Ο Δρόμος για τις Ζίνες – Delta Raw

Κλασσικό

dsc00004

Θέλω
ΘΕΛΩ ΘΕΛΩ ΘΕΛΩ ΘΕΛΩ ΘΕΛΩ
ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΞΩ
και να ξεράσω την καρδιά μου απ΄το στόμα
ενώ χιλιάδες λύκοι θα συντροφεύουν τις στιγμές μου
αλλά δε μπορώ
η πόλη είναι έτσι δομημένη
με τους στρατούς της παραταγμένους πάντα για μάχη
που για στρατιώτες της τελευταίας στιγμής
δεν μένει άλλη διέξοδο
απ’ το γαμήσι
το αλκοόλ
και τον αυτοτραυματισμό
σβήνω τσιγάρα πάνω μου
σβήνω κεριά πάνω μου
σβήνω καραμπίνες πάνω μου
σβήνω τη μίση πόλη πάνω μου
κι ακόμα δεν έχω ησυχάσει απ’ το βαθύ μίσος που βράζει πίσω απ’ το τρίξιμο των δοντιών μου
για τις αδικίες που έχουμε υποφέρει
οι φτωχοί πρώτα απ’ όλα
και οι υπόλοιποι φτωχοί έπειτα.
Θεέ μου αν είχα μια πυρηνική βόμβα θα την έριχνα για πλάκα
ακόμα κι αν έπρεπε να την ρίξω μπρος στα αρχίδια μου
κι ούτε με νοιάζουν οι επικείμενοι διαμελισμοί
γιατί δεν θυμάμαι να έζησα ποτέ και ολόκληρος
παρά μόνο ως χέρια, ως πόδια.
ως λίπος, ως νευρώνες, ως πούτσα, ως μεγάλη πούτσα, ως καβλωμένη πούτσα, ως μικρή πούτσα, ως πούτσα που πόναγε, ως πούτσα που δε σηκωνόταν, ως πούτσα που έπρεπε να φορέσει προφυλακτικό, ως πούτσα που δεν έπρεπε να φορέσει προφυλακτικό, γαμώτο μου βαρέθηκα να είμαι μια πούτσα και ένας τόνος από σκατά, θέλω να σκουπίσω τον κώλο μου με μετάξι απ’ τη βαθιά Ασία και να ευνουχίσω τον εαυτό μου με ένα μακρύ σπαθί σταυροφόρου, κατόπιν να πετάξω την πούτσα μου μισή στην κυβέρνηση, μισή στην πρώην μου «ΕΝΤΑΞΕΙ ΓΑΜΗΜΕΝΟΙ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΘΗΚΑΤΕ ΤΩΡΑ;» Θα ουρλιάξω.

Αλλά δε μπορώ να τα κάνω όλα αυτά
και έτσι ανοίγει
ο δρόμος
για τις βενζοδιαζεπίνες.

Advertisements

Το σκουλήκι

Κλασσικό

Ζει ένα σκουλήκι μέσα μου,
Ένα σκουλήκι που με τρώει,
Που τρώει τα σωθικά μου,
Κι από κει φτάνει στα βάθη της ψυχής μου
Και, πεινασμένο και αχόρταγο όπως είναι,
Βγάζει μια άσχημη στριγγλιά
Και μου λέει τι μου λείπει
– Τι λείπει απ’ την ψυχή μου –
Και μου ζητάει να του το παραγγείλω
Να το φάει και αυτό.

Ο τελευταίος ήρωας

Κλασσικό

Κουφάρια σε ποστ-αποκαλύπτικ σκηνικό.
Ο ήρωας τριγυρνά σε άδειους δρόμους.
Σκοτάδι.
Οι λάμπες είναι όλες σβηστές.
Ο κόσμος ένα μπαλάκι του πινγκ πονγκ,
Που πάει πέρα δώθε στο ταμπλό,
Και δυο αιώνια τέρατα
Κρατάνε τις ρακέτες.
Φως σπάει τη μονοτονία.
Ο λύχνος ανάβει μοναχός του.
Ο ήρωας είναι γυμνός,
Κι ενώ μοιάζει να είναι ζωντανός,
Το σώμα του σαπίζει,
Και τα μέλη του πέφτουν ένα ένα
Πάνω στο λιθόστρωτο.
Ο πεζόδρομος αυτός κάποτε ήταν γεμάτος με ζωή
Και τώρα μόνο νεκρά κτήνη τριγυρνάνε.
Βία.
Το χέρι του δαίμονα,
Που σπέρνει και θερίζει
Ανεμοθύελλες.
Στην άσφαλτο απάνω
Σιτάρι δε φυτρώνει,
Και η πέτρα δε γεννά,
Μα μόνο σπάει.
Ο ήρωας περπατά χωρίς καν πια να έχει σώμα,
Και δεν έχει ιδέα που πηγαίνει.

