Τζάζι

Κλασσικό

DSC00053-2
Αρπάζοντας τα ξύλα του ιερού σταυρού,
πετάγοντας τα μες στο τζακι
γεννιέται η φωτιά που καίει για πάντα
μέσα στα στήθια των θνητών
και των ανίδεων ανθρώπων,
και μέσα από τις νότες
του επουράνιου σαξοφώνου
ξεπετίεται σαν αυγή
από τη θάλασσα ενός καλοκαιριού
σε κάποιο μικρό νησί του Αιγαίου
ο ένας και μοναδικός,
ο παράλογος Θεός μας,
κρατώντας το γιγάντιο δόρυ του
και τη βαριά ασπίδα
και τις αμέτρητες ψυχές
των όντων ολόκληρου του κόσμου –
τις ψυχές που τρέμουνε,
τρέμουνε σαν τα φτερά της χήνας
και τα νύχια του άγριου λύκου
την ώρα που ξεσκίζουνε τη σάρκα του θηραματός του,
και πιο κόντα
στο θαύμα αυτό των πάντων,
αν συγκεντρωθείς προσεχτικά
ίσως μπορέσεις να ακούσεις
την ανάσα της ζωής
μέσα στην άμμο και τα κομμάτια
των ναυαγισμένων καραβιών,
να τρέχει και να τρέχει
σαν αφρός στο κρύο ποτήρι
προς το αιώνιο,
το ανέκφραστο,
το φως που καίει
το πρόσωπό μου.
Και τότε
το σώμα μου
γίνεται το βέλος
της πυξίδας
και σημαδεύει σταθέρα
(με χέρι πραγματικό αλφάδι)
αντί για τα κυπαρίσσια του Βορρά
και τους φοίνικες του Νότου
και τις κερασιές της Ανατολής
και τους αγριόκακτους της Δύσης,
σημαδεύει τους αιώνιους πλάτανους,
την τέλεια και τη λογική,
που έχει αρχή μα όχι τέλος,
τη γη που υποσχέθηκε ο αιώνιος ένας στους θνητούς,
την Ουτοπία.

Advertisements

Μιλάω στον άνεμο

Κλασσικό

dsc00047

Μιλάω στον άνεμο.
Κουβεντιάζουμε για τα παλιά,
τα νέα,
κι αυτά που είναι να ρθουν.
Εκείνος παίρνει τις λέξεις μου μαζί με τα λιγοστά φύλλα των δέντρων
κι όλα μαζί τα σκορπίζει εδώ κι εκεί,
τα ρίχνει στο βρεγμένο δρόμο να σαπίσουν,
και σφυρίζει δροσερά.
Η ατμόσφαιρα γεμίζει μ’ αναμήσεις,
με μια νοσταλγία αρχαία,
και μια μελαγχολία μπλε,
μια μελαγχολία που κάνει τα μωρά και τα μικρά παιδιά να κλαίνε
και τους μεγάλους να κοιτάζουν σιωπηλοί μέσα απ’ τα κλειστά παράθυρα
το έξω,
τα γυμνά, τεράστια δέντρα που κρύβουνε τον ουρανό,
τα αμάξια που σκίζουν και περνούν,
τους κουκουλωμένους μέσα στη ντροπή περαστικούς
και το απύθμενο
το φως του Ηλίου.
Κι έπειτα,
εκείνη τη στιγμή που τα σύννεφαν φέρνουν το γκρι κι ο κόσμος σκοτεινιάζει,
όταν απλώνεται σ’ όλον τον ουρανό η μοναζία κι οι τύψεις κι οι ενοχές κι ο φόβος,
από την άκρη του ατελείωτου δρόμου
εμφανίζεται η λειτουργία,
η αιώνια πορεία προς το παρελθόν,
ο αιώνιος αγώνας προς το μέλλον.
Ο επιτάφιος
του Ιησού
και κάθε νεκρού αυτού του κόσμου όντος,
κι ο παππάς με την κατάμαυρη στολή
ψέλνει σαν ηχείο δυνατά τα τελευταία λόγια του ανθρώπου
και τ’ άχρονα λόγια του Θεού των πάντων.

