Πεθαινοντας στην Ανδαλουσια

Σελίδα

ta54ic

Ήτανε αρχές Νοέμβρη, κι όμως, ακόμα εδώ στο νότο, στην Ανδαλουσία της Ισπανίας, ο ήλιος έκαιγε. Οι μασχάλες μου είχαν ιδρώσει – κι είχα βγάλει και τη ζακέτα κι είχα μείνει μόνο με το κοντομάνικο. Τρία χιλιόμετρα είχα περπατήσει, κι ήμουν έτοιμος να πέσω κάτω στην άσφαλτο. Το εικοσάκιλο σακίδιο στους ώμους μου με είχε γονατίσει. Τα πόδια μου παραπατούσαν. Τραβήχτηκα σε μιαν ακρούλα και την άραξα. Έβγαλα ένα πορτοκάλι που χα καβατζώσει νωρίτερα από το χωριό, το καθάρισα και το φαγα.
Όπως έκανα να σηκωθώ, ένα βανάκι φοξβάγκεν με προσπέρασε, και σταμάτησε δυο μέτρα πιο κάτω. “Όλα, αμίγκο,” ακούστηκε μια ήρεμη φωνή από μέσα. “Χρειάζεσαι βοήθεια;” Πήρα το σάκο στα χέρια κι έτρεξα στο βαν, μπήκα μέσα και φύγαμε. “Στο Κομμουνιτάριο πας, έτσι;” ρώτησα – Κομμουνιτάριο λέγαν το κοινόβιο. Ο μουσάτος ψαρομάλλης με τα πολλά χαϊμαλιά έγνεψε καταφατικά. “Από που είσαι;” με ρώτησε.
“Απ’ την Ελλάδα. Εσύ; ”
“Από δω.”
“Mένεις μόνιμα στο κοινόβιο;”
“Αχά. Σχεδόν όλη μου τη ζωή. Από 10 χρονών.”
“10 χρονών;!”
“Αχά.”
“Και πόσο είσαι τώρα;”
“Στα 33.” 23 χρόνια….
“Άρα είσαι το κατάλληλο άτομο για να με κατατοπίσει.”
“Ναι. Θα σου δείξω, το δάσος, το ποτάμι, καβάτζες για να στήσεις τη σκηνή… Θα το δεις, είναι παράδεισος, αδερφέ. Πραγματικός παράδεισος.”
Στρίψαμε αριστερά σ’ ένα χωματόδρομο, προχωρήσαμε και, λίγα μέτρα πιο κάτω, φτάσαμε στο πάρκινγκ. Βγήκαμε έξω. Πολλά αμάξια είχε στο πάρκινγκ, κι εκτός από τα κλασσικά βανάκια και τροχόσπιτα, υπήρχαν και πολλά ΙΧ που δεν περίμενα να δω. “Πόσος κόσμος μένει στο κοινόβιο;” ρώτησα τον ψαρομάλλη.
“Ε, γύρω στους 200. Αλλά έχουμε και πολλούς ταξιδιώτες που κάθονται απλά για λίγο καιρό – σαν κι εσένα.”
Προχωρήσαμε προς το δάσος. Όσο πλησιάζαμε, αρχίζαν να εμφανίζονται οι πάγκοι. Πάγκοι με ρούχα χίπικα, σαλβάρια, πουκαμίσες, τσαντάκια, πάγκοι με θιβετιανά φυλακτά και χαϊμαλιά, πάγκοι με ινδικά πανό και παρεό κι αξεσουάρ, πάγκοι με τσαπάτις, πιτσάκια, κι άλλα έτοιμα φαγητά, πάγκοι με λαχανικά, φρούτα, πάγκοι με ψωμιά, μπισκότα, μακαρονικά, πάγκοι, πάγκοι, πάγκοι. Πολλοί πάγκοι. Οι χίπηδες από πίσω ήταν όλοι χαμογελαστοί και μας χαιρετούσαν. Φτάσαμε στην αρχή του δάσους και μπήκαμε πιο μέσα, πήραμε ένα στενό μονοπάτι. Είδα τις ‘εγκαταστάσεις’ τους. Τα τίπις, – τίπις λένε αυτές τις κλασσικές ινδιάνικες σκηνές, που ναι σαν κώνοι – οι καβάτζες των μόνιμων, οι ξύλινες καλύβες και τα σπιτάκια από κομπ, οι κήποι με τα ζαρζαβατικά, οι παρέες που ταν μαζεμένες γύρω απ’ τον έναν που παιζε κιθάρα και που γυρνούσαν γάρα το ένα μετά το άλλο. Όλοι τους μας χαιρετούσαν. Κι επίσης πολλά μωρά, παιδιά, σκυλιά, όλα γυμνά, λυτά και τρέχαν. Όμορφα ήταν. Και κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων έκανε δροσιά, δε μας έκαιγε ο πούστης ο ήλιος.
“Θα πάμε πιο βαθιά,” μου πε ο μουσάτος συνοδοιπόρος. “Είναι πιο όμορφα, πιο ήσυχα.” Συμφώνησα και ακολούθησα. Παραδόξως, όσο προχωρούσαμε έβλεπα όλο και περισσότερες σκηνές. Πολλές πολλές σκηνές, γεμάτες ταξιδιώτες, με τζίβες οι περισσότεροι. Τόσες πολλές σκηνές, που σε κάποια φάση το όλο σκηνικό μου θύμισε Αγκίστρι…
Φτάσαμε σ’ έναν καταρράκτη, τεράστιο, 3-4 μέτρα. Υπήρχαν μερικές σκηνές κι εδώ τριγύρω, αλλά όχι τόσες, ήταν πιο ήσυχα. “Εδώ. Στήσε κάπου εδώ γύρω,” μου είπε ο ψαρομάλλης. Κάναμε μια μικρή γύρα, και βρήκαμε ένα ωραίο σποτ, κάτω από ένα πλατάνι. Ο χίπης με βοήθησε στο στήσιμο. “Πώς σε λένε;” με ρώτησε. “Αλέκο,” απάντησα. “Εσένα;” “Ματτέο.”
Καρφώσαμε τα πασσαλάκια και βγάλαμε τις μπανέλες. Πρόσεξα πως το δεξί μπατζάκι απ’ το σαλβάρι του ήταν σκισμένο. “Πόσο καιρό το βλέπεις να κάθεσαι, Αλέκο;”
“Μερικές μέρες, μπορεί και βδομάδες. Δεν ξέρω. Θα δω.”
“Θα το αγαπήσεις το μέρος, αδερφέ!”
Σηκώσαμε τη σκηνή και τη δέσαμε. Περάσαμε το κάλλυμα για τη βροχή από πάνω. Ο Ματτέο χαμογέλασε. “Λοιπόν, αδέρφε,” μου είπε, “πηγαίνω. Να ξέρεις πως το κοινό δείπνο μας αρχίζει στις 8, στο κεντρικό τίπι, αυτό το μεγάλο που περάσαμε. Είναι μόλις δυο ευρώ. Αν πεινάσεις στο μεταξύ, μπορείς να πάρεις κάτι από κανέναν πάγκο.”
“Οκ. Μάλλον θα τα πούμε στο δείπνο. Χάρηκα!”
Ο Ματτέο γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο, το κάπνισα, κι έπεσα και κοιμήθηκα. Το νερό του καταρράκτη που έσκαγε στα βράχια ακουγόταν σα νανούρισμα.
Όταν ξύπνησα, ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, αλλά υπήρχε αρκετό φως για να δεις που είσαι και που πας. Σηκώθηκα και πήγα να περπατήσω προς τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του κοινοβίου. Πέτυχα ξανά το Ματτέο. Είχε αράξει μ’ ένα ζευγάρι τζιβάτων έξω από μια καβάτζα και γυρνούσαν ένα γάρο. Με είδε και με φώναξε να κάτσω μαζί τους. Έκατσα, και η τζιβάτη γκόμενα μου πάσαρε το τσιγάρο. Πήρα δυο γερές τζούρες. “Βρήκες κανέναν ν’ αγοράσεις χόρτο ή ακόμα;” με ρώτησε τελικά ο Ματτέο.
“Όχι, όχι ακόμα.”
“Να, εδώ, ο Μιγκέλ,” είπε και μου δειξε τον τύπο δίπλα του. “Έχει πολύ καλό χόρτο.”
“Πόσο;”
Ο Μιγκέλ άνοιξε το στόμα, κι από μέσα του μια πράα, γαλήνια φωνή βγήκε και είπε: “10 ευρώ για 3 γραμμάρια. Είναι χομγκρόουν – απ’ αυτό πίνουμε τώρα.”
Ήταν ωραίο όντως. Τελειώσαμε το γάρο και πετάχτηκα στη σκηνή να φέρω τα φράγκα. 10 ευρώ για τη φούντα, κι άλλα 2 για το δείπνο που άρχιζε σε λίγο. Γύρισα πίσω στην παρέα. Ο Μιγκέλ χαμογέλασε, μου έδωσε τα 3 τζι σ’ ένα σπιρτόκουτο, κι έκανε μια ελαφριά υπόκλιση με το κεφάλι. Η γκόμενα έστριψε άλλο ένα. Το πιαμε, γίναμε (ή τουλάχιστον έγινα) κομμάτια, και μετά ξεκινήσαμε για το κεντρικό τίπι που γινότανε το δείπνο.
Την αράξαμε σ’ ένα χαλάκι κάτω, κάπνισα ένα τσιγάρο. Άρχισε να μαζεύεται κόσμος. Μέχρι να πάει 8 είχαμε μαζευτεί τουλάχιστον 60 άτομα. Ο Ματτέο πετάχτηκε να φέρει ένα πιάτο, του ζήτησα αν μπορεί να μου φέρει κι εμένα ένα. Μου φερε μια ξύλινη γαβάθα κι ένα πιρούνι. Τα καζάνια με το φαγητό βγήκαν στη μέση. Έριξα το δίευρω μες στο καπέλο, κι η γελαστή χίπισα με το δαντελωτό φουστάνι μου βαλε με την κουτάλα μια μερίδα φαϊ στο πιάτο. Ήτανε κάποιο είδος χυλού, με λαχανικά, φρούτα, μακαρόνια, ζυμαρικά, περίεργα πράματα – και όλα βίγκαν. Πήρα διστακτικά μια πιρουνιά. Ήταν νοστιμότατο. Το καταβρόχθισα με τρεις πιρουνιές, πήγα στην κατσαρόλα κι έβαλα λίγο ακόμα. “Νόστιμο, ε;” γέλασε ο Ματτέο, κι εγώ, μπουκωμένος, έγνεψα με το κεφάλι ναι.
Φάγαμε, σηκωθήκαμε, και πήγαμε στο ποτάμι να πλύνουμε τα πιάτα. Παρατήρησα στην απέναντι όχθη ένα πορτοκαλί φως. Φωτιά! “Ματτέο! Ματτέο,” φώναξα, “για δες εκεί!”
“Ναι,” μου λέει, “είναι η άλλη μεριά του κοινοβίου. Μην ανησυχείς, δεν καίγεται το δάσος.”
“Η άλλη μεριά μεριά του κοινοβίου;”
“Αχά. Εκεί πέρα, ας πούμε, μένουν οι ‘παλιοί’. Δεν είναι όλοι γέροι βέβαια, απλά οι περισσότεροι ήταν απ’ τους πρώτους κατοίκους της κοινότητας.”
“Και γιατί μένουν στην άλλη μεριά του ποταμού;”
“Ε… Είδες τους πάγκους με τα ρούχα και τα πράματα και τα λοιπά, ε;”
“Ναι.”
“Ε, αυτοί, ας πούμε, διαφωνούν με το όλο θέμα – με το ότι πουλάμε προϊόντα, με το ότι μαζεύουμε πολλούς ταξιδιώτες κτλ, κι έχουν διαχωριστεί. Ντάξει βέβαια, μη φανταστείς πως έχουμε και καμιά έχθρα, απλά αυτοί προτιμούν να ζουν πιο ήσυχα και απομονωμένα. Ε, και έχουν το δικό τους κεντρικό τίπι, το δικό τους κοινό φαγητό, δικές τους καβάτζες και λοιπά, στην ανατολική μεριά του ποταμού. Έλα, πάμε να πιούμε κανά τσιγάρο.”
Γυρίσαμε και μπήκαμε μέσα στο τίπι. Ανέλαβα να στρίψω εγώ, ο Ματτέο κόλλησε δυο χαρτάκια. Πήρα δυο χοντρούς παπάδες από το σπιρτόκουτο και τους έσπασα στη χούφτα μου. Ήταν φρέσκοι, κάπως υγροί, δύσκολα σπάγανε με τα φαγωμένα νύχια μου. Ήταν σκουρόχρωμοι – πλησίαζαν στο καφετί. Γενικά ούτε φαίνονταν καλοί, ούτε μύριζαν καλά, μα τουλάχιστον ήξερα από πριν πως μ’ έκλαναν ωραία. Το στριψα και το σκασα. Μες στο τιπι η φωτιά σιγά σιγά χαμήλωνε, κι ένας γεροχίπης έπαιζε το τύμπανο και τραγούδαγε αυτοσχέδιους ψαλμούς.
“Πάντως ρε Ματτέο,” του είπα σιγανά, “και μένα μου κανε εντύπωση όπως ερχόμασταν, που δα τόσες σκηνές και πάγκους.”
“Αχά. Το ξέρω φίλε μου, το καταλαβαίνω, σε πολλούς κάνει εντύπωση, σε πολλούς δεν αρέσει. Μα πρέπει κι εσύ να καταλάβεις τις ανάγκες μας. Δυστυχώς η γη γίνεται πολύ άγονη το χειμώνα, και δε μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα αλλιώς. Υπάρχουν έξοδα, για το κοινόβιο, τα φαγητά μας, και κυρίως, για τα πιτσιρίκια μας. Έχουμε κοντά 50 παιδιά εδώ πέρα. Τα παιδιά έχουν ένα σωρό ανάγκες. Απέναντι δεν υπάρχει ούτε ένα πιτσιρίκι…”
“Το καταλαβαίνω, αλλά να… Δε νομίζεις ότι η όλη φάση έχει γίνει πολύ τουριστική;”
“Ίσως. Αλλά μπορείς να το δεις κι αλλιώς. Πως διαδίδουμε τον τρόπο ζωής μας, και το πόσο άχρηστες είναι οι πιο πολλές υποτιθέμενες ανάγκες του υλιστικού πολιτισμού σε περισσότερο κόσμο. Δεν είμαστε καμιά κλειστή κοινωνία, δεν είμαστε σέχτα. Είμαστε ανοιχτοί σε όλους, κι όλοι μπορούν να μείνουν εδώ. Τους προσκαλούν όλους να έρθουν – μα μόνο το δάσος μπορεί να διαλέξει ποιός θα κάτσει και ποιός απλά θα επισκεφτεί. Μπορείς να το δεις κι έτσι.”
“Ναι, ντάξει. Ισχύει κι αυτό.”
Ήπια τις τελευταίες ψιλές και το σκότωσα. Ο Ματτέο ξεκίνησε επί τόπου να στρίβει άλλο ένα.
“Αλλά ξέρεις τι;” συνέχισα. “Όταν στήνεις πάγκο και πουλάς, ειδικά σε τουρίστες, έχεις βάλει τη λογική του κέρδους και του όλου συστήματος της ιδιοκτησίας μέσα στο κοινόβιο.”
“Αχά, συμφωνώ. Δεν είναι κι ότι καλύτερο, σίγουρα, αλλά νομίζω χωρίς αυτά το κοινόβιο δεν θα επιβίωνε. Επίσης, πολλοί από μας απλά χρειάζονται λεφτά για δικούς τους λόγους. Δε θα τους το απαγορέψουμε.”
“Εσύ πουλάς τίποτα;”
“Έχω έναν πάγκο, πουλάω λαχανικά και φρούτα, και διάφορα χαϊμαλιά και φυλαχτά που φτιάχνει η κοπέλα μου. Θέλω να πάω ένα μεγάλο ταξίδι.”
“Που;”
“Αφρική. Να πάρω τη Βιολέτα – την κοπέλα μου – και το βαν, και να την γυρίσω όλη.”
“Γι’ αυτό και μαζεύεις και λεφτά, ε;”
“Αχά. Και όχι μόνο. Έχουμε κι ένα παιδί.”
“Όντως;”
“Αχά. Τον Τσίκο. 7 χρονών είναι, κι έχουμε κυρίως έξοδα για το σχολείο του – ξέρεις, βιβλία, τετράδια, μολύβια, βενζινές για να τον πηγαινοφέρνουμε στο σχολείο στο χωριό και λοιπά.”
Το γάρο γυρνούσε και με βάραινε. Ξάπλωσα πίσω. Έκλεισα λίγο τα μάτια κι άκουσα το τύμπανο που, πλέον, συνοδευόταν από μια κιθάρα. Η φωνή του γέρου σαν να ακουγόταν όλο και πιο βαθιά όσο περνούσε η ώρα. Ο τύπος στα δεξιά μου κατέβασε μια τζούρα από ένα τσελέμι κι άρχισε να βήχει σαν ασθματικός. Διαταράχτηκε λίγο η ηρεμία.
“Πάντως, άμα θες,” είπε λίγο μετά ο Ματτέο, “μπορείς να μείνεις και στην απέναντι πλευρά, αν ψάχνεις πιο πολλή ησυχία. Εχεί κι εκεί λίγους ταξιδιώτες.”
“Πώς μπορώ να περάσω το ποτάμι;”
“Υπάρχει γέφυρα, εδώ πιο κάτω. Και πιο πάνω, κοντά εκεί που έστησες τη σκηνή, κάπου εκεί το ποτάμι στενεύει και μπορείς να περάσεις από τα βραχάκια.”
Ήπιε τις τελευταίες, καυτές τζούρες και το σκότωσε. Άραξε πέντε λεπτά, και μετά έπιασε να στρίψει κι άλλο, μονόφυλλο τουλάχιστον αυτή τη φορά – χαρτάκι, τζιβάνα, καπνός, δικά μου. “Τελευταίο και πάω να κοιμηθώ,” ανακοίνωσα. Ο Ματτέο χαμογέλασε. Το στριψε γρήγορα γρήγορα και το σκασε. Το πιαμε σιγά σιγά, αμίλητοι. Το σκότωσε. Σηκώθηκα προσεχτικά, αποχαιρέτησα και βγήκα έξω. Άναψα το φακό και γύρισα στην καβάτζα μου. Τη βρήκα εύκολα. Χώθηκα μες στη σκηνή, έστριψα κι έκανα ένα τσιγάρο, κουκουλώθηκα μέσα στο σλίπιν μπαγκ, κι έπεσα και ξεράθηκα.

