Άτιτλο

Κλασσικό

dsc00035

Κάθομαι πάνω στην μικρή και άβολη καρέκλα μου,
Μπροστά σ’ ένα παλιό, ξύλινο γραφείο,
Κάτω από μια λάμπα κακόγουστη
Που βγάζει ένα κίτρινο φως,
Και περιμένω –
Μη με ρωτάς τι, δεν ξέρω,
Ίσως να γίνει κάτι,
Ίσως απλά να σηκωθώ,
Ή ίσως και να πέσω,
ανήμπορος, πάνω στο βρώμικο, χοντρό χαλί μου.

Εγώ είμαι,
Δεν ξέρω αν με θυμάσαι,
Έχει περάσει καιρός,
Μα αν με θυμάσαι
Βοήθησε με,
Γιατί έχω αρχίσει
Και χάνομαι μέσα σ’ αυτό το άδειο μέρος.
Ναι, το ξέρω,
Δεν είναι καινούριο αυτό για μένα,
Ακούγεται λες και το χω πει χίλιες φορές,
Μπορεί και παραπάνω,
Μα, πίστεψε με,
Αυτή τη φορά είναι αλλιώς.
Αλήθεια.
Μη με ρωτάς πως και γιατί,
Δε μπορώ να σου απαντήσω,
Τουλάχιστον όχι απ’ το τηλέφωνο.
Πρέπει να ρθεις από δω,
Πρέπει να σε δω.
Άκου με,
Τα πράγματα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά,
Δεν είναι όπως πάντα.
Όχι,
Δεν ξέρω,
Δε μπορώ να βρω τις λέξεις.
Πρέπει… καλά…
Εντάξει…
Ναι. Να μιλήσουμε.
Γεια.
Μη με ξεχάσεις…

Δεν έχω ιδέα, μα το Θεό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω
Τίποτα.
Πνίγομαι μέσα στον ίδιο τον καπνό μου.
Δε χάνομαι,
Έχω ήδη χαθεί.
Δεν ξαναπαίρνω τηλέφωνο.
Να με πάρεις εσύ.

Εγώ;
Κάποτε, λες, ήμουνα έξυπνος,
Είχα μυαλό που έκοβε,
Μάτια που γυαλίζαν,
Με μια φλόγα μέσα τους να καίει,
Μια φλόγα που όλο και δυνάμωνε
Και που μια μέρα θα γινόταν πυρκαγιά
Και θα καιγε ολόκληρο το σύμπαν.
Τώρα, λες, έχω αλλάξει.
Ναι, αυτό προσπαθούσα να σου πω.
Όχι, δεν εννοείς αυτό, ξέρω,
Πάει πολύς καιρός τώρα
Που δεν είμαι αυτό που ήμουνα,
Που αφέθηκα να κυλιστώ στη λάσπη,
Να γίνω σαν τους άλλους,
Χοίρος που τρώει μαργαριτάρια,
Ανόητος που εκπορνεύει τριαντάφυλλα,
Φύλλο που ξεραίνεται, το παίρνει ο αέρας
Και πέφτει στην αυλή.
Μα κάνεις λάθος.
Ποτέ δεν ήμουν έτσι,
Ήμουν πάντα ένας βλάκας
Που δεν ήξερε απολύτως τίποτα.

Κι αν σου μιλούσα για βια, για ριπές
Και για τον πόλεμο που γίνεται μες στο μυαλό μου –
Τι ήξερα για τον πόλεμο εγώ;
Εγώ τον πόλεμο τον έμαθα
Από ταινίες του Χόλυγουντ
Κι από δελτία των οκτώ.
Κι αν σου μιλούσα για τη λύτρωση
Και την ελευθερία που θα ρχότανε να μας ενώσει όλους –
Τι ήξερα για την ελευθερία εγώ;
Εγώ την ελευθερία την έμαθα
Από φιλοσοφικές διαλέξεις στη σχολή
Κι από σημειώσεις τετραδίων.
Κι αν σου μιλούσα για το τέλος, τη φθορά
Και για το θάνατο που τόσο τον φοβάμαι –
Τι ήξερα για το θάνατο εγώ;
Εγώ το θάνατο τον έμαθα
Από αναγγελίες κηδειών
Και από μνήματα αγνώστων σε νεκροταφεία.
Κι αν σου μιλούσα για αγάπη
Και για τον έρωτα που κρατάει τους πλανήτες σε τροχιά –
Τι ήξερα για τον έρωτα εγώ;
Εγώ τον έρωτα τον έμαθα
Από βιβλία κι από ποιήματα
Κι από κείνη τη λάμψη μες στα μάτια σου
Που ποτέ δε μπόρεσα ν’ αγγίξω.

Κάθομαι πάνω στη μικρή και άβολη καρέκλα μου
Μόνος μου, ολομόναχος,
Και περιμένω,
Περιμένω, περιμένω, περιμένω,
Περιμένω κάτι μα δεν ξέρω τι,
Ίσως τον κόσμο να ανασηκωθεί
Ψηλά, πάνω από το κεφάλι μου,
Και σε μια στιγμή να πέσει κάτω με δύναμη
Και να με καταπλακώσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s