Κλείσε την κουρτίνα.
Ο κόσμος εδώ φοβάται.
Αγχώνεται όταν υποψιάζεται ότι τον κοιτάς.
Κάνει πως δε σε βλέπει.
Ο κόσμος αυτός αδιαφορεί
κι ακόμα κι ο Θεός δεν τριγυρνά τις νύχτες πια σ’ αυτήν την παγωμένη πόλη.
Γι’ αυτό,
κλείσε τις κουρτίνες
και κλείσε και τη λάμπα αυτή με την απαίσια λάμψη,
κι άνοιξε μια τρύπα στο ταβάνι και την οροφή
να μπαίνει μέσα μοναχά
αυτό το υπέροχο, το ολόλευκο
το φως
απ’ το Φεγγάρι.

Ταξίδι

Κλασσικό
the-starry-night-18891-jpglarge

Starry Night – Vincent Van Gogh

Αστέρι δίχως φως, εκρήγνυται, εκατομμύρια μίλια μακριά, κι ακόμα φαίνεται λες και φωτίζει
Και λούζει το σύμπαν με ζωή και ύλη, κι όμως το ίδιο είναι νεκρό.
Όταν πεθάνω
Και γίνω στάχτη και άμμος και νερό και θα με παίρνει ο αέρας
Θέλω να αγκαλιάσω ένα δέντρο, ή κάποια πρωτόγονη μορφή ζωής, έναν μύκητα ή ένα μανιτάρι,
Να γίνω γι’ αυτό λίπασμα και να γίνω γι’ αυτό
Ζωή.
Έπειτα όταν περάσει ο καιρός και τα χρόνια
Να σκαρφαλώσω πάνω στα κλαδιά, στα φύλλα, τον κορμό και τα λουλούδια, να φτάσω ν’ αντικρίσω τον γαλάζιο ουρανό,
Το φως από τον Ήλιο,
Και να φύγω μακριά με μια σπρωξιά του αέρα
Για το ταξίδι μου.
Αυτό θα κάνω.
Αυτό θα γίνω.
Ένας πλανήτης που γυρνά κι όλο γυρίζει πίσω, ταξιδιώτης μονάχα γύρω από το φως, ακούραστος δίχως σταματημό
Και θα πηγαίνω από μέρος σε μέρος
Μα θα τα ξέρω όλα
Όλα θα τα χω ταξιδέψει, θα τα χω ξαναδεί εδώ κι εκατοντάδες χρόνια, θα τα χω εξερευνήσει,
Όσο, τουλάχιστον, γίνεται και μπορώ.
Να νιώθω σα να περπατάω
Μέσα στα όρια του μυαλού μου, μέχρι εκεί μόνο που μπορώ να φτάσω, μέχρι εκεί και δεν πάει παραέξω,
Και σα να μαι παγιδευμένος
Σ’ ένα αιώνιο μα με τελειωμό μουσείο.
Ο χώρος μου να χωρίζεται απ’ το χρόνο, το συνεχές, μάνα, το χωροχρονικό συνεχές που σου λεγα
Να ‘χει κοπεί στα δύο
Κι η ασπίδα μου πια να μη γυαλίζει,
Δεν είμαι καλός πολεμιστής, δεν ξέρω να βαστάω τ’ όπλο, δεν έχω μάθει να σκοπεύω και να πυροβολώ.
Μα πρέπει.
Μάνα,
Είναι ώρα.
Πάντα ήτανε και πάντα θα ναι.
Ο πόλεμος κρατά πολύ ακόμα
Κι εγώ πρέπει να πάω προς αυτόν, κι αν δεν ξέρω να μάθω, αν δε μπορώ να μπορέσω κι αν δεν αντέξω, εντάξει.
Το ξίφος,
Ακόνιστο.
Δεν έχει σημασία.
Η αρμονία του σύμπαντος εξαρτάται από εμένα, και το υπόσχομαι πως, μέχρι το τέλος,
Και μέχρι να γίνω στάχτη και άμμος και νερό και να με παίρνει ο αέρας,
Και μέχρι να μη φωτίζει πια το φως που γύρω του θα ταξιδεύω, εγώ
Θα πολεμήσω.