2zroncp

* * * * *

2ilj6o2

Την επόμενη ξύπνησα νωρίς. Σηκώθηκα, έψησα έναν καφέ στο γκαζάκι μου, έφαγα κι ένα πορτοκάλι. Ήπια ένα λάιτ μονόφυλλο μαζί με τον ελληνικό, και μετά άρχισα να ξεστήνω. Θα περνούσα στην άλλη μεριά του ποταμού. Φόρτωσα το σάκο στους ώμους, πήρα τη σκηνή στα χέρια και ξεκίνησα. Βρήκα το σημείο με τα βραχάκια. Χμ… Μπα. Καλύτερα απ’ τη γέφυρα. Κατέβηκα πιο κάτω και την είδα. Ήταν ένα μικρό, ξύλινο γεφυράκι, μα φαινόταν καλή κατασκευή. Το περπάτησα και πέρασα απέναντι. Προχώρησα πιο βαθιά.
Σιγά σιγά, όσο περπάταγα, πίσω από τα δέντρα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν κάτι καλυβίτσες. Ξύλα, κομπ, πέτρες, χώμα – τίποτα δεν πάει χαμένο. Εδώ πάντως ήταν πολύ πιο διάσπαρτα, και σκηνές υπήρχαν, αλλά πολύ πιο λίγες. Και το κεντρικό τίπι το είδα και το πέρασα, κάπου κρυμμένο ήταν και κείνο. Δυο γέροι χίπηδες με γκρίζα μούσια με προσπέρασαν, μα δε μου δώσαν σημασία. Συνέχισα, περπάτησα πιο πέρα. Βρήκα ένα ωραίο σποτ, πάλι κάτω από ένα πλατάνι, ίσιο και καθαρό, χωρίς πολλές πέτρες. Το έδαφος είχε καλυφθεί από πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα, και σχηματιζόταν ένα κίτρινο χαλί. Ξεφόρτωσα και έστησα. Άραξα. Έκλεισα τα μάτια κι άκουσα το νερό που κυλούσε στο ρυάκι παραδίπλα. Ακουγόταν σαν νανούρισμα. Σε μια στιγμή, ο ήχος του νερού έγινε ένα με τη μελωδία μιας φλογέρας. Άνοιξα τα μάτια. Σηκώθηκα όρθιος. Προχώρησα λίγο πιο κάτω.
Ένα μικρό, ξύλινο καλυβάκι εμφανίστηκε μπροστά μου, και λίγο πιο κει, σ’ ένα χειροποίητο παγκάκι, καθόταν ένας τύπος κι έπαιζε τη φλογέρα. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Μου έριξε μια ματιά, μα συνέχισε να παίζει. Ήτανε νέος, γύρω στα 30, κι είχε καστανά, ίσια μαλλιά, και πυκνό μαύρο μούσι. Έστριψα και κάπνισα ένα τσιγάρο. Η μελωδία της φλογέρας είναι πιο δομημένη απ’ τη μελωδία του νερού, μα και οι δυο μου φέρνουν νύστα. Μετά από λίγο, ο τύπος σταμάτησε, γύρισε και μου πε κάτι στα ισπανικά. Κατάλαβα πως ήθελε χαρτάκια και ταμπάκο. Του έδωσα. Κόλλησε ένα δίφυλλο. Το στριψε, το σκασε, το γύρισε. Μου πε κάτι στα ισπανικά και πάλι, του εξήγησα πως δε μιλάω τη γλώσσα. “Από που είσαι;” ρώτησε.
“Απ’ την Ελλάδα.”
“Ωραία η Ελλάδα.”
“Ωραία, ναι.”
Μικρή παύση. Μου γύρισε το γάρο, έπιασε πάλι τη φλογέρα.
“Έχεις πάει; Στην Ελλάδα λέω.”
“Ναι, δυο-τρεις φορές.”
“Που;”
“Στην Κρήτη. Και στη Θεσσαλονίκη.”
“Που στην Κρήτη;”
“Κάπου στο νότο, δε θυμάμαι. Ωραία ήταν, όμορφα.”
Ξαναέπιασε τη φλογέρα, και ξανασταμάτησε όταν του ξαναέδωσα το γάρο.
“Έχεις στήσει σκηνή;” ρώτησε τελικά.
“Ναι, εδώ πιο κάτω.”
Ήπιε μερικές τζούρες ακόμα και το γύρισε. “Πόσο καιρό λες να κάτσεις;”
“Μερικές μέρες, μερικές βδομάδες. Δεν ξέρω. Θα δω.”
“Μμ… Ναι, ωραία είναι και δω. Όμορφα… Πώς και βρέθηκες σ’ αυτή τη μεριά του ποταμού;”
“Αρχικά ήμουν απ’ την άλλη, αλλά δε μ’ άρεσε τόσο. Πολλή φασαρία ρε φίλε, πολύς κόσμος. Εγώ ήρθα εδώ πιο πολύ για ηρεμία και απομόνωση.”
“Μμ, σε καταλαβαίνω. Ναι, το χουνε παρακάνει στην άλλη μεριά… Μέχρι και τίπι με ίντερνετ έχουνε βάλει…”
“Σοβαρά;”
“Μμ, ναι. Και ντουζιέρες, και πάγκοι παντού. Τουρίστες, άτομα ασυνείδητα, που απλά έρχονται ένα διήμερο να πιούνε φούντες και γεμίζουν το δάσος σκουπίδια. Το πάρκινγκ πάντα γεμάτο, συνέχεια καυσαέρια… Ναι, έχει παραγίνει. Σε καταλαβαίνω.”
“Ακριβώς. Ντάξει, δεν είναι και τελείως παράλογο αυτό που γίνεται και κάνουν, αλλά ναι. Όχι για μένα.”
Του ξαναέδωσα χαρτάκια και καπνό, άρχισε να στρίβει άλλο ένα.
“Όχι, παράλογο δεν είναι. Απλά, νομίζω, είναι λάθος. Είναι λάθος να ζεις με τους κανόνες του δυτικού πολιτισμού κι όλου αυτού που λέμε συστήματος μέσα στη φύση. Δηλαδή είναι σαν να ακυρώνεις την επιλογή σου να φύγεις απ’ την οργανωμένη κοινωνία και τις οργανωμένες ανάγκες της.”
“Ναι, συμφωνώ. Ή τουλάχιστον να περιορίσεις όσο μπορείς τα κατάλοιπα της κοινωνίας και του πολιτισμού μέσα σου. Γιατί να ελευθερωθείς τελείως, δύσκολο…”
“Μμ. Ναι, απλά απέναντι έχει παραγίνει.”
Το γάρο γύρναγε και τα βλεφαρά μου μισοκλείνανε. Θυμήθηκα αυτό που είπε για τις ντουζιέρες. “Εσείς που κάνετε μπάνιο;” τον ρώτησα.
“Στον καταρράκτη – λίγο πιο πέρα.”
Το τσιγάρο πιώθηκε κι ο τύπος ξαναέπιασε τη φλογέρα. Όμορφα έπαιζε, μελωδίες του δάσους. Κάθισα για ώρα σιωπηλός κι απλά τον άκουγα.
Και μετά, κάποια στιγμή, σηκώθηκα να πάω να κοιμηθώ. “Λοιπόν, την κάνω. Χαιρετώ. Α, να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο, φίλε; Κάνετε καμιά συνέλευση εδώ, για τα θέματα του κοινοβίου;”
“Μμ, ναι. Κάθε πρώτη Δευτέρα του μήνα.”
“Αύριο δηλαδή.”
“Μμ. Είναι πρωί, κατά τις 10-11, στο κεντρικό τίπι. Είναι ανοιχτή για όλους, μπορείς να πας αν θες.”
“Οκέι, θα πάω μάλλον.”
“Α, και το απόγευμα είναι η συνέλευση της άλλης μεριάς, στο δικό τους τίπι.”
“Κάνετε δυο διαφορετικές;”
“Μμ, ναι.”
“Οκέι. Τα λέμε.”
“Τσάο.”
Και γύρισα στη σκηνή μου για μια μικρή σιέστα.

