Πως Εγινα Εκατομμυριουχος για μια Βδομαδα – Larry Cool

Κλασσικό

Ἐγὼ βασικὰ τὴν Ἀγγέλα θέλω νὰ γαμήσω.
Εἶναι Κυπραία, φοιτήτρια στο 5ο ἔτος τῆς Ἰατρικῆς, ἀναρχικιά.
Εἶναι συγκατοικός μου.
Ἔχω ἕνα δυάρι τῆς μάνας μου στὴν Ασκληπιοῦ καὶ τῆς νοίκιασα τὸ δωμάτιο μὲ τὴ σιφονιέρα. Ἀλλὰ δὲν μοῦ πληρώνει τὸ νοίκι.

Μπαίνω στο καθιστικό. Διαβάζει στὸν καναπὲ σταυροπόδι.
-Ἀγγέλα, τῆς λέω, μὲ πονάει τὸ δεξί μου ἀρχίδι· θέλεις νὰ τὸ ἐξετάσῃς;
-Εἶναι ἀπ’ τὴν ἀγαμησιά. Τράβα μιὰ μαλακία.
-Ἔχω τραβήξει πάνω ἀπὸ 500 γιὰ πάρτη σου.
-Ὅταν φθάσῃς τὶς 1000 ξαναέλα! Τώρα, ἔχω ἐξεταστική.
Οἱ γυναῖκες ποὺ δὲν θέλουν νὰ πηδηχτοῦν σοῦ λένε ὅτι ἔχουν ἐξεταστικὴ περίοδο ἤ τέλος πάντων κάποιου εἴδους περίοδο.
-Γιατί ρὲ Ἀγγέλα νὰ μὴν σὲ πηδήξω κι ἐγώ; Ἀφοῦ σ’ ἔχει πάρει ὅλη ἡ πλατεία Ἐξαρχείων καὶ οἱ πέριξ αὐτῆς δρόμοι!
Ἡ Ἀγγέλα εἶναι πολυγαμική· κάθε βδομάδα φέρνει κι ἄλλο φρικιό στὸ σπίτι καὶ μὲ τρελαίνει νὰ τοὺς βλέπω νὰ κυκλοφοροῦν γυμνοὶ στὸ διαμέρισμα καὶ νὰ πηδιοῦνται πάνω στη σιφονιέρα τῆς σχωρεμένης τῆς μάνας μου. Γιατὶ λέει ὅτι τὴ “βρίσκει” πάνω στὴ σιφονιέρα…
-Ἀγγέλα μοῦ χρωστᾶς πάνω ἀπὸ ἕνα χρόνο νοίκια.
Χλαάτς! μοῦ ἀστράφτει ἕνα φοῦσκο!
-Ἐννοεῖς νὰ καθήσω νὰ μὲ πηδήξῃς γιὰ νὰ σοῦ ξεπληρώσω τὸ νοίκι;! Γιὰ πουτάνα μὲ πέρασες;! Φεύγω μαλάκα!
Πάει στὸ δωμάτιό της κι ἀρχίζει νὰ μαζεύῃ τὰ πράγματά της.
-Ὄχι ρὲ Ἀγγέλα, δὲν ἐννοοῦσα κάτι τέτοιο. Μεῖνε σὲ παρακαλῶ…
-Θὰ ξαναναφέρῃς τὸ θέμα τῶν ἐνοικίων;
-Ὄχι. Στὰ κάνω δῶρα γιὰ τὰ γενέθλιά σου ποὺ ’ναι σὲ λίγες μέρες.
-Ἄντε γαμήσου! Κραάπ! μοῦ κλείνει τὴν πόρτα στὰ μοῦτρα.
Νομίζω ὅτι μ’ ἐκμεταλλεύεται.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Advertisements

Το Μπαρ με τα Ερπετα

Κλασσικό

Ο Ερίκος κατέβηκε την κεντρική λεωφόρο και έστριψε αριστερά στο πρώτο στενό που βρήκε. Η ώρα ήταν 4.30 το χάραμα, και πολύ δύσκολα έβρισκες μπαρ ανοιχτό τέτοια ώρα. Κλαμπς, στριπτιτζάδικα και τέτοια έβρισκες μπόλικα, μα ο Ερίκος δε μπορούσε ούτε την πολλή φασαρία, ούτε τον πολύ κόσμο. Ήθελε απλά να πιεί ένα ποτάκι ακόμα, ήσυχα, και να γυρίσει στην τρύπα του να κοιμηθεί.
Ο Ερίκος είχε πολλές βδομάδες τώρα που κάθε νύχτα έκανε το ίδιο ακριβώς πράμμα – έβγαινε στις 11 ακριβώς από το σπίτι του, πήγαινε στο συνοικιακό μπαράκι στη βρωμογειτονιά, κι έπινε βόντκες μέχρι να ξεχάσει τ’ όνομα του. Ήταν, γενικά, καλός άνθρωπος ο Ερίκος, μα δεν έστεκε και πολύ στα λογικά του. Για να καταλάβετε, απ’ την πολυεθνική που δούλευε υπάλληλος τον είχαν απολύσει επειδή ένα πρωί είχε καρφώσει μια γραμματέα στο μπούτι μ’ ένα χαρτοκόπτη. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Η γυναίκα του είχε φύγει απ’ το σπίτι, μαζί με τον εξάχρονο γιό του, επειδή ένα βράδι που αυτή κοιμότανε, αυτός της είχε ξεριζώσει το νύχι του αντίχειρα με μια τανάλια. Όπως μπορείτε να καταλάβετε, του Ερίκου του είχε σαλέψει εντελώς. Γι’ αυτό και τώρα περνούσε τις νύχτες του ξοδεύοντας ό,τι οικονομίες είχε μαζέψει σε ξύδια. Ακόμα και το σπίτι του το χε πουλήσει, για να μαζέψει φράγκα για πιοτά, και νοίκιαζε μια γκαρσονιέρα στην πιο κακόφημη γειτονιά της πόλης.
Συνεχίστε την ανάγνωση