Άτιτλο

Κλασσικό

dsc00035

Κάθομαι πάνω στην μικρή και άβολη καρέκλα μου,
Μπροστά σ’ ένα παλιό, ξύλινο γραφείο,
Κάτω από μια λάμπα κακόγουστη
Που βγάζει ένα κίτρινο φως,
Και περιμένω –
Μη με ρωτάς τι, δεν ξέρω,
Ίσως να γίνει κάτι,
Ίσως απλά να σηκωθώ,
Ή ίσως και να πέσω,
ανήμπορος, πάνω στο βρώμικο, χοντρό χαλί μου.

Εγώ είμαι,
Δεν ξέρω αν με θυμάσαι,
Έχει περάσει καιρός,
Μα αν με θυμάσαι
Βοήθησε με,
Γιατί έχω αρχίσει
Και χάνομαι μέσα σ’ αυτό το άδειο μέρος.
Ναι, το ξέρω,
Δεν είναι καινούριο αυτό για μένα,
Ακούγεται λες και το χω πει χίλιες φορές,
Μπορεί και παραπάνω,
Μα, πίστεψε με,
Αυτή τη φορά είναι αλλιώς.
Αλήθεια.
Μη με ρωτάς πως και γιατί,
Δε μπορώ να σου απαντήσω,
Τουλάχιστον όχι απ’ το τηλέφωνο.
Πρέπει να ρθεις από δω,
Πρέπει να σε δω.
Άκου με,
Τα πράγματα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά,
Δεν είναι όπως πάντα.
Όχι,
Δεν ξέρω,
Δε μπορώ να βρω τις λέξεις.
Πρέπει… καλά…
Εντάξει…
Ναι. Να μιλήσουμε.
Γεια.
Μη με ξεχάσεις…

Δεν έχω ιδέα, μα το Θεό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω
Τίποτα.
Πνίγομαι μέσα στον ίδιο τον καπνό μου.
Δε χάνομαι,
Έχω ήδη χαθεί.
Δεν ξαναπαίρνω τηλέφωνο.
Να με πάρεις εσύ.

Εγώ;
Κάποτε, λες, ήμουνα έξυπνος,
Είχα μυαλό που έκοβε,
Μάτια που γυαλίζαν,
Με μια φλόγα μέσα τους να καίει,
Μια φλόγα που όλο και δυνάμωνε
Και που μια μέρα θα γινόταν πυρκαγιά
Και θα καιγε ολόκληρο το σύμπαν.
Τώρα, λες, έχω αλλάξει.
Ναι, αυτό προσπαθούσα να σου πω.
Όχι, δεν εννοείς αυτό, ξέρω,
Πάει πολύς καιρός τώρα
Που δεν είμαι αυτό που ήμουνα,
Που αφέθηκα να κυλιστώ στη λάσπη,
Να γίνω σαν τους άλλους,
Χοίρος που τρώει μαργαριτάρια,
Ανόητος που εκπορνεύει τριαντάφυλλα,
Φύλλο που ξεραίνεται, το παίρνει ο αέρας
Και πέφτει στην αυλή.
Μα κάνεις λάθος.
Ποτέ δεν ήμουν έτσι,
Ήμουν πάντα ένας βλάκας
Που δεν ήξερε απολύτως τίποτα.

Κι αν σου μιλούσα για βια, για ριπές
Και για τον πόλεμο που γίνεται μες στο μυαλό μου –
Τι ήξερα για τον πόλεμο εγώ;
Εγώ τον πόλεμο τον έμαθα
Από ταινίες του Χόλυγουντ
Κι από δελτία των οκτώ.
Κι αν σου μιλούσα για τη λύτρωση
Και την ελευθερία που θα ρχότανε να μας ενώσει όλους –
Τι ήξερα για την ελευθερία εγώ;
Εγώ την ελευθερία την έμαθα
Από φιλοσοφικές διαλέξεις στη σχολή
Κι από σημειώσεις τετραδίων.
Κι αν σου μιλούσα για το τέλος, τη φθορά
Και για το θάνατο που τόσο τον φοβάμαι –
Τι ήξερα για το θάνατο εγώ;
Εγώ το θάνατο τον έμαθα
Από αναγγελίες κηδειών
Και από μνήματα αγνώστων σε νεκροταφεία.
Κι αν σου μιλούσα για αγάπη
Και για τον έρωτα που κρατάει τους πλανήτες σε τροχιά –
Τι ήξερα για τον έρωτα εγώ;
Εγώ τον έρωτα τον έμαθα
Από βιβλία κι από ποιήματα
Κι από κείνη τη λάμψη μες στα μάτια σου
Που ποτέ δε μπόρεσα ν’ αγγίξω.