* * * * *

rjfhps

Το επόμενο πρωί, αφού, κλασσικά, πρώτα έψησα ένα καφεδάκι κι ήπια ένα μονοφυλλάκι, πήγα στο κεντρικό τίπι για τη συνέλευση. Είχε ήδη μαζευτεί αρκετός κόσμος – μεγάλοι οι περισσότεροι, από 50 ως 70, με μακριά, γκρίζα μούσια κι άσπρες τζίβες. Ένα μεγάλο, πήλινο τσελέμι γύριζε και ξαναγύριζε ασταμάτητα. Το τίπι ήταν σχετικά μικρό, και ήμασταν λίγο στριμωγμένοι – είχαμε μαζευτεί και κοντά 50 άτομα. Κάποια στιγμή, το τσελέμι τελείωσε, αφέθηκε στην άκρη, και πιαστήκαμε όλοι εκεί μέσα χέρι-χέρι. Ησυχία. Ξαφνικά, κάποιος έκανε την αρχή. Οοοοοοομ. Ξεκινήσαμε όλοι μας, δειλά δειλά, να επαναλαμβάνουμε. Οι φωνές μας γίνανε μια φωνή, και ο μακρύς ήχος του Ομ ακουγόταν σα μια συνεχόμενη ηχώ. Σταματήσαμε, πήραμε βαθιές ανάσες. Λίγες στιγμές ηρεμίας και, κάποιος – φαινόταν ο πιο γέρος – σηκώθηκε και ανακοίνωσε, μάλλον, την αρχή της συνέλευσης. Λέω μάλλον γιατί μίλησε ισπανικά.
Ο τύπος με τη φλογέρα που χα γνωρίσει χτες ήρθε και κάθισε δίπλα μου, μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Του έδωσα χαρτάκια και καπνό – φιλτράκια δεν ήθελε. Γενικά οι χίπηδες δεν καπνίζουνε με φίλτρα. Προτιμούν ή άφιλτρο ή με τζιβάνα. Αυτό το μπαμπακερό πράμα τους χαλάει. Εντωμεταξύ, ένας άλλος γέρος είχε πάρει το λόγο και μιλούσε, μα δεν τον πρόσεχα, γιατί κι αυτός μιλούσε μόνο ισπανικά, και μ’ είχε νταγλάρει και το τσελέμι. Καλά πρέπει να τα λεγε, γιατί οι υπόλοιποι από κάτω κουνούσαν τα κεφάλια τους και δείχνανε να συμφωνούνε. Ο γέρος κάθισε κάτω, και σηκώθηκε ένας άλλος, πιο νέος. Είπε κι αυτός τα δικά του – ισπανικά πάντα – και ξανακάθισε στο χώμα. Κι ύστερα, μια γραιοχίπισα, γεμάτη ρυτίδες και με αλλοπαρμένα γαλανά μάτια, χωρίς να σηκωθεί απ’ τη θέση της, είπε δυο-τρία λόγια και ξανασώπασε.
Και μετά ένας πολύ νέος, το πολύ 25, με μακριά μαύρα μαλλιά και πιο αραιό μούσι, σηκώθηκε και πήρε το λόγο. Έκανε μια εισαγωγή στα ισπανικά, όπου, προφανώς, εξήγησε ότι επειδή δεν έχει πολύ καιρό στο κοινόβιο και δε μιλάει καλά τη γλώσσα, θα μιλήσει στα εγγλέζικα. Και ξεκίνησε.
“Αρχικά,” είπε, “θέλω να σταθώ στο θέμα που έθιξε η Φελίσια (έτσι λέγανε τη γραιοχίπισα που μίλησε πριν). Όντως, τις τελευταίες μέρες, πάντα όταν ξυπνάω το πρωί, βρίσκω σκουπίδια να πλέουν στο ποτάμι. Πλαστικά, σακούλες, κονσέρβες καμιά φορά… Πολλά σκουπίδια, και μερικά ξεβράζονται και στο δάσος – και, όπως όλοι μας πιστεύω, όσο μπορώ τα μαζεύω κι εγώ. Το πρόβλημα πάντα υπήρχε, όσο καιρό είμαι εγώ εδώ τουλάχιστον, μα τους τελευταίους μήνες έχει παραγίνει. Το κακό είναι, δυστυχώς, πως εκτός απ’ το να τα μαζεύουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να το σταματήσουμε. Κι αυτό γιατί το πρόβλημα δεν αρχίζει από μας, μα, δυστυχώς αδέρφια, έρχεται απ’ την απέναντι πλευρά του ποταμού. Αν κάνετε μια βόλτα από κει, θα δείτε ένα δάσος γεμάτο σκηνές και κόσμο, ακόμα και τώρα, Νοέμβρη μήνα. Κι αυτό που μετράει δεν είναι βέβαια ο κόσμος, αλλά το γεγονός πως ο κόσμος αυτός που έρχεται δε συμβαδίζει με την όλη ιδεολογία μας, και, κυρίως, δε συμβαδίζει με τους κανόνες της αρμονίας της φύσης. Δε σέβονται τη φύση. Είναι ασυνείδητος κόσμος, άνθρωποι που ήρθαν εδώ για ‘εναλλακτικό τουρισμό’, που δε γνωρίζουν και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν και να ζήσουν με τον τρόπο που ζει η κοινότητα. Κι αυτοί είναι οι άνθρωποι που, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν, θα πετάξουν στο ποτάμι το σκουπίδι, που θα σβήσουν τη γόπα κάτω στο χώμα, που θα αφήσουν το κωλόχαρτο να το πάρει ο αέρας.”
Όλοι κουνούσαν τα κεφάλια πάνω κάτω και φαίνονταν να συμφωνούνε απόλυτα. Κάποιος άλλος, γηραιότερος, πήρε, χωρίς να σηκωθεί, το λόγο. “Και δεν είναι μόνο αυτό, αδέρφια,” είπε – στα αγγλικά ευτυχώς κι αυτός. “Γενικότερα αυτοί που ζουν στη δυτική πλευρά του ποταμού έχουν πάψει από καιρό να ζούνε βάσει των αρχών της αρμονίας, της αγάπης και της ελευθερίας. Δεν είναι μόνο τα σκουπίδια κι οι τουρίστες – είναι η όλη κατάσταση με τους πάγκους, το εμπόριο, το χόρτο, τα ναρκωτικά γενικότερα, τα ρούχα, τα χαϊμαλιά, τα φαγητά, τα φρούτα και όλα αυτά…”
“Ακόμα και τα φρούτα τους τα περισσότερα είναι αγορασμένα απ’ το χωριό, δεν είναι καν δικά τους!” ακούστηκε μια φωνή απ’ το κοινό.
Ο πιο γέρος, αυτός που χε αρχίσει τη συνέλευση, είπε κάτι στα ισπανικά, μα με φωνή τόσο γαλήνια και ήρεμη, που καταλάβαινες πως ήθελε να ρίξει τους τόνους και να δικαιολογήσει τους χίπηδες της άλλης μεριάς. Η συζήτηση ξαναγύρισε στα ισπανικά, κι εγώ στο ίδιο χάος που, λογικά, θα χαν βιώσει και οι κάτοικοι της Βαβέλ, τότε με τον πύργο. Έστριψα ένα τσιγάρο, έπεσα πίσω, και περίμενα τη συνέλευση να τελειώσει.
Κι όταν τελείωσε κι ο κόσμος άρχισε να φεύγει, ο τύπος με τη φλογέρα γύρισε προς το μέρος μου. “Πεινάς;” με ρώτησε.
“Όχι.”
“Οκέι – γιατί όπου να ναι θα μαγειρέψουν. Πάμε για ένα γάρο;”
“Πάμε.”
Σηκωθήκαμε και περπατήσαμε ως το παγκάκι στην καβάτζα του. Πετάχτηκε να φέρει τη φλογέρα, του έδωσα χαρτάκια, καπνό και δυο παπάδες, κι άρχισε να στρίβει.
“Πώς σε λένε, αμίγκο;” ρώτησε κάποια στιγμή.
“Αλέκο. Εσένα;”
“Μάρκος.”
Ο Μάρκος το στριψε και το σκασε.
“Τι έχεις να πεις για την συνέλευση;” τον ρώτησα κάθως μου γύρναγε το γάρο.
“Ντάξει μωρέ… Γενικά δεν έχουν άδικο. Έχει παραγίνει στην άλλη πλευρά. Μαζί δεν τα λέγαμε τις προάλλες;”
“Ναι, χτες.”
“Μμ, χτες… Ναι. Κι έχει ξαναγίνει θέμα πολλές φορές, και τα χουμε πει και ξαναπεί κι άκρη δεν έχουμε βγάλει.”
“Αποφασίστηκε τίποτα ουσιαστικό; Δεν καταλάβαινα τίποτα όταν μιλούσαν στα ισπανικά.”
“Όχι. Απλά θα πάνε μερικοί απόψε στη συνέλευση των απέναντι και θα τους μιλήσουν. Και πάλι δε θα γίνει τίποτα. Κάθε 6 μήνες πάει κάποιος από μας να τους μιλήσει, και ποτέ δεν αλλάζει τίποτα. Και συνέχεια χαλάμε τις καρδιές μας και τσακωνόμαστε για κάτι που δε μπορούμε ν’ αλλάξουμε… Μια φορά είχε γίνει και καυγάς μεγάλος.”
“Σοβαρά;”
“Μμ, πριν τρία χρόνια, νομίζω… Ναι, κάπου τόσο…”
“Και τι είχε γίνει;”
“Ε, είχε πάει πάλι μια ομάδα να μιλήσει στους απέναντι, αρπαχτήκανε με κάτι τουρίστες κι έγινε τσακωμός μεγάλος. Μέχρι και φάπες πέσανε…”
“Όντως;”
“Ναι, απίστευτο, ε; Στο Κομμουνιτάριο… Τι να πεις…”
Δεν είπα τίποτα. Το τσιγάρο πιώθηκε, αποχαιρέτησα το Μάρκο, κι έφυγα και πήγα να βράσω μακαρονικό.