Ε, ρε, πουτσο που θες Αγγελαν – Larry Cool

Κλασσικό

Tο ανεξήγητο στοιχειώνει την Αθήνα. Η ίδια η πόλη μας είναι το
απόλυτο κακό. Η μεταφυσική απειλή είναι οι αμέτρητες πολυκατοικίες που μας παγιδεύουν στις κοιλιές τους. Εγώ αυτό
πιστεύω. Για να τις στεριώσουν οι εργολάβοι, έθαψαν ζωντανές
στα θεμέλιά τους την Απληστία και την Αμορφωσιά. Τώρα
εκδικούνται. Η ασχήμια πυορροεί στις προσόψεις τους. Αν τις
κοιτάξεις από μια οριακή γωνία, οι τοίχοι τους γίνονται ξαφνικά
γκρίζα, στιλπνά ξυράφια, κι οι άνθρωποι που μένουν μέσα
αφανίζονται, χάνονται σε μια αόρατη πτυχή του κόσμου…
Τέλος πάντων, συνηθίσαμε…

Συνεχίστε την ανάγνωση

Στο ταξι του Τακη

Κλασσικό

Ο Τάκης και ο Φίλος του Τάκη κάθοντε στον καναπέ του σαλονιού του Φίλου και συζητάνε.
ΦΙΛΟΣ: Κάτσε, κάτσε, δεν κατάλαβα καλά, ηρέμισε λίγο γιατί πολύ μπερδεμένα μου τα λες… Δηλαδή αυτός σε σταμάτησε στη Βουλιαγμένης στο Ελληνικό…
ΤΑΚΗΣ: Και πιο πίσω, στο ύψος της Γλυφάδας ήμουνα.
Φ: Ναι, στη Γλυφάδα, και τι σου είπε;
Τ:Τι να μου πει ρε φίλε; Ό,τι λέει κάθε πελάτης. Κάθισε στη θέση του συνοδηγού, ζήτησε να τον πάω μέχρι την Ομόνοια και μετά δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Κι εγώ απλά έβαλα ράδιο κι άρχισα να ανεβαίνω προς κέντρο.
Φ: Αυτός δεν είπε τίποτα άλλο, τίποτα περίεργο;
Τ: Ε όχι, τι περίεργο να πει, απλά κάθισε και αγνάντεψε απ’ το παράθυρο. Εσύ δηλαδή όταν παίρνεις ταξί πιάνεις και κουβέντα με τον οδηγό και του λες και περίεργα;
Φ: Ε ρε συ κάτσε, δεν είναι και το ίδιο…
Τ: Καλά ναι ρε φίλε, αλλά όχι, αυτός δεν είπε τίποτα, ήταν σαν κάθε πελάτη, τίποτα το παράξενο.
Συνεχίστε την ανάγνωση

Καταστασεις Χιπικες

Κλασσικό

Ντάξει, εγώ γενικά δεν είμαι και κανας τρελός ρεϊβάς. Δηλαδή ναι, θα πάω μια στο τόσο σε κανένα παρτάκι, θα χορέψω, θα τα σπάσω, θα κουμπώσω και τίποτα, το καλοκαιράκι θα πάω και σε κανένα φεστιβάλ, καμιά Δράμα, καμιά Χαλκιδική, καμιά Σαμοθράκη, τίποτα τέτοιο, αλλά γενικά είμαι σε υγιή επίπεδα. Δεν είμαι απ’ αυτούς του μουρλαμένους κάγκουρες που βλέπουνε κύκλους να γυρίζουν. Ούτε εμ ντι δεν έχω πάρει ποτέ. Κανα τριπάκι, κανα μανηταράκι που και που, κι αυτά με ρέγουλο. Παρ’ όλ’ αυτά, την ιστορία που θα σας διηγηθώ την άκουσα σ’ ένα τέτοιο παρτάκι, πέρσι το καλοκαίρι στην παραλία στα Χανιά.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Το Μεγαλο Ντερμπι