Κάθομαι πάνω στη μικρή και άβολη καρέκλα μου
Μόνος μου, ολομόναχος,
Και περιμένω,
Περιμένω, περιμένω, περιμένω,
Περιμένω κάτι μα δεν ξέρω τι,
Ίσως τον κόσμο να ανασηκωθεί
Ψηλά, πάνω από το κεφάλι μου,
Και σε μια στιγμή να πέσει κάτω με δύναμη
Και να με καταπλακώσει.

Μια Τζάζι βραδιά

Κλασσικό

jazzybradia1-2

Υπό τις μελωδίες μιας λίγο εξπεριμένταλ τζαζ,
Υπό τη λάμψη ενός αχνού φωτιστικού πάνω απ’ την κεφαλή μου,
Υπό την επήρεια μιας μικρής δόσης αμφεταμίνης
Και φυσικά και κάποιας νικοτίνης,
Κάθομαι στο φρικτό και βρωμερό γραφείο μου,
Μπρος στην τρομακτική κάτασπρη οθόνη
Να γράψω όλ’ αυτά που ακόμα δεν τα έζησα.
Ω,
Όλη η πόλη χαίρεται
Και πλέκει σκουφιά για το χειμώνα
Κι όλος ο κόσμος μεθυσμένος
Σκουντουφλά στα πεζοδρόμια
Και στ’ ακριβά αμάξια
Και τραγουδάει δυνατά,
Μα σε μια γλώσσα
Που εγώ δεν την καταλαβαίνω.
Στρατιώτες πηγαινόρχονται με τα όπλα τους στους ώμους,
Κλείνουν το μάτι σε όμορφες, λευκές μπατσίνες
Κι εκείνες σκύβουν το κεφάλι ντροπαλά
Και τους χαζογελάνε.
Οι τοίχοι μου ραγίζουνε
Κι απ’ τις ρωγμές αρχίζουν και κυλάνε
Ολόκληρα γαλόνια μπύρας
Μα και παγωμένου τσάι,
Γεμίζουν όλο το δωμάτιο,
Κι εγώ κολυμπάω μέσα τους
Κι ανοίγω το στόμα και τα πίνω,
Κι αυτά φτάνουν στο στομάχι μου
Και μ’ ένα ΜΠΑΜ εκρήγνυνται,
Λες κι ήταν εύφλεκτα οξέα.
Τρέχω να πάω στη χέστρα μου
Μα αυτή είναι κατειλημμένη,
Οπότε, αναγκαστικά,
Βγαίνω με το βρακί και τη φανέλα στο μπαλκόνι μου
Και ξερνάω στους από κάτω.
Αααχ, ανακουφίζομαι,
Γίνονται και πάλι όλα ωραία,
Μα δυστυχώς οι από κάτω αράζανε
Και τώρα τους ακούω να γκαρίζουν –
Ωχ, τους κακομοίρηδες,
Τους έκανα μουνί καπέλο!
Πηδώ μέσα στο σπίτι μου,
Κλειδώνω όλες τις πόρτες,
Και κάνω πως δεν είμαι εδώ,
Πως έφυγα και λείπω.
Οσμίζομαι οργή,
Βλέπω καπνούς να μπαίνουν απ’ τις χαραμάδες,
Ακούω τα βήματα στις σκάλες,
Και τώρα έξω από την πόρτα,
Στέκουν κι αρχίζουν και βαράνε.
Ντάπα Ντουπ και Ντάπα Ντουπ
“Θα σε γαμήσουμε” και τέτοια,
“Βγες ρε άμα είσαι άντρας,”
Μα εγώ ρούπι δεν κουνώ,
Τρελός είμαι να πάω;
Ε, και κάποια στιγμή
Κι αυτοί βαρέθηκαν και φεύγουνε,
Γυρνούν στο σπίτι τους να βγάλουνε τα ρούχα,
Να κάνουν κι ένα μπάνιο να ξεβρωμιστούν,
Κι εγώ, ντροπιασμένος κάπως σίγουρα,
Μα και λίγο σκανδαλιάρικα γελώντας,
Πηγαίνω στο κρεβάτι μου ήσυχος
Και πέφτω και κοιμάμαι.

