Ο Σάββας ο αντικαπιταλιστής

Κλασσικό

Είχα πάνω από μήνα να τον επισκεφτώ, ίσως και δύο. Αποφάσισα πως, μιας και είχα ρεπό εκείνη τη μέρα, θα ήταν ωραία να περνούσα από την κλινική που τον είχανε, να πούμε δυο κουβέντες. Ο κακομοίρης ήτανε πολύ μόνος, δεν είχε κανένα φίλο εκεί μέσα – δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους τρελούς – γι’ αυτό κι όποτε είχα χρόνο κι όρεξη, πήγαινα να τα πούμε.
Η γλυκιά κοπέλα στον γκισέ μου ζήτησε να περιμένω στο σαλόνι. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε, συνοδευόμενος από έναν ασπροντυμένο φύλακα. Μου χαμογέλασε αχνά, κι έπειτα κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μου. Τα μακριά μαυρογκρίζα μαλλιά του πέταγαν, η μπλε φόρμα που του χαν δώσει να φοράει ήταν βρώμικη και σκονισμένη, το βλέμμα του ήταν το ίδιο αλλοπαρμένο βλέμμα που χε πάντα. Κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι με καφέ – ελληνικό, βαρύ και σκέτο.“Τι γίνεται ρε Σάββα;” τον ρώτησα. “Πώς πάει;”
Συνεχίστε την ανάγνωση

Στη Δυση

Κλασσικό

Το ρολόι έδειχνε δύο και τέταρτο, και όπως κάθε μεσημέρι εδώ στο Σαν Σάμπα, το σαλούν είχε γεμίσει με μεθυσμένους καουμπόηδες. Η θερμοκρασία έξω θα άγγιζε τους 40 βαθμούς, και μέσα ήταν ακόμα χειρότερα. Το δωμάτιο έβραζε μα κανείς δεν έλεγε να βγάλει το γιλέκο του. Η μάνταμ Μπι γυρνούσε χαμογελαστή από τραπέζι σε τραπέζι και σέρβιρε ουίσκι, κι ο χοντρός Αλ, ο άντρας της, στεκόταν μουτρωμένος στο μπαρ και καθάριζε μ’ ένα ξεσκονόπανο τα γυάλινα ποτήρια.
Συνεχίστε την ανάγνωση

Μιλα μου για ποιηση

Κλασσικό

“Μίλα μου για ποίηση.”
Είχαμε καθίσει σ’ ένα καφενείο με το φίλο μου τον Ευριπίδη και μεταξύ στριψίματος τσιγάρων και αγναντέματος γκομενακίων που κατεβαίναν στον πεζόδρομο, λέγαμε και καμιά κουβέντα να περνάει η ώρα. Έβαλα ένα φιλτράκι στο στόμα κι άρχισα να στρίβω. Κοίταξα κάτω με βλέμμα βλοσυρό, έγλειψα το χαρτάκι, κι αφού το άναψα είπα, χαϊδεύοντας τις τρίχες στο πηγούνι μου:

Συνεχίστε την ανάγνωση

Πως πεθανε ο Γερασιμος

Κλασσικό

“Όχι μάγκα, η γη δε γυρίζει. Απλά έτσι σου είπανε.”
Άλλη μια απ’ αυτές τις ψευτοφιλοσοφικές συζητήσεις με το
Γεράσιμο είχε φτάσει στο τέλμα της. Πλέον ο διάλογος θα ήταν
μια μονομαχία κραυγών χωρίς κανένα επιχείρημα.
Συνεχίστε την ανάγνωση

Ασε κατω το πιστολι ρε ηλιθιε!

Κλασσικό

Ήτανε τρεις τα ξημερώματα, κι ένας τρελάκιας περίεργος είχε μπουκάρει στο ρακάδικο βαστώντας ένα παλιό, καλό μάγκνουμ των 9 χιλιοστών. Οι αναρχοφρικάκηδες που την άραζαν και τα πιναν έφαγαν ένα δυνατό σκάλωμα αρχικά, μα στη συνέχεια γυρίσαν τα κεφάλια τους και συνεχίσαν την κουβέντα. Ο τρελάκιας, απορρημένος με την όλη απάθεια των θαμώνων, έβγαλε μια δυνατή, άναρθρη κραυγή. “Σκάσε ρε μαλάκα!” ακούστηκε μια φωνή απ’ το πλήθος. Το γκομενάκι που σερβίριζε πλησίασε χαμογελόντας προς το μέρος του και τον ρώτησε αν περιμένει παρέα. Ο τρελάκιας δεν απάντησε κι η σερβιτόρα ένιωσε κάπως αμήχανα. “Εεε, καλά,” είπε τελικά, “μπορείτε να κάτσετε εκεί, στο τραπεζάκι στη γωνία.”
Συνεχίστε την ανάγνωση

Η απαγωγη του Κριστιανο Μποναλντο

Κλασσικό

Η ιδέα μου χε σκάσει όταν εκείνο το πρωινό της 24ης Μαίου είχα πέσει τυχαία καθώς τριγύρναγα στην Πατησίων πάνω σ’ έναν παλιό φίλο, το Μάκη το Σίφουνα. Το Μάκη θα χα να τον δω κανά χρόνο πριν από κείνη τη μέρα, μα η συνάντηση μας τότε έμελλε να άλλαξει τις ζωές μας μια για πάντα. Τέλοσπαντων, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, είπαμε τα πιο πρόσφατα νέα μας και τέλος πιάσαμε την κλασσική χαζοσυζήτηση περί μπάλας.
“Θα πάμε αύριο να δούμε τον τελικό ρε μαλάκα;” με ρώτησε σε κάποια φάση.
“Ποιόν τελικό ρε;”
Συνεχίστε την ανάγνωση

Η μερα που παραλιγο να σωσω το συμπαν

Κλασσικό

Ήταν μια βροχερή μέρα του Μαρτίου, κι εγώ, όπως κάθε άλλη μέρα, έλιωνα μπροστά στον υπολογιστή μου και χάζευα στο ίντερνετ προσπαθώντας να βρω κάτι να γράψω. Θα χε περάσει κανας μήνας που δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα κι αντ’ αυτού μονάχα διάβαζα χαζά αρθράκια σε αθλητικά σάιτς. Μα κεινη τη μέρα το χα πάρει απόφαση πως κάτι θα γραφα, ας ήτανε και μαλακία.
Άνοιξα ένα αρχείο στο γουόρντ και κοίταξα για κανα δεκάλεπτο τη λευκή σελίδα. Τζίφος. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο και είδα μια κοπελιά, ξανθιά και με ωραίο, στρογγυλό κώλο να περνάει από το δρόμο. Τη χάζεψα μέχρι που εξαφανίστηκε.
Συνεχίστε την ανάγνωση