια, και είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα το βρω. Καταρχάς πρέπει να ξεχάσουμε τα σωματεία και τις επαναστάσεις και όλες αυτές τις βλακείες που θεωρούν τον καπιταλισμό ένα απλό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Εκεί το παιχνίδι χάνεται. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον καπιταλισμό όπως πραγματικά είναι – οντότητα δηλαδή.”
“Έστω ότι τον αντιμετωπίζουμε έτσι, ως οντότητα. Τότε τι; Τι κάνουμε;”
“Σου λέω, δεν ξέρω ακόμα, το ψάχνω. Απ’ ότι έχω καταλάβει, απ’ αυτά που χω διαβάσει δηλαδή, το λογικότερο είναι πως υπάρχει κάποιος συνδιασμός, κάποια πατέντα που έχει να κάνει και με μαγεία σίγουρα, μέσω της οποίας μπορείς να έρθεις σε επικοινωνία με το ον.”
“Κάτι σαν κάλεσμα πνευμάτων;”
“Όχι ακριβώς, γιατί δε μιλάμε για ένα απλό πνεύμα, μιλάμε για μια οντότητα με δύναμη θεότητας.”
“Μάλιστα. Και μετά;”
“Μετά δεν ξέρω. Πρώτα πρέπει να επικοινωνήσεις με το ον, να το μελετήσεις, και μετά σίγουρα θα υπάρχει και κάποιος τρόπος να το νικήσεις, να το εξαφανίσεις. Δεν ξέρω…”
“Αχά… Λοιπόν, Σάββα, πέρασε η ώρα, τέλειωσε κι η μπύρα, λέω να πάω σπίτι μου.”
“Όχι, κάτσε, θα σου φέρω άλλη μπύρα.”
“Δεν πειράζει μωρέ, άλλη φορά. Θα τα πούμε στο εργοστάσιο.”
“Καλά, όπως θες. Θα σε κρατάω ενήμερο για την ερευνά μου.”
“Ναι, οπωσδήποτε. Τα λέμε.”
“Καλό βράδι.”

Την κράτησε την υπόσχεση του ο Σάββας, και σχεδόν κάθε δυο μέρες, για τα επόμενα δυόμισι χρόνια, μου έδινε αναφορά σχετικά με τις ανακαλύψεις του. Και μου λεγε για τις γραφές, για τη μαύρη μαγεία, τις τελετές που έπρεπε να γίνουν, τα υλικά που έπρεπε να βρει, όλ’ αυτά τα τρελά. Το πίστευε πραγματικά, πως ο καπιταλισμός ήταν οντότητα και μπορούσε να έρθει σε επικοινωνία μαζί του.
Τον πήγαινα πάντως τον Σάββα. Ναι, ήταν θεοπάλαβος, μουρλαμένος εντελώς, ψυχοπαθής και πιθανώς να είχε και σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας. Μα ο τύπος ήταν απολαυστικός. Οι ιστορίες και οι θεωρίες του περί καπιταλισμού έμοιαζαν σενάρια επιστημονικής φαντασίας, κι ακόμα κι η χροιά της φωνής του είχε κάτι που σε τράβαγε να τον ακούσεις. Ε, και στο κάτω κάτω μπορεί να είναι τρελός, αλλά – πίστευα τότε – τουλάχιστον δεν είναι επικίνδυνος…
Μια μέρα δεν εμφανίστηκε στο εργοστάσιο, και δεν επέστρεψε ποτέ. Μάθαμε αργότερα πως τον είχανε κλείσει σε ψυχιατρείο. Η αιτία; Είχε οργανώσει τελετή μαύρης μαγείας και είχε θυσιάσει τη γυναίκα του αφεντικού. Τον πιάσανε επ’ αυτοφώρω και τον στείλανε απευθείας στο τρελοκομείο. Κι από τότε, όποτε έβρισκα ευκαιρία, πήγαινα και τον επισκεπτόμουνα.

* * * * *

“Σάββα,” του είπα καθώς ετοιμαζόμουνα να φύγω, “κάνεις λάθος, πάντα έκανες. Ο καπιταλισμός δεν είναι ον και δεν θα ανατραπεί ούτε με τελετές βουντού, μαύρη μαγεία, ούτε με τίποτα τέτοιο. Ο μόνος τρόπος να τον ανατρέψουμε είναι με οργανωμένη ταξική πάλη. Δε γίνεται αλλιώς.”

Δυο βδομάδες αργότερα το εργοστάσιο έκλεισε για τα καλά. Οι αποζημιώσεις που μας έδωσε το αφεντικό ήταν πολύ γερές, οπότε δεν μπήκαμε καν στον κόπο να αντιδράσουμε. Ούτως ή άλλως το βλέπαμε, δεν τα πηγαίναμε καθόλου καλά, και το αφεντικό ήταν στα όρια της πτώχευσης. Χρώσταγε παντού. Δεν είχε κανένα νόημα.
Τρεις μέρες μετά απ’ αυτό, με πήρανε τηλέφωνο από την κλινική που είχαν το Σάββα να μου πούνε τα μαντάτα. Ο Σάββας δεν είχε αντέξει, κρεμάστηκε μες στο δωμάτιο του απ’ το σεντόνι του. Στην κηδεία του ήμουνα μόνο εγώ και η αδελφή του…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s