Ο Σάββας ο αντικαπιταλιστής

Κλασσικό

Είχα πάνω από μήνα να τον επισκεφτώ, ίσως και δύο. Αποφάσισα πως, μιας και είχα ρεπό εκείνη τη μέρα, θα ήταν ωραία να περνούσα από την κλινική που τον είχανε, να πούμε δυο κουβέντες. Ο κακομοίρης ήτανε πολύ μόνος, δεν είχε κανένα φίλο εκεί μέσα – δεν ταίριαζε με τους υπόλοιπους τρελούς – γι’ αυτό κι όποτε είχα χρόνο κι όρεξη, πήγαινα να τα πούμε.
Η γλυκιά κοπέλα στον γκισέ μου ζήτησε να περιμένω στο σαλόνι. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκε, συνοδευόμενος από έναν ασπροντυμένο φύλακα. Μου χαμογέλασε αχνά, κι έπειτα κάθισε στην πολυθρόνα απεναντί μου. Τα μακριά μαυρογκρίζα μαλλιά του πέταγαν, η μπλε φόρμα που του χαν δώσει να φοράει ήταν βρώμικη και σκονισμένη, το βλέμμα του ήταν το ίδιο αλλοπαρμένο βλέμμα που χε πάντα. Κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι με καφέ – ελληνικό, βαρύ και σκέτο.“Τι γίνεται ρε Σάββα;” τον ρώτησα. “Πώς πάει;”
Συνεχίστε την ανάγνωση

Μεταξύ πτωμάτων ειλικρίνεια – Φώντας & Κοάν

Κλασσικό

Νιώθω πολύ μοναξιά τα τελευταία 20 χρόνια.
Του είπα «Αλέξανδρε χρειαζόμαστε έναν θεό οπωσδήποτε»
έκανε ζέστη
και τον Αλέξανδρο είχαν αρχίσει ήδη να τον τρώνε οι μύγες και να βγαίνουν μικρα μικρά σκουληκάκια απ’ τα μάτια του
άναψα ένα Winston
ακούμπησα πλάι στο πτώμα του φίλου μου
ήπια λίγο απ’ το δεύτερο ουίσκι.
Περίμενα αυτές τις μέρες μια κοπέλα να έρθει να με επισκεφτεί την είχα γνωρίσει όταν πήγαινε εκδρομή με το σχολείο της, θα μέναμε μαζί στο σπίτι των γονιών ενός φίλου μου κάπου στα προάστια.
Σεξ όλη μέρα; Ε ναι,
έκανε ζέστη και έπρεπε να γνωριστούμε κάπως.
Σηκώθηκα, πήγα να πάρω καφέ,
γύρισα σπίτι με μια πορτοκαλάδα τελικά.
Ο νίτσε είναι υπερεκτιμημένος
Ο ντίλερ σου είναι υπερεκτιμημένος
Νιώθω πολύ μοναξιά τα τελευταία 20 χρόνια,
Χρειαζόμαστε έναν θεό οπωσδήποτε Αλέξανδρε.

Καταρχάς φίλε Φώντα
κόψε τα winston,
Σε χαλάνε.
Δεν ξέρω αν χρειαζόμαστε θεό,
Αλλά σίγουρα ένα κίνητρο.
Αλλιώς είναι σα να βλέπεις ένα ματς
Χωρίς να χεις ποντάρει.
Σ αφήνει απλά αδιάφορο.
Δεν ξέρω αν χρειαζόμαστε θεό,
Αλλά σίγουρα ένα νόημα,
Κάτι να μας κρατήσει σ’ αυτόν τον βαρετό κύκλο πραγμάτων,
Και μακάρι να βγαίναν σκουληκάκια από τα μάτια μου
Μα ακόμη ζούνε μέσα και σιγά σιγά τρώνε τα συκώτια μου.
Δεν ξέρω αν χρειαζόμαστε θεό,
Ή αν θα πρεπε να μας αρκούν τα ντρόγκια κι οι καφέδες,
Τα γαμήσια και ο Νίτσε,
Μα σίγουρα χρειαζόμαστε λίγη αγάπη
Και λίγη ζέστασια
Γιατί η μοναξιά κι αυτό το κρύο δεν αντέχονται
Κι όλος ο κόσμος γύρω περιμένει σαν όρνεο
Να ψοφήσουμε για να μας φάει,
Και τέλοσπαντων
Δεν ξέρω αν χρειαζόμαστε θεό,
Μα σίγουρα κάτι χρειαζόμαστε,
Γιατί απλά αυτά που έχουμε δε φτάνουν