Κλασσικό

Είχα μόλις ξυπνήσει από την τρίωρη κυριακάτικη σιέστα μου, κι όπως κάθε Κυριακή απόγευμα είχα αράξει στο σαλόνι μου με την τηλεόραση ανοιχτή κι έπινα ένα λεπτό μονοφυλλάκι. Το ρολόι έδειχνε 6.15 κι οι εκπομπές με τους καραφλούς δημοσιογράφους, τους τηλεδιαιτητές, τους τηλεπροπονητές, και φυσικά τους παλαίμαχους παίχτες, έδιναν κι έπαιρναν. H Κυριακή αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες Κυριακές – ήταν ξεχωριστή. Η Κυριακή αυτή ήταν η Κυριακή του μεγάλου ντέρμπι. Η πόλη ολόκληρη δονούνταν στην γιορτινή ατμόσφαιρα του ποδοσφαίρου. Τα καφενεία ήταν ήδη γεματά. Τα λυκειόπαιδα είχανε κάνει επίθεση στα τραίνα και τα λεωφορεία, και μπορούσες να καταλάβεις πόσο άσχημη ήταν η κίνηση στους δρόμους απ’ τη συχνότητα που ακούγονταν οι κόρνες και τα μπινελίκια των οδηγών. Στα απέναντι μπαλκόνια είχαν κρεμάσει και μερικές σημαίες. Στο μπάκαλικο οι μπύρες είχαν πουληθεί όλες. Οι πιτσαρίες θα μένανε όλη τη νύχτα ανοιχτές.

Συνεχίστε την ανάγνωση

Λε Μαγκε Ντε Βοτανικ

Κλασσικό

Λε μαγκέ ντε βοτανίκ πηρέ λα τογιότα του και μπάρκαρε α λα πειραιά. Ντε λα μεσημέρ και με ντάλα ήλιο περ ντε λα κεφάλ, αραξεντάν α λα καφέ ντε Μήτσος και παραγγελντάν ντε λα φραπέ. Σκετέν και τίγκα γάλα. Στριψεντάν ντε λα τσιγάρ, φουμεντάν και ρουφηξέν ντε καλαμάκ. Πλεζούρ. Λε κεχριμπάρς ντε λα μπεγλέρ παρ λα χερ πηγαιντέν ντε πάνω κάτω, ντινγκ και ντανγκ, λα τελεβιζιόν επαιζέν ντε λα μπαλά, λε παγάκς ντε λα φραπέ λιωνεντάν αβέκ ντε λα αφρό. Ξάφνου, λε στομάχ ντε λε μαγκέ εβγαλετέν κραυγή ντε λ’ απογνώση. Λα φραπέ και λα τσιγάρ εφερεντάν ντε κόψιμο, και λα κωλοτρυπίδ αβέκ ντε ζορ συγκραταγέν ντε λα κουράδ. Λε μαγκέ πεταχτηκετέ ντε ορθιός κι ετρεξετέ α λα χέστρα. Σφιγκεντάν και κοκκινιζεντάν και λες κουράδς εβγαινεντάν υγρές και άσχημες. Λα ατμοσφαίρ εμυριξέν ντε λα σκατίλ και λε μαγκέ εβγαζεντάν και άλλο από μεσά ντε λα κωλοτρυπίδ. Ντεγκούτ. Εβγαλεντάν τα όλα κι αναστεναξεντάν ντ’ ανακουφίς. Σκουπισεντέν λε κωλ αβέκ ντε κωλοχάρτ και παγετέν ντε τραβηξέν λε καζανάκ. Ριέν. Λα νερό νον ετρεξεντέν α λα χεστρά. Τραβηξέν λε καζανάκ ξανά. Ριέν ξανά. Λες κουράδς υγρές επεπλεντάν ακόμα α λα νερό. Τρατζίκ. Λες φλεβές ντε λα φάτσα ντε λε μαγκέ πεταγοντέν ολές εξώ. Λε μαγκέ αλέ α λε γκαρσόν και λεγεντάν:
“Άιντα α λα τουαλέτ και λε καζανάκ νε πα τραβάει, εστέ λε στουμπωμέ και λες κουράδς επεπλεντούν ακόμα και μυριξέν ολό λε καφενέ ντε λα σκατίλ. Αλέ και τραβαγέ και φτιαξεντάν λε, απρέ λες παρεντάν τα α λα κεφάλ και λε γαμηκεντάν λες όλους.”
Και λε γκαρσόν απήντησεν:
“Φίλε δεν κατάλαβα τίποτα, ηρέμισε και μίλα σαν άνθρωπος.”
Και λε ματί ντε λε μαγκέ γυριξεντέν αναποδά, και λε γκαρσόν πολύ γκράντε στομά ειχέντεν. Τραβηξεντέν ντε λα τσεπή ντε λε σουγιά κι εκοψεντάν του το λαρύγγι. Παντού ντε λ’ αιματά. Λε μαγκέ γυρισεντάν α λα φραπέ κι εστριψεντάν κι άλλο τσιγάρ. Γιατί λε μαγκέ ντε βοτανίκ νον σηκωντέν πολλά πολλά.