* * * * *

2ilimnd

Το απόγευμα είχα αποφασίσει πως θα πήγαινα να δω και τη συνέλευση στη δυτική μεριά. Δεν ήξερα τι ώρα αρχίζει, οπότε πήγα νωρίς, κατά τις 4. Άραξα, έστριψα ένα δίφυλλο κι έπεσα πίσω. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε χαμογελαστός κι ο Ματτέο. Κάθισε δίπλα μου, του γύρισα το γάρο, πιάσαμε ψιλοκουβέντα.
Δειλά δειλά άρχισε να εμφανίζεται λίγος κόσμος. Εντωμεταξύ γύρισε κι ένα δεύτερο κι ένα τρίτο γάρο, κι ένα τσελέμι με τσοκό, είχα γίνει τάπες. Κάποια στιγμή ήρθαν και οι τρεις εκπρόσωποι της άλλης μεριάς – ο νέος τύπος που χε μιλήσει στ’ αγγλικά, η Φελίσια, η γραιοχίπισα, κι ένας άλλος, μεγάλος, δεν τον ήξερα. Καθίσανε κάτω λίγο παραδίπλα μου. Και λίγα λεπτά αργότερα ξεκίνησε το τελευτουργικό. Όλοι χέρι-χέρι και Οοοοομ. Είμασταν πολύ λίγοι όμως, με το ζόρι να χαμε μαζευτεί 30 άτομα.
Ένας γέρος πάλι σηκώθηκε πρώτος και, στ’ αγγλικά αυτή τη φορά, ανακοίνωσε την έναρξη της συνέλευσης. Μια παρέα τζιβάτων, Γερμανοί νομίζω, πήρανε πρώτοι το λόγο και ανακοίνωσαν πως αύριο φεύγουν και τους ευχαριστήσανε όλους για όλα. Το ίδιο έκανε μετά κι ένα ζευγάρι Εγγλέζων (τους κατάλαβα απ’ την προφορά). Και μετά ένας νεαρός, που δεν έμοιαζε για χίπης, μα προφανώς ήτανε μόνιμος του κοινοβίου, σηκώθηκε και μίλησε για κάτι έργα. Κάτι επισκευές έπρεπε να γίνουν στο χωματόδρομο που οδηγούσε στην κοινότητα – δεν κατάλαβα τι ακριβώς. Ζήτησε εθελοντές, τρεις-τέσσερις τουρίστες προσφέρθηκαν.
Και μετά, κι αφού για λίγο δε μίλησε κανείς, σηκώθηκε ο τύπος απ’ την άλλη μεριά του ποταμού, ο νέος.
“Καλησπέρα, αδέρφια,” είπε. “Τους περισσότερους σας ξέρω και με ξέρετε, μα βλέπω και πολλές άγνωστες φάτσες… Με λένε Λούκας, ζω για περίπου ένα χρόνο στην απέναντι μεριά του ποταμού, την ανατολική. Έχω ερωτευτεί αυτό το μέρος – αγαπάω κάθε δέντρο, κάθε πέτρα, κάθε πουλί και έντομο σ’ αυτό το δάσος. Νομίζω πως επιτέλους βρήκα το σπίτι μου. Θέλω να ζήσω για πολύ καιρό ακόμα στο κοινόβιο, και νομίζω έτσι νιώθουμε οι περισσότεροι που ζούμε εδώ. Το δάσος αυτό έχει κάτι το… μαγικό!”
Μα δεν είναι όλα ρόδινα, δυστυχώς, αδέρφια. Όταν είχα πρωτοέρθει, μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση που είχα δει την κοινότητα χωρισμένη, ουσιαστικά, στα δυο. Μ’ είχε παραξενέψει πολύ, και λίγο μ’ είχε στενοχωρήσει. Γρήγορα το κατάλαβα όμως, πως παρά τις αντιθέσεις, σε θέματα πρακτικά κυρίως, μα και ιδεολογικά, οι κοινότητες παραμένουν αγαπημένες – παραμένουν μία κοινότητα, με δυο… ας το πω όψεις. Πως δεν υπάρχει κάτι να μας χωρίσει σαν ανθρώπους, μονάχα διαφορές στο πως λειτουργούν οι απρόσωπες κοινότητες. Πως πίνουμε και πλενόμαστε στο ίδιο ποτάμι, πως ακούμε τα ίδια τραγούδια των ίδιων πουλιών, τα ίδια θροΐσματα των ίδιων φύλλων – απλά, από διαφορετικές μεριές και αποστάσεις. Κι αυτό είναι πανέμορφο, αδέρφια!
Όμως, δυστυχώς αυτές οι μικροδιαφορές μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα. Προβλήματα, βέβαια, που αν το θελήσουμε όλοι, μπορούνε να λυθούν. Ποιά είναι τα προβλήματα; Θα σας πω… Το πρωί είχαμε τη συνελευσή μας, στην ανατολική μεριά. Μιλήσαμε για το θέμα των σκουπιδιών…”
Κάποιοι απ’ το κοινό ξεφύσηξαν, κάποιοι αρχίσαν να μιλάνε μεταξύ τους.
“Λέγαμε, λοιπόν,” συνέχισε ο Λούκας, “πως ξυπνάμε το πρωί, και βρίσκουμε πλαστικά, κονσερβοκούτια και διάφορα άλλα σκουπίδια, να κατεβαίνουν το ποτάμι, να μαγκώνουν στα βραχάκια, να ξεβράζονται έξω – και στη δικιά μας, και στη δικιά σας μεριά. Το ξέρετε κι εσείς το πρόβλημα, και το ξέρω κι εγώ πως δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται.”
“Ότι το ξέρουμε, το ξέρουμε…” ακούστηκε μια φωνή από κάτω.
“Είναι καθήκον όλων μας – και ειδικά εμάς που ζούμε μόνιμα εδώ – να σεβόμαστε και να μη βρωμίζουμε το δάσος. Κάνεις μια βόλτα μέχρι τον καταρράκτη, και βλέπεις παντού γόπες, τζιβάνες, κωλόχαρτα και πλαστικά. Είναι ντροπή, είναι λάθος να μη σεβόμαστε το δάσος που μας ζει και θρέφει…”
“Φίλε,” σηκώθηκε ένας μουσάτος από κάτω, “γνωρίζουμε την κατάσταση και συμφωνούμε όλοι απόλυτα. Ναι, είναι λάθος. Υπάρχουν πολλά άτομα, κυρίως επισκέπτες, που δεν έχουνε μάθει να ζούνε σε αρμονία με τη φύση. Που τους φαίνεται λογικό να πετάξουν κάτω το σκουπίδι, στο χώμα ή στο ποτάμι. Εμείς, οι μόνιμοι, ενημερώνουμε, το λέμε κάθε φορά που συγκεντρωνόμαστε στο τίπι, μέχρι και φυλλάδια έχουμε κολλήσει σε μερικά δέντρα, που τους παρακαλάμε να σέβονται το περιβάλλον. Και φυσικά, όσο μπορούμε τα μαζεύουμε. Από κει και πέρα όμως, δε μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Κάθε λίγο και λιγάκι έρχεστε και λέτε το ίδιο πράμα για τα σκουπίδια. Τι να κάνουμε; Να τους διώξουμε ή να τους μαστιγώσουμε; Ό,τι μπορούμε, το κάνουμε.”
“Ναι, αλλά δεν αρκεί αυτό, αδερφέ,” σηκώθηκε ο γέρος απ’ τους τρεις ανατολικούς. “Η κατάσταση όσο πάει χειροτερεύει. Κάτι πρέπει να γίνει!”
“Τι να γίνει; Προτείνετε κάτι,” είπε κάποιος προς τους τρεις. Οι τρεις μείναν σιωπηλοί. Μετά από λίγες στιγμές, ο Λούκας ξαναπήρε το λόγο.
“Δεν έχουμε έτοιμες λύσεις, αδερφέ. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να γίνει. Γι’ αυτό είμαστε εδώ, για να το συζητήσουμε όλοι μαζί, και μαζί να βρούμε λύση. Εξάλλου, το πρόβλημα αφορά εσάς, στη δυτική μεριά, πιο πολύ από μας.”
“Λούκας,” σηκώθηκε ο Ματτέο από δίπλα μου. “Έχετε απόλυτο δίκιο. Ναι, τα σκουπίδια είναι μεγάλο πρόβλημα, και αφορά και τις δύο μεριές – έστω, τη δικιά μας περισσότερο. Μα είσαι καινούριος εδώ, και μάλλον δεν τα ξέρεις καλά. Από την πρώτη κιόλας μέρα που οι κοινότητες χωρίστηκαν, δημιουργήθηκε αυτό το θέμα με τα σκουπίδια. Συχνά πυκνά, λοιπόν, έρχονται άτομα απ’ τα ανατολικά και κάνουμε την ίδια ακριβώς κουβέντα. Το χουμε συζητήσει, το χουμε ξανασυζητήσει, λύση δεν έχουμε βρει. Πέραν απ’ το να ενημερώνουμε και να μαζεύουμε όσο μπορούμε, δεν υπάρχει κάτι να κάνουμε. Απλά χάνουμε το χρόνο μας λέγοντας τα ίδια και τα ίδια.”
“Και ο χρόνος είναι χρήμα, ε;” ειρωνεύτηκε ο γέρος των ανατολικών.
“Ίσως να φταίει,” είπε τελικά ο Λούκας, “πως πάντα προσεγγίζαμε το θέμα λάθος. Ίσως να πρέπει να το δούμε πιο γενικά, σε συνάρτηση με άλλα προβλήματα του κοινοβίου. Ίσως η λύση να είναι πιο ριζοσπαστική απ’ ότι σκεφτόμασταν ως τώρα, ίσως να χρειάζεται να γίνουν ριζικές αλλαγές.”
Κάποιος νέος από τους δυτικού, με μάτια εκνευρισμένα και φωνή επιθετική, σηκώθηκε και είπε: “Εκεί ακριβώς είναι το όλο θέμα, φίλε. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το κόμπλεξ σας. Στον όλο τρόπο που η κοινότητά μας λειτουργεί.”
“Ηρεμία, αδερφέ,” συνέστησε ο γηραιός που είχε ξεκινήσει τη συνέλευση.
“Έχουμε άδικο;” σηκώθηκε ο γέρος απ’ τους τρεις. “Είναι ψέμα πως η μεριά σας έχει μετατραπεί σε τουριστικό θέρετρο; Είναι ψέμα πως έχετε μαζέψει εδώ τον κάθε ασυνείδητο, τον κάθε ένα που δεν έχει ιδέα για τον τρόπο ζωής και σκέψης μου, που αδιαφορεί για τις αρχές μας. Είναι ψέμα πως αντί να πείτε κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, εσείς προτιμάτε να τους πουλάτε χαϊμαλιά, ρούχα και φούντες;”
“Ε να λοιπόν ποιό είναι το πρόβλημα σας,” απάντησε ο νέος. “Αφήστε τις δικαιολογίες για τα σκουπίδια.
“Αδέρφια,” είπε κάποιος γέρος από τους δυτικούς. “Την έχουμε κάνει πολλές φορές και αυτήν την κουβέντα. Αλλιώς λειτουργούμε εμείς, αλλιώς εσείς. Άλλες οι δικές μας ανάγκες, άλλες οι δικές σας. Μη μας κρίνετε πια βάσει του πως δουλεύετε και λειτουργείτε εσείς – είναι άλλες οι συνθήκες.”
“Μέχρι πριν 10 χρόνια, όμως, οι συνθήκες ήτανε ίδιες. Τι άλλαξε ξαφνικά;” αναρωτήθηκε ο γέρος των ανατολικών.
“Αυτό ακριβώς, αδέρφια,” συμφώνησε ο Λούκας. “Οι συνθήκες άλλαξαν λόγω επιλογής, όχι λόγω ανάγκης. Εσείς επιλέξατε να ζείτε με αυτόν τον τρόπο, δεν σας το επέβαλλε κανείς και τίποτα. Στο χέρι σας είναι να αλλάξουν όλα!”
“Όχι!” φώναξε μια γκόμενα, άσχημη, χωρίς δόντια, τζάνκισσα σίγουρα. “Δεν καταλαβαίνετε! Εσείς δεν έχετε ούτε παιδιά να μεγαλώσετε, ούτε έξοδα, ούτε τίποτα! Ούτε σκύλους δεν έχετε να ταϊσετε!”
“Ηρεμίααα,” ξανασυνέστησε ο πρώτος γέρος.
“Κι όμως,” απάντησε ο Λούκας, “κι όμως, κι εμείς έχουμε έξοδα. Απλά δε βασιζόμαστε στους τουρίστες για να τα βγάλουμε, αλλά στις συνεισφορές και τη μεταξύ μας αλληλεγγύη.”
“Τα παιδιά δε μεγαλώνουν με αλληλεγγύη,” φώναξε από κάτω κάποιος άλλος. “Τα παιδιά χρειάζονται φαγητά, ρούχα, τετράδια, βιβλία. Τι ξέρετε εσείς;”
“Και πριν χωριστούν οι κοινότητες είχαμε παιδιά, φίλε,” φώναξε ο γέρος των ανατολικών. “Και τα καταφέρναμε μια χαρά και τότε. Τα ρούχα τα πλέκαμε μόνοι μας, τα λεφτά των συνεισφορών φτάναν για βιβλία και σχολικά, τα φαγητά μας τα καλλιεργούσαμε – δεν τ’ αγοράζαμε από το χωριό!”
“Ε τραβήξτε στη μεριά σας και πλέξτε ρούχα!” φώναξε ο νέος που χε μιλήσει νωρίτερα. Οι τρεις τον αγριοκοίταξαν, μα δεν είπανε κάτι. Κάτι τουρίστες ξεφύσηξαν και βγήκαν έξω.
“Δε μπορεί να γίνει συζήτηση έτσι όμως,” είπε τελικά ο Λούκας.
“Δεν υπάρχει θέμα για συζήτηση!” φώναξε ένας γέρος. “Εσείς κάντε τη ζωή σας, κι εμείς τη δικιά μας.”
Πολλοί απ’ το κοινό κουνήσαν τα κεφάλια πάνω κάτω συμφωνόντας. Οι ανατολικοί φαίνονταν εκνευρισμένοι, ακόμα κι η Φελίσια. Ο γέρος έστριψε ένα άφιλτρο τσιγάρο με τον καπνό ενός τουρίστα.
“Λοιπόν,” είπε τελικά μετά από λίγο ο γέρος που χε ανακοινώσει την έναρξη, “η συνέλευση τελειώνει εδώ.” Επιτόπου, οι περισσότεροι δυτικοί έβγαλαν τα σύνεργα κι άρχισαν να στρίβουν δίφυλλα. Οι τρεις ανατολικοί, χωρίς να χαιρετήσουν κανέναν, σηκώθηκαν και έφυγαν.
Ο Ματτέο το στριψε και το σκασε. “Αχ, αχ, φίλε Αλέκο,” μου είπε. “Κάθε φορά τα ίδια…”
“Έχουν ένα δίκιο όμως ρε Ματτέο.”
“Ναι, απ’ τη μεριά τους σίγουρα έχουν ένα δίκιο. Κι εμείς απ’ τη δικιά μας όμως, δίκιο έχουμε.”
Ήπιαμε το γάρο, ο Ματτέο το σκότωσε, χαιρέτησα κι έφυγα για την άλλη μεριά. Περπάτησα μέχρι την καβάτζα μου, άραξα, έβρασα μακαρόνια με πουμαρό (κλασσικά), έφαγα, ήπια ένα μονοφυλλάκι, και κάποια στιγμή την έπεσα για ύπνο. Κουκουλώθηκα στο σλίπιν μπαγκ, και φόρεσα και ένα πουλόβερ μέσα απ’ τη ζακέτα. Είχε βάλει ψύχρα εκείνο το βραδάκι.

* * * * *

2nh3wc4

Πέρασα όλο το επόμενο πρωί πίνοντας γάρα στην καβάτζα μου. Δεν έκανα απολύτως τίποτα, κι όμως, δε βαρέθηκα ούτε στιγμή.
Το απογευματάκι, άκουσα τους ήχους της φλογέρας του Μάρκου, και, μ’ ένα δίφυλλο στο χέρι, τράβηξα κατά κει. Ο Μάρκος μ’ είδε και χαμογέλασε. Κάθισα δίπλα του και το σκασα. Του το γύρισα και σταμάτησε να παίζει.
“Τα μαθες τα χτεσινά;” τον ρώτησα καθώς κατέβαζε την πρώτη τζούρα. Έγνεψε καταφατικά.
“Μμ,” είπε. “Και δε μου κάνανε καθόλου εντύπωση… Έγινε μεγάλο θέμα το πρωί στο τίπι. Θα πάνε, λέει, σήμερα πάλι στην άλλη μεριά και θα ζητήσουν μεγάλη, κοινή συνέλευση… Έχουνε τσαντιστεί πολλοί με τ’ όλο θέμα.”
“Ε ναι, λογικό. Ποιοί θα πάνε;”
“Σχεδόν όλοι.”
“Θα πας κι εσύ;”
“Μπα. Δεν τους μπορώ άλλους τσακωμούς, αδερφέ. Θα κάτσω εδώ να παίξω τη φλογέρα μου.”
“Ε, καταλαβαίνω. Ξέρεις μήπως πότε θα πάνε;”
“Μπα. Αν πας στο τίπι θα τους δεις όλους όμως. Φαντάζομαι θα φύγουν όπου να ναι.”
Τελειώσαμε το γάρο, και ξεκίνησα να πάω στο τίπι. Θα τανε καμιά 40αριά χίπηδες, και φαινόντουσαν όντως όλοι τσαντισμένοι. Ένα τσελέμι γύρναγε από χέρι σε χέρι κι από στόμα σε στόμα. Κάθισα σ’ ένα χαλάκι στο έδαφος και περίμενα τη σειρά μου. Όλοι φωνάζανε, μα δεν καταλάβαινα κανέναν – μιλούσαν στα ισπανικά. Το τσελέμι πρέπει να γύρισε δυο-τρεις φορές, δεν είμαι σίγουρος, κομμάτια έγινα πάντως. Τελείωσε, κι ο κόσμος ξεκίνησε να φεύγει για τα δυτικά. Από πίσω ακολούθησα κι εγώ.
Περάσαμε όλοι μαζί το γεφυράκι και φτάσαμε έξω απ’ το τίπι των δυτικών. Μπήκαμε μέσα – δεν υπήρχε πολύς κόσμος, κι οι περισσότεροι ήταν επισκέπτες και τουρίστες. 4-5 ήταν όλοι κι όλοι οι μόνιμοι. Υπήρξε μια μικρή ταραχή, οι ανατολικοί γέμισαν το τίπι και οι δυτικοί φάνηκαν να ξαφνιάζονται.
“Τι συμβαίνει, αδέρφια;” ρώτησε κάποιος μόνιμος.
Ένας γηραιός των ανατολικών πήρε το λόγο. “Αδέρφια,” είπε, “ερχόμαστε σήμερα εδώ, σχεδόν όλοι μας από την ανατολική μεριά, γιατί νιώθουμε αδικημένοι. Αδικημένοι από την όλη σας στάση απέναντι μας. Χτες, στη συνέλευση, πήρατε τους εκπροσώπους μας από τα μούτρα, και δεν έγινε καμία προσπάθεια για ουσιαστικό διάλογο. Γι’ αυτό λοιπόν και ζητούμε να κάνουμε όλοι μαζί μια μεγάλη, γενική συνέλευση – ανατολικοί και δυτικοί – και να συζητήσουμε ήρεμα και πολιτισμένα για τα θέματα και τα προβλήματα που υπάρχουν στην κοινότητα.” Όλοι οι ανατολικοί κουνήσαν τα κεφάλια πάνω κάτω – τα χε πει καλά ο γέροντας.
“Αδερφέ,” απάντησε ένας απ’ τους δυτικούς, “η συνέλευση μας ήταν χτες. Μπορούσατε να ρθειτε όλοι να συζητήσουμε.”
“Χτες ήρθαν τρεις εκπρόσωποί μας, το ξαναλέω, και δεν έγινε ουσιαστική κουβέντα. Γι’ αυτό και απαιτούμε νέα, μεγάλη, γενική συνέλευση.”
“Πω, πω,” σχολίασε κάποιος τζιβάτος τουρίστας, που χα δει και στη συνέλευση εχθές. “Απαιτούνε κιόλας…”
“Αδέρφια,” απάντησε ο τύπος που χε μιλήσει πριν, “οι συνελεύσεις γίνονται συγκεκριμένες μέρες και ώρες, δε γίνονται όποτε θέλουμε. Μπορείτε να περιμένετε μέχρι την επόμενη.”
“Όχι, δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλον ένα μήνα. Υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να λυθούνε άμεσα!”
“Μα, καταρχάς, αυτή τη στιγμή οι μόνιμοι είμαστε ελάχιστοι εδώ πέρα. Δε μπορούμε πέντε άτομα να αποφασίσουμε για 150. Πρέπει να υπάρξει συνεννόηση με τους υπόλοιπους.”
“Ε φωνάξτε, λοιπόν, τους υπόλοιπους και θα τους το ανακοινώσουμε.”
“Μα τι είναι αυτά που λες, αδερφέ; Να βγούμε στο δάσος και να μαζέψουμε 150 άτομα για να τους ανακοινώσετε εσείς πως απαιτείτε γενική συνέλευση;”
“Απλά φυσήξτε το κοχύλι!” φώναξε κάποιος απ’ τους ανατολικούς.
Οι δυτικοί μείνανε για λίγο σιωπηλοί, μα, τελικά, ένας απ’ αυτούς σηκώθηκε και πήρε τη μπουρού δίπλα απ’ τη φωτιά. Βγήκε έξω και τη φύσηξε. Ένας ήχος τρομερός βγήκε μέσα απ’ το κοχύλι, σαν ιαχή πολέμου, ήχος που απλώθηκε σ’ ολόκληρο το δάσος. Επτά φορές το φύσηξε, και μετά γύρισε και κάθισε στη θέση του.
Σιγά σιγά άρχισε να ξεπροβάλλει κόσμος στην είσοδο του τίπι, γέροι, νέοι και παιδιά, μόνιμοι και τουρίστες. Φαίνονταν όλοι απορημένοι, μα βλέποντας όλους τους ανατολικούς να χουνε στρογγυλοκαθίσει καταλάβαιναν. Μέσα σ’ ένα μισάωρο πρέπει να μαζεύτηκαν καμιά 30αριά άνθρωποι.
Εγώ είχα καθίσει σε μια γωνίτσα και κάπνιζα ένα τσιγάρο. Εμφανίστηκε κάποια στιγμή κι ο Ματτέο, μα κάθισε μακριά μου.
“Εντάξει, αρκετοί είμαστε – δε θα μαζευτούνε άλλοι,” ψιθύρισε ο Λούκας στο γηραιό που χε μιλήσει πρώτος. Ο γηραιός έδειξε να συμφωνεί, όμως περίμενε λίγα λεπτά ακόμα. Όντως, δε μαζευτήκανε άλλοι. Ο γηραιός πήρε το λόγο κι επανέλαβε αυτά που είπε στην αρχή, ζήτησε γενική συνέλευση. Οι δυτικοί φάνηκαν να δυσανασχετούν, κι οι περισσότεροι τουρίστες αρχίσανε να φεύγουνε.
“Πάλι τα ίδια, αδέρφια;” είπε ένας γέρος. “Πάλι τα ίδια πράματα θα λέμε; Δε σας πήραμε απ’ τα μούτρα χτες, απλά ξεκαθαρίσαμε τη θέση μας και προσπαθήσαμε να λήξουμε επιτέλους αυτή την κουβέντα που κρατάει 10 χρόνια τώρα.”
“Όσο υπάρχει το πρόβλημα τόσο θα συνεχίζεται και η κουβέντα,” απάντησε κάποιος ανατολικός.
“Το πρόβλημα το χετε εσείς!” τσίριξε μια γκόμενα. “Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εσείς το δημιουργείτε!”
“Και εν πάση περιπτώσει,” συμπλήρωσε ένας νέος, δυτικός, “η συνέλευσή μας ήταν χθες. Δε θα κάνουμε κάθε μέρα συνέλευση, να περιμένετε μέχρι την επόμενη, τον άλλο μήνα.”
“Υπάρχουν θέματα που πρέπει να λυθούν άμεσα. Θέματα που προσπαθήσανε να θίξουν χτες οι εκπρόσωποί μας, μα εσείς τους αποπήρατε και δεν τους αφήσατε. Ας μη λέμε συνέχεια τα ίδια. Απλά, απαιτούμε μεγάλη, γενική συνέλευση όσο πιο σύντομα γίνεται.”
“Και ποιοί είστε εσείς και απαιτείτε δηλαδή;” σηκώθηκε ένας τζιβάτος δυτικός, τσαντισμένος. “Να κάνουμε συνέλευση εμείς, στα δυτικά, επειδή εσείς, απ’ τα ανατολικά, το απαιτείτε; Δεν είστε με τα καλά σας, αδέρφια…”
“Την κοινότητα τη μοιραζόμαστε όλοι, αδερφέ,” φώναξε ο Λούκας. “Δεν είναι μόνο δικιά σας, και ωφείλετε να ακούσετε και μας!”
Κάποιος δυτικός, μπορεί και τουρίστας, έπιασε μια κιθάρα κι άρχισε να παίζει και να τραγουδάει δυνατά, δυνατότερα απ’ τις φωνές των υπολοίπων. Πανικός. Αρχίσαν όλοι να φωνάζουν – αγγλικά κι ισπανικά, όλα μπερδεμένα. Μια γραιοχίπισα, άσχημη, τζάνκισα, σηκώθηκε κι έσπρωξε έναν απ’ τους ανατολικούς. Άρχισε να γίνεται τσαμπουκάς, να πέφτουνε σπρωξίδια μεταξύ όλων. Κάποιοι, απ’ τους δυτικούς κυρίως, σηκώθηκαν να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Ο Ματτέο έπιασε τη τζάνκισα απ’ το χέρι και την τράβηξε μακριά απ’ τον καυγά. Μα οι ανατολικοί ήταν όλοι αρπαγμένοι.
“Να φύγετε, να πάτε στη μεριά σας!” φώναξε η τζάνκισα.
“Ηρεμία, τρανκίλο,” συνέστησε ο Ματτέο. Κανείς δεν ήταν ήρεμος, ειδικά οι τουρίστες σχεδόν παίζανε φάπες με τους πιο νέους των ανατολικών. Μονάχα ο κιθαρίστας συνέχιζε ακάθεκτος. Ένας μουσάτος ήρθε κι έσπρωξε κι εμένα, έκανα το ίδιο και τον πέταξα πίσω από κει που ρθε. Κακός χαμός μέσα στο τίπι. Οι ανατολικοί άρχισαν να βγαίνουν έξω, οι πιο εξαγριωμένοι από τους δυτικούς τους ακολούθησαν να συνεχίσουν τον καυγά. Βγήκα κι εγώ. Ο όχλος κινήθηκε προς το χωματόδρομο έξω απ’ το κοινόβιο, προς τους πάγκους. Μια μικρή ομάδα 4-5 ανατολικών, καθοδηγούμενη από τον γέρο-χτεσινό εκπρόσωπο, πήγε στον πρώτο πάγκο που βρέθηκε μπροστά της και τον γκρέμισε. Οι δυτικοί επενέβησαν, λίγο καθυστερημένα βέβαια, και αρπάξανε τους ανατολικούς και τους τραβήξαν πίσω.
“Τι συμβαίνει εδώ;” ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, μια φωνή βαθιά, τρομακτική, φωνή που δεν έμοιαζε να βγαίνει από ον ανθρώπινο. Όλοι σταματήσανε αμέσως, γυρίσαν και κοιτάξανε σχεδόν με δέος. Γυρίσα και κοίταξα κι εγώ. Ένας γέρος στεκότανε, ψηλός, δυο μέτρα, γεροδεμένος, καραφλός, με μακριά, γκρίζα μούσια, σκληρά σα ρίζες δέντρου, μες στα χώματα, με μύτη γαμψή και μάτια μαύρα, φουρτουνιασμένα. Δέρμα σκούρο, μα απ’ τη λάσπη και τη βρωμιά. Γυμνός από τη μέση και πάνω, γκρίζες τρίχες στο στέρνο του, και στο ένα χέρι ένα καλάθι ξύλινο, γεμάτο με κάτι, και στο άλλο χέρι ένα ραβδί. Έμοιαζε με κάποιο είδος σαμάνου.
“Ω, Δον Ράμα!” αναφώνησε ένας γηραιός των ανατολικών, κι έσπευσε προς το μέρος του – του εξήγησε το σκηνικό και την όλη κατάσταση. Ο γηραιότερος των δυτικών πλησίασε κι αυτός, μαζί και λίγοι άλλοι, μα οι περισσότεροι μείναμε πίσω. Μιλούσανε στα ισπανικά και δεν καταλάβαινα τι ακριβώς λέγανε, μα μπορούσα να μαντέψω. Ο σαμάνος ενημερώθηκε, έγνεψε το κεφάλι, και ζήτησε απ’ όλους να κάνουν ησυχία. Με ήρεμη φωνή, πρότεινε, ή πρόσταξε, γενική συνέλευση σε δυο μέρες. Οι περισσότεροι δείξανε να συμφωνούνε. Ένας νέος βγήκε μπροστά και πήγε ν’ αντιδράσει, μα ο Δον Ράμα τον κοίταξε τόσο βαθιά μέσα στα μάτια, που σαν να τον υπνώτισε, κι ο νέος έκανε πάλι πίσω. Κανένας άλλος δεν έφερε αντίρρηση. Γενική συνέλευση σε δυο μέρες λοιπόν, και, απ’ ότι κατάλαβα, το πρωί.
Ο Δον Ράμα πήρε το δρόμο του κι εξαφανίστηκε. Υπήρχε ακόμα ένταση, μα σίγουρα όχι τόση όση πριν. Οι ανατολικοί αρχίσανε σιγά σιγά να αποχωρούνε, ακολούθησαν κι οι δυτικοί. Πλησίασα προς το Ματτέο που έφευγε. Ήταν χαμένος στις σκέψεις του, έμοιαζε να είναι ακόμα εκνευρισμένος. Δε με πρόσεξε καν.
“Α, εδώ είσαι;” έκανε πέντε λεπτά μετά, αφού τον χαιρέτησα. “Τι να πεις κι εσύ, ε;”
“Εγώ απλά θέλω να ρωτήσω,” του έκανα, “ποιός ήταν εκείνος ο Δον Ράμα;”
“Ένας,” απάντησε ο Ματτέο. “Μένει μακριά, μες το βουνό, κοντά τρία χιλιόμετρα από δω. Υπάρχει σεβασμός προς το πρόσωπό του. Έχει αποκτήσει ένα ανώτερο είδος σοφίας. Τέλοσπαντων… Θα πάω στην καβάτζα μου να ηρεμήσω. Χαιρετώ.”
“Ναι, κι εγώ. Θα τα πούμε.”
Και περπάτησα το γεφυράκι απέναντι και πήγα να την αράξω.

* * * * *

kcytd0

Το επόμενο βράδι αποφάσισα να δειπνήσω στο τίπι (των ανατολικών βέβαια). Τα πνεύματα είχανε κάπως ηρεμίσει, μα τα χτεσινά γεγονότα ακόμα μονοπωλούσανε τις συζητήσεις. Ο Λούκας καθότανε δίπλα σ’ έναν γηραιό και κουβεντιάζανε για την αυριανή συνέλευση. Ένα τσελέμι έφτασε στα χέρια μου, και πήρα μια γερή τζούρα. Το τσοκό μ’ έκαψε και το βηξα όλο έξω – έβηχα σα να χω πνευμονία για κανα πεντάλεπτο. Τελικά το πάσαρα στον τουρμπανοφορεμένο διπλανό μου. Ο διπλανός πήρε τη τζούρα του, το γύρισε, κι έπιασε από πίσω του μια κιθάρα ισπανικιά. Ξεκίνησε να παίζει μελωδίες, κι ένας μακρυμάλλης από απέναντι έφερε μπρος του ένα ταμπούρλο, κι εναρμονίστηκε με τη μουσική. Μια τζιβάτη γκόμενα, μικρή, ομορφούλα, έπιασε ένα χειροποίητο όργανο σα λύρα κι ακολούθησε. Μετά από λίγο, άρχισε και να τραγουδάει, σε μια γλώσσα που δεν ήξερα. Είχε φωνή αγγέλου. Το τσελέμι ξαναγύρισε και με ξανάκαψε. Έβγαλα να στρίψω ένα δίφυλλο. Η μουσική έδινε πόνο, όσο περνούσε η ώρα γινόταν και πιο έντονη. Το στριψα, ήπια κάμποσες τζούρες, κομμάτιασα εντελώς, το γύρισα στα δεξιά, κι έπεσα πίσω να την απολαύσω (και τη μουσική, και τη γκόμενα με την αγγελική φωνή).
Λίγο αργότερα, δυο μεσήλικες χίπισες κι ένας τζιβάτος, πιο νέος, ήρθανε και φέρανε το τσουκάλι με το φαγητό. Καθίσανε στη μέση, δίπλα στη φωτιά, και με την κουτάλα αρχίσαν να γεμίζουνε τα πιάτα. Ένα ένα τα πασάρανε, και από χέρι σε χέρι πηγαίνανε απ’ τον πρώτο στον τελευταίο. Ήρθε και το δικό μου. Ήταν ένα κους κους με λαχανικά – λάχανο, κρεμμύδια, πατάτες, παντζάρια, σπανάκι κλπ. Πήγα να πάρω μια πιρουνιά, μα ο διπλανός μου γέροντας με σταμάτησε. “Περίμενε,” μου είπε. Περίμενα μέχρι να γεμίσει και το τελευταίο πιάτο, και η μετά, η μουσική σταμάτησε και πιαστήκαμε όλοι χέρι χέρι. Ναι, σωστά, είχα ξεχάσει το τελετουργικό…. Οοοοοοομ. Τελείωσε κι αρχίσαμε να τρώμε. Τοπ το κους κους. Γύρισα προς τον γέροντα και τον ρώτησα αν πρέπει να πληρώσω για το φαί. Εκείνος χαμογέλασε.
“Όχι, μην ανησυχείς. Μόνο, άμα θες, μπορείς ν’ αφήσεις κάτι στο ποτήρι, εκεί – μα δεν είναι απαραίτητο, ό,τι θες.”
Έγλειψα το πιάτο, κατάπια μέχρι και τον τελευταίο κόκο του κους κους. Πήγα στο τσουκάλι να βάλω λίγο ακόμα, κι άφησα και στο ποτήρι ένα 50λεπτο.
Η μουσική δειλά δειλά ξανάρχισε. Τελείωσα το φαγητό – ο τζιβάτος που μας είχε σερβίρει μάζεψε όλα τα πιάτα και τα πήγε για πλύσιμο – κι έστριψα ένα χοντρό δίφυλλο. Πήρα τρεις τζούρες και το γύρισα στα δεξιά.
Πρέπει να κάθισα γύρω στη μια ώρα μετά απ’ αυτό, και συνολικά μου γύρισαν πέντε διαφορετικά γάρα, και τρεις φορές το τσελέμι. Κομμάτιασα φουλ. Κάπνισα ένα τσιγαράκι, και τελικά την έκανα για τη σκηνή μου και τον βραδινό μου υπνάκο.

* * * * *

Το επόμενο πρωί ξημέρωσε η μεγάλη μέρα. Αφού έψησα και ήπια τον γκαϊφέ και το μονοφυλλάκι μου, ξεκίνησα να πάω στο τίπι. Όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι της ανατολικής μεριάς ήταν εκεί, και ο Μάρκος φυσικά. Περπάτησα και κάθισα δίπλα του, τον χαιρέτησα, κι αυτός, χαμογελώντας, μου ζήτησε ένα τσιγάρο. Του έδωσα τα απαραίτητα κι άρχισε να στρίβει. Κοίταξα τριγύρω μου, προσπάθησα να μαντέψω τι λέγανε στα πηγαδάκια, μα δεν έβγαλα άκρη.
“Θα πας στη συνέλευση σήμερα;” ρώτησα τελικά το Μάρκο.
“Όχι αδερφέ,” απάντησε, “με τίποτα.”
“Γιατί όχι;”
“Δεν τους ακούς; Όλοι τσιτωμένοι είναι, όλοι μες στα νεύρα. Θα γίνει μεγάλος καυγάς σήμερα, είμαι σίγουρος. Και, στο ξανάπα, εγώ δεν τους μπορώ τους καυγάδες.”
“Λες, ε; Πιστεύεις θα γίνει νταβαντούρι πάλι;”
“Μμ, είμαι σίγουρος. Πες το… διαίσθηση. Μα δεν υπάρχει αμφιβολία.”
Αράξαμε λιγάκι ακόμα, σιωπηλοί, ήπιαμε κι απ’ το τσελέμι που γυρνούσε και νταγλάραμε. Ε, και κάποια στιγμή, ο κλασσικός γέρος-οργανωτής σηκώθηκε όρθιος κι έδωσε το σήμα. Οι περισσότεροι τον ακολούθησαν, ο Μάρκος όμως, και μερικοί άλλοι, μείνανε στις θέσεις τους. Πάνω κάτω πρέπει να ήταν τα ίδια 40 άτομα που χαν πάει και προχτές στη δυτική μεριά, κι αυτοί που δεν είχανε έρθει ήταν οι ίδιοι που τώρα αράζανε και πίναν γάρα. Το σκέφτηκα λίγο, αρχικά κάπως δίστασα, μα τελικά το πήρα απόφαση και σηκώθηκα να πάω μαζί τους.
Ίδια διαδρομή και πάλι, γεφυράκι και περπάτημα ως το κεντρικό τίπι των δυτικών. Φτάσαμε και μπήκαμε όλοι μέσα. Το λοιπόν, μέσα ήταν όλα κι όλα εφτά άτομα – πέντε μόνιμοι, κι ένα ζευγάρι τουρίστες. Ο Δον Ράμα δεν είχε έρθει, ούτε καν ο Ματτέο δεν ήταν εκεί. Οι ανατολικοί δεν καθίσανε, μείναν όρθιοι, και για λίγο σιωπηλοί. Ο Λούκας γύρισε προς τον γέρο-οργανωτή – αν άκουσα καλά, τον αποκάλεσε Κάρλο – και του ψιθύρισε κάτι στα ισπανικά. Ο Κάρλος κούνησε πάνω κάτω το κεφάλι, πήρε το λόγο.
“Αδέρφια, τι γίνεται;” είπε. “Η ώρα είναι 12 σχεδόν. Ξεχάσατε μάλλον πως για σήμερα είχαμε κανονίσει τη γενική μας συνέλευση.”
“Ίσως,” είπε ένας τζιβάτος απ’ τους δυτικούς, “ίσως κάποιοι να το ξέχασαν. Ή μπορεί οι περισσότεροι να μην το θεώρησαν σκόπιμο να έρθουν. Ίσως να βαρέθηκαν. Ίσως να έχουν άλλα πράματα να κάνουν. Μα, όπως και να χει, εμείς εδώ το θυμηθήκαμε, οπότε καθίστε και θα συζητήσουμε ό,τι θέλετε.”
“Μα ποιοί εσείς, αδερφέ; Ούτε 10 άτομα δεν είστε! Πώς είναι δυνατόν να κάνουμε συνέλευση έτσι;”
“Κοιτάχτε να δείτε, αδέρφια,” είπε κάποιος άλλος δυτικός. “Οι συνελεύσεις – και ειδικά η σημερινή – δεν είναι υποχρεωτικές. Όποιος θέλει έρχεται, όποιος δε θέλει μένει σπίτι του. Εμείς δε μπορούμε ν’ αναγκάσουμε κανέναν να συμμετέχει άμα δε θέλει. Ήρθαμε όσοι ήρθαμε, είμαστε εδώ να συζητήσουμε, ε άντε λοιπόν, καθίστε κάτω να τελειώνουμε.”
“Όχι, αμίγκο, δεν πάει έτσι,” φώναξε ένας άλλος γέροντας των ανατολικών – αυτός που είχε πάει και στην πρώτη αποστολή, με τη Φελίσια και το Λούκας. “Δεν μπορεί να γίνει συνέλευση με πέντε άτομα να μιλάνε εκ μέρους 150…”
“Προφανώς δε μπορεί να γίνει συνέλευση γενικά,” τον διέκοψε ο Λούκας. “Και δε μπορεί να γίνει συνέλευση, γιατί έχει χαθεί η επικοινωνία, οι τρόποι, ο σεβασμός, και, κυρίως, γιατί δε θέλετε να λύσετε τα προβλήματα. Γιατί δε σας ενδιαφέρει, γιατί το μόνο που σας νοιάζει είναι να βγάλετε λεφτά να τα ξοδέψετε σε φούντες. Γιατί συνειδητά διαχωριστήκατε από μας, και συνειδητά επίσης διατηρείτε αυτήν τη μεταξύ μας απόσταση, αυτό το χάσμα.”
“Αν μπορούσαν, θα μας διώχνανε,” μουρμούρισε μια γριούλα χίπισα από τους ανατολικούς.
“Αδερφέ,” απάντησε ο τζιβάτος δυτικός, “κοίτα. Εσείς επιμείνατε να κάνουμε συνέλευση, εσείς ήρθατε εδώ κι αρχίσατε καυγά, εσείς μας σπάσατε και δυο πάγκους. Ε, σταματήστε να παραπονιέστε, αποδεχτείτε πως εμείς ήρθαμε – ναι, είμαστε λίγοι, αλλά τουλάχιστον ήρθαμε – και καθίστε να πούμε ό,τι σκατά θέλετε. Άντε…”
Νεκρική σιγή μέσα στο τίπι. Οι ανατολικοί ήτανε όλοι, χωρίς καμία εξαίρεση, αναψοκοκκινισμένοι από θυμό. Μετά από μερικά περίεργα και κάπως άβολα λεπτά, ο Κάρλος τους φώναξε να φύγουν έξω. Υπάκουσαν και άρχισαν να βγαίνουν. “Θα τη μετανιώσετε αυτή τη συμπεριφορά,” απείλησε τους λίγους δυτικούς ένας γεράκος καθώς έφευγε. Οι ανατολικοί, κι εγώ μαζί τους, βγήκαμε έξω και σταθήκαμε.
“Αρκετά πια, αδέρφια!” φώναξε ο Λούκας. “Αρκετά πια μ’ αυτούς – αυτούς που πάντοτε μας αγνοούνε, που αδιαφορούνε, που, αν μπορούσανε, όχι απλά θα μας διώχνανε, μα θα μας πουλούσανε και στους τουρίστες! Αρκετά! Ας τους δώσουμε ένα μάθημα, ας τους ταρακουνήσουμε λιγάκι επιτέλους, μπας και αλλάξει η στάση τους – η στάση τους απέναντι σε μας, στην κοινότητα, στο δάσος, μα και στους ίδιους τους τους εαυτούς!”
“ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΣΙ! ΣΙ! ΣΙ!” φωνάξανε όλοι.
“Στους πάγκους, αδέρφια!” τσίριξε κάποιος μουσάτος, μεσήλικας, κι όλοι κατευθύνθηκαν και πάλι προς το χωματόδρομο.
Φτάσανε στην περιοχή των πάγκων, χωριστήκανε σε μερικές ομάδες και αρχίσανε να σπάνε ό,τι βλέπανε. Μόνο εγώ και τρεις γριούλες μείναμε πίσω να κοιτάμε, μα κανείς μας δεν τους είπε τίποτα. Οι περισσότεροι πάγκοι ήταν άδειοι, μα λίγο πιο κάτω, στο πάρκινγκ και τα τροχόσπιτα, υπήρχε αρκετός κόσμος. Ήρθανε καμιά 20αριά άτομα να τσεκάρουνε τι γίνεται.
“Τι στο διάλο κάνετε;” φώναξε κάποιος. Κανένας δεν του δωσε σημασία. “Εεε! Τι κάνετε ρε;”
“Αδέρφια, ηρεμίστε!” φώναξε μετά μια γκόμενα, μα οι ανατολικοί τους αγνοούσαν όλους κι απλά γκρεμίζανε έναν έναν τους πάγκους. Πέντε νέοι, οι πιο γεροδεμένοι, πλησίασαν προς την ακριανή ομάδα ανατολικών. Τους σπρώξανε όλους πίσω. “Πάλι τα ίδια; Άντε, φύγετε από δω!” είπε ένας απ’ τους πέντε.
Οι υπόλοιποι ανατολικοί πήρανε χαμπάρι και προχωρήσαν προς εκεί. “Όχι βία, αδέρφια! Ηρεμία!” φώναξε η γριούλα από δίπλα μου. Μα οι ανατολικοί ήταν αποφασισμένοι. Σπρώξανε τους πέντε και γκρεμίσανε ολοσχερώς τον πάγκο. Οι υπόλοιποι 15 δυτικοί ήρθαν για ενισχύσεις. Αρχικά προσπάθησαν να ηρεμήσουνε τους ανατολικούς, τραβάγανε τους μπροστινούς από τη μέση και έξω απ’ τον καυγά, μα οι από πίσω τρέχαν και τους σπρώχνανε μακριά. Ένας έπεσε κάτω στο χώμα, χτύπησε άσχημα τη μύτη του. Γύρισε, και πρόσεξα λίγο αίμα να τρέχει απ’ το ρουθούνι του. Και μετά ακούστηκε μια κραυγή, κι ένας γέρος, καραφλός, ήτανε κάτω και κράταγε το χέρι του. Δυο-τρεις γυναίκες από τους ανατολικούς κάνανε πίσω. “Νομίζω αυτό είναι αρκετό, αδέρφια!” φώναξε η μια. Ωραία ήταν, γλυκούλα, όχι πολύ μεγάλη, με μαύρα, κοντά και βρώμικα μαλλιά, τεράστια καστανά μάτια, μάγουλα φαγωμένα μα κατακόκκινα. Ίσως αν την έβλεπε και κάποιος απ’ αυτούς να την άκουγε και να έβγαινε από τον καυγά.
Οι δυτικοί κάνανε λίγο πιο πίσω, μερικοί ανατολικοί τους ακολούθησαν και πέσαν μερικές φάπες, αλλά ο Κάρλος έμεινε εκεί που ήταν, κοντά του και ο Λούκας.
“Αδέρφια, νομίζω είναι αρκετά,” είπε με ήρεμη φωνή. Αρκετοί δυτικοί ήταν χτυπημένοι, δυο-τρεις είχανε πέσει κάτω. Οι ανατολικοί πήραν χαμπάρι πως το όλο σκηνικό ήταν μεγάλη καφρίλα, πολύ ακραίο, και υποχώρησαν. “Πάμε να φύγουμε, βάμονος,” φώναξε ο Λούκας, κι ακολουθήσαν όλοι. Κανένας δεν έλεγε τίποτα. Έφυγα κι εγώ μαζί τους. Οι δυτικοί γυρίσανε στα τροχοσπίτια τους – ένας ελαφρώς κούτσαινε. Αν μέτρησα καλά, ήταν εφτά γκρεμισμένοι πάγκοι, και οι δυο τελείως διαλυμένοι. Ακόμα και τα ξύλα είχανε σπάσει! Εντωμεταξύ είχαν έρθει και πιο πίσω κάτι τουρίστες και χάζευαν το όλο σκηνικό μα δεν τους είχα προσέξει μέχρι τότε, δεν είχαν πει τίποτα.
Γυρίσαμε πίσω, όλοι αμίλητοι και κοιτώντας στο χώμα. Κανείς δεν πήγε στο τίπι, όλοι τράβηξαν για τις καβάτζες τους. Τράβηξα για τη σκηνούλα μου κι εγώ. Πέρασα όλη την υπόλοιπη μέρα πίνοντας τσιγάρα και κάνοντας τίποτα (εντάξει, εκτός από καφέ και μακαρόνια) μέχρι που κοιμήθηκα.

* * * * *

2u90pap

Την επόμενη μέρα το πρωί, όπως πήγαινα στο κεντρικό τίπι να αράξω, πέτυχα στο δρόμο μου το Μάρκο.
“Καλημέρα,” τον χαιρέτησα.
“Μέρα. Που πας;”
“Στο τίπι.”
“Άστο, αδερφέ, χέστους. Πάμε να πιούμε κανα γάρο στην καβάτζα μου.”
“Γιατί;”
“Γιατί έχουνε τρελαθεί αμίγκο, γιατί κανείς τους δεν πάει καλά.”
“Τι εννοείς; Τι έγινε;”
“Πάμε, πάμε και θα στα πω.”
“Καλά.” Γυρίσαμε πίσω και καθίσαμε στο κλασσικό παγκάκι έξω απ’ την καβάτζα του. Του έδωσα καπνό, χαρτάκια και τζιβάνα και άρχισε να τρίβει – τα δάχτυλα του ψιλοτρέμανε.
“Για πες μου λοιπόν ρε Μάρκο.”
“Τι να σου πω ρε συ Αλέκο… Ό,τι και να πω λίγο θα είναι…”
“Γιατί φρίκαρες τόσο με τους άλλους στο τίπι;”
“Γιατί έχουν παλαβώσει. Όλοι τους.”
“Ε ναι, αλλά γιατί το λες αυτό;”
“Ε τι γιατί; Τα ξέρεις τα χτεσινά, μαζί τους ήσουνα.”
“Ααα, γι’ αυτό έχεις φρικάρει;”
“Ναι. Και όχι μόνο.”
“Για τι άλλο;”
“Λοιπόν, άκου.” Το σκασε. “Σήμερα ήρθανε δυο παιδιά από τη δυτική πλευρά, να μιλήσουμε. Ήταν πολύ εντάξει μαζί μας, κάτσανε ήρεμα να κουβεντιάσουμε, προσπαθήσανε να κάνουν κάτι για το όλο θέμα…”
“Ναι, και;”
“Ε και μόνο που δεν τους δείρανε οι δικοί μας ρε αδερφέ. Τους βρίζανε, τους λέγανε, τους κάνανε, και στο τέλος τους πετάξαν έξω. Μόνο που δεν τους χτύπησαν δηλαδή, και στο τσακ ήτανε.”
“Ε ντάξει, αφού υπάρχει τέτοια ένταση, πάλι καλά να λες που δεν τις φάγανε.”
“Δεν είναι έτσι, φίλε. Δεν πάει έτσι. Υποτίθεται εδώ πιστεύουμε στην αγάπη και την ειρήνη. Και τώρα τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα σκυλιά… Είναι αδιανόητο αυτό που γίνεται τις τελευταίες μέρες, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Τόση βία… Τόσο μίσος…”
“Και τελοσπάντων, άκρη δε βρέθηκε πάλι;”
“Που να βρεθεί άκρη; Αφού δε θέλουνε να βρούνε άκρη. Να διώξουνε τους δυτικούς θέλουνε…”
“Να τους διώξουνε;”
“Μμ… Ακριβώς… Κοίτα, πήγαμε να κάνουμε μια κουβέντα σήμερα, μεταξύ μας οι ανατολικοί, αφού τους διώξανε τους δυο τους δυτικούς. Μιλήσαμε για τη βία, τον πόλεμο, την όλη κατάσταση που επικρατεί εδώ. Αυτά που ειπώθηκαν σήμερα από άτομα που θεωρούσα αδέρφια μου είναι αδιανόητα…”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή με λίγα λόγια το να διώξουμε με τη βία τους δυτικούς είναι γι’ αυτούς η μόνη λύση.”
“Μα καλά, τόσοι χίπηδες εδώ πέρα, κανείς δεν είπε τίποτα;”
“Τέρμα οι χίπηδες, φίλε. Δεν υπάρχουν πια χίπηδες, πλέον όλα είναι μπερδεμένα. Αλλά ναι, κάποιοι αντιδράσαμε. Είναι απίστευτο, αλλά έπρεπε να κάτσουμε να τους εξηγήσουμε την όλη λογική και το όλο ιδανικό της ειρήνης και της μη-βίας. Είναι απίστευτο!”
“Και οι άλλοι τι είπαν;”
“Ε, τι να πούνε; Είπαν πως βία δεν είναι μόνο η σωματική, να σπας πάγκους και να ρίχνεις ξύλο και λοιπά, αλλά είναι και η λεκτική, είναι η αδιαφορία, είναι η βία προς τη φύση και τα λοιπά. Και, ξέρεις κάτι; Δεν έχουν άδικο. Όχι, άδικο δεν έχουν, κι αυτά βία είναι. Αλλά το να πολεμάς τη λεκτική βία με σωματική βία είναι αδιανόητο… Για μένα τουλάχιστον είναι και παράλογο και λάθος. Πίστευα πως έτσι το βλέπαμε όλοι εδώ πέρα. Προφανώς δεν είχα δίκιο… Προφανώς σε κάποιους φαίνεται εντάξει να τους δείρουμε όλους για να τους διώξουμε…. Τι πειράζει να τους σπάσουμε τα πόδια; Αφού έτσι θα φύγουν οι τουρίστες και τα σκουπίδια, τότε ας το κάνουμε…”
“Ντάξει, έχεις κι εσύ ένα δίκιο. Αλλά να σου πω κάτι, μερικές φορές η βία είναι αναπόφευκτη.”
“Αδερφέ, δε θα ανοίξουμε τώρα συζήτηση για τη βία και την ανθρώπινη φύση. Εδώ πέρα, στο Κομμουνιτάριο, το κοινόβιο μας, η βία δεν έχει θέση! Τέλος. Όποιος γουστάρει βία και ξύλο, ας πάει στην πόλη, στο στρατό, στον πόλεμο, κάπου αλλού τέλοσπαντων. Εδώ πέρα ΔΕΝ έχει θέση. Αυτή ήταν πάντα η ιδεολογία μας, αυτή η κυριότερη αρχή μας.”
“Ναι, ντάξει, αυτό το καταλαβαίνω.”
“Είναι αδιανόητο, απίστευτο…”
Το γάρο τελείωσε κι ο Μάρκος το έλιωσε με όλη του τη δύναμη πάνω σε μια πέτρα για να σβήσει.
“Και τελικά; Τι ακριβώς θα γίνει;” ρώτησα.
“Οργανώνουνε επίθεση… Χα, απίστευτο μου φαίνεται πως το λέω αυτό για τ’ ‘αδέρφια’ μου…. Αλλά ναι, αυτό κάνουνε. Ε, όχι επίθεση ακριβώς. Ας το πούμε σαμποτάζ.”
“Δηλαδή δεν είμαι σίγουρος. Θα πάνε προφανώς τη νύχτα, θα γκρεμίσουνε και τους τελευταίους πάγκους, θα τρυπήσουνε τα λάστιχα των αυτοκινήτων, θα κόψουνε τα καλώδια του ίντερνετ – του γουάι φάι δηλαδή. Τέτοια πράματα.”
“Σοβαρά;”
“Μμ… Δεν ξέρω, αδερφέ. Πραγματικά δεν ξέρω. Σκέφτομαι να φύγω, το σκέφτομαι όλο και πιο συχνά.”
“Να πας που;”
“Δεν ξέρω. Κάπου αλλού. Να ταξιδέψω. Κάτι θα βρω, δε γίνεται. Απλά να φύγω απ’ αυτό το μέρος, απ’ αυτή τη μαζική παράνοια. Γιατί αν συνεχίσουν τα πράγματα έτσι, μπορεί να με χτυπήσει κι εμένα αυτή η τρέλα… Μου φαίνεται σαν αρρώστια, αρρώστια μεταδοτική. Δεν ξέρω… Μόνο ένα πράμα ξέρω, φίλε. Πως τα πράματα τώρα δύσκολα αλλάζουν. Πως οι δικοί μας είναι αποφασισμένοι να το τραβήξουν μέχρι τέλους. Λογικά και οι δυτικοί το ίδιο, οι περισσότεροι δηλαδή. Κι εγώ δεν έχω σκοπό να κάτσω να το ζήσω αυτό το τέλος. Καλύτερα να φύγω.”
Μετά απ’ αυτό μείναμε αμίλητοι για ώρα. Ο Μάρκος κοιτούσε στο χώμα και συλλογιζότανε – λογικά το που θα πήγαινε και πότε. Εγώ έβγαλα να στρίψω ένα τσιγάρο. Του δωσα κι εκείνου ένα. Τα καπνίσαμε χωρίς να πούμε λέξη. Ε, και μετά σηκώθηκα, χαιρέτησα και έφυγα.
Τη νύχτα δεν ακολούθησα την ομάδα των ανατολικών στο σαμποτάζ. Όχι ότι ήμουνα εναντίον, ή ότι μ’ είχε πιάσει το χίπικο μου αίσθημα ή κάτι τέτοιο, απλά απ’ ότι μου ‘πανε στο τίπι, που χα πάει για το δείπνο, η ομάδα θα έφευγε κατα τις 3-4 τη νύχτα. Ε, και με τόσες φούντες και σοκολάτες που χα πίει, δεν την πάλευα να μείνω ξύπνιος μέχρι τότε. Σκηνή, σλίπιν μπαγκ, καληνύχτα και καλή σας τύχη.

* * * * *

wkgvax

Αγουροξύπνησα νωρίς το επόμενο πρωί, ελαφρώς τουρτουρίζοντας από το κρύο. Όχι από επιλογή βέβαια, απλά με ξυπνήσανε οι φωνές και οι κραυγές που ακούγονταν απ’ έξω. Φόρεσα το μπουφάν μου και σηκώθηκα να πάω να δω τι παίζει, αν και πάνω κάτω ήξερα τι να περιμένω. Περπάτησα προς το τίπι και το ‘κέντρο’ της ανατολικής πλευράς. Της πουτάνας γινότανε πάλι.
Είχανε σκάσει καμιά 30αριά χίπηδες από τη δυτική πλευρά και τις παίζανε με τους κλασσικούς 40 των ανατολικών. Μιλάμε για ξύλο όμως ε, όχι σπρωξίματα και μπινελίκια, μιλάμε για μπουνιές και κλωτσιές. Δυο τζάνκισες από τα δυτικά είχανε βάλει μια κοπελίτσα