Γκροτέσκα Αυτοκτονία

Κλασσικό

Φρικτός κι απαίσιος,
Κάπνιζε έναν καπνό την ώρα,
Τα δάχτυλά του ήτανε κίτρινα
Και τα δόντια του σαπίζανε και πέφταν.
Έχει αντικαταστήσει το νερό
Με μπύρα από τα λίντλ
Και κρασί από χάρτινο κουτί,
Και τα ποτήρια του όλα από τη βρώμα
Είχαν φτιάξει μια μωβ κρούστα
Μες στον πάτο τους.
Είχε να φάει μήνες,
Και μόνο καταλάθος καμιά φορά κατάπινε
Τα νύχια του που τα τρωγε
Και τους μύκητες που ζούσαν μες στα ούλα,
Κι η μάνα του τον έβριζε
Και τον εκαταριόταν,
Μα κείνος απλά έκλεινε την πόρτα του
Κι έβαζε με τσίτα ήχο τσόντες,
Και τράβαγε και τράβαγε και τράβαγε
Και δε μπόραγε να χύσει.
Και μια μέρα,
Μια μέρα σκοτεινή,
Όπως όλες οι άλλες μέρες,
Έβγαλε απ’ την τσέπη του μπουφάν
Ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
Και με επιδεξιότητα και προσοχή
Το έφερε στις φλέβες του
Και άρχισε να σκίζει,
Κι αντί για αίμα έβγαζε
Ένα μαύρο, πηκτό υγρό,
Και μετά το φερε ως τους πνεύμονες,
Τους έσκισε και κείνους,
Και μετά και στο συκώτι του,
Από τα ξύδια σαπισμένο,
Και τέλος στην καρδούλα του
Που δεν άντεχε άλλο,
Κι έτσι όπως ήτανε,
Φρικτός κι απαίσιος
Και λαβωμένος,
Πήρε ένα γερό σκοινί,
Το δεσε στο λαιμό του
Και μες στην αηδία και στα αίματα,
Κρεμάστηκε από το μπαλκόνι,
Κι απ’ το τρύπιο σώμα του έπεφτε
κομμάτια ξερό αλκοόλ και στάχτη,
Κι από κάτω η μάνα του τον έβλεπε
Και ούρλιαζε
Κι έκλαιγε τρομαγμένη.

Η Ρώμη Πέφτει

Κλασσικό

Ημέρες πανικού,
Γιορτές στα πεζοδρόμια,
Βαρελότα,
Κομφετί,
Δόντια χυμένα στην άσφαλτο,
Στάμπες από αίμα,
Όλοι οι περαστικοί δακρύζουν,
Βάρβαροι σπάνε μάρμαρα,
Λεκές από ρακή,
Δε φαίνεται, είναι άσπρος,
Ουρλιαχτά,
Κραυγές τρομακτικές,
Φως,
Δε φαίνεται, είναι μαύρο.
Καμία διαφυγή απ’ την πραγματικότητα,
Παγιδεύτηκα μες στον ιστό,
Και δε μ’ έχει πάρει καν χαμπάρι η αράχνη.
Όπερα,
Τενόρος και σοπράνο,
Βαθιές αναπνοές
Να αποφύγουμε την κρίση.
60% αλκοόλ.
Δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσω
Απ’ την επικείμενη καταστροφή,
Μα δε με νοιάζει και ιδιαίτερα.
Τα ούλα μου ματώσανε,
Όχι όμως από τις φωνές.
Μια τρύπα,
Ένας άδειος τείχος,
Στο πάτωμα μια παλιά αφίσα
Κι ένα σκισμένο λάβαρο.
Η αυτοκρατορία μου καταρρέει,
Κι εγώ,
Ένας Ιούλιος Καίσαρας της νέας εποχής,
Δεν κάνω τίποτα για να το αποτρέψω,
Μονάχα στέκομαι,
Ζαλισμένος, μεθυσμένος,
Όρθιος μες στο φλεγόμενο μου ανάκτορο
Και τη χαζεύω με μάτια βουρκωμένα.
Έδιωξα τους στρατιώτες μου,
Σκότωσα όλους τους αυλικούς μου,
Δηλητηρίασα τις πόρνες
Κι άφησα τα πτώματα πάνω στο κρεβάτι,
Και πλέον χορεύω μόνος μου
Το μόνο χορό που έμαθα – βαλς,
Και περιμένω τη φωτιά
Να πέσει να με κάψει.