Είμαστε κάτι;

Κλασσικό

skeletons1.1.png

Είμαστε κέρματα, κλειδιά,
Μπεγλέρια με σιδερένιες χάντρες
Που κουδουνίζουνε στις τσέπες
Ενός αρχαίου θεού
Που ξέπεσε απ’ του σύμπαντος τα βάθη
Σε έναν άνοστο πλανήτη.
Είμαστε κάγκελα και πλέγματα,
Σύρματα μπλεγμένα μεταξύ τους,
Κομμάτια ενός φράκτη γιγαντιαίου,
Που στέκεται ψηλός
Και περιφράσσει όλον τον κόσμο,
Τους νεκρούς και ζωντανούς,
Τα λουλούδια που ψάχνουνε νερό,
Τα ζώα που κυνηγούν να φάνε,
Τις πέτρες που θα σπάσουνε
Και που θα γίνουν άμμος.
Είμαστε κάτι σκελετοί
Με μια κάποια αίσθηση του στυλ,
Που περιφέρουν τα οστά τους,
Κάνουν τράκες από τους περαστικούς,
Γυρνούν σε γειτονιές και μπαρς
Που πουλούν τις πιο φτηνές τις μπύρες.
Είμαστε σκόνη, χώμα και νερό,
Στάχτες από τσιγάρα σ’ αδειανά μπουκάλια,
Τρίμματα καπνού που πέσαν στο γραφείο,
Σπασμένες μύτες από κίτρινα μολύβια,
Σκισμένα κομμάτια από χαρτί,
Και προσανάμματα στο τζάκι.
Είμαστε οντότητες τυχαίες,
Χαμένες στις γωνίες των μυαλών τους,
Πίνουμε βένζες για να κοιμηθούμε,
Σπίντες για να ξυπνήσουμε.
Είμαστε σάρκα κι αίμα,
Άρτος και κρασί,
Εικόνα και ομοίωση,
Κάποιου θεού απελπισμένου,
Που ουρλιάζει δυνατά
Και κανείς δεν τον ακούει.
Είμαστε συλλέκτες αναμνήσεων,
Μουσικοί δίχως κιθάρες ή άλλα όργανα,
Ποιητές εκ του προχείρου,
Παρατηρητές τρεχούμενων στιγμών,
Και σκοτεινών ονείρων.
Είμαστε αθρώποι φοβισμένοι,
Δειλοί και δίχως φαντασία,
Εγκλωβισμένοι μέσα σε δείχτες ρολογιών,
Σε άψυχες λέξεις και μπροσούρες.
Είμαστε άχρωμοι και άοσμοι,
Πλένουμε ρούχα με σαπούνια και μαλακτικά,
Και γεμίζουμε τους νεροχύτες
Με στοίβες βρωμισμένα πιάτα.
Στο κάτω κάτω, όπως λέει κι ο ποιητής,
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
Στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
Μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Το σκουλήκι

Κλασσικό

Ζει ένα σκουλήκι μέσα μου,
Ένα σκουλήκι που με τρώει,
Που τρώει τα σωθικά μου,
Κι από κει φτάνει στα βάθη της ψυχής μου
Και, πεινασμένο και αχόρταγο όπως είναι,
Βγάζει μια άσχημη στριγγλιά
Και μου λέει τι μου λείπει
– Τι λείπει απ’ την ψυχή μου –
Και μου ζητάει να του το παραγγείλω
Να το φάει και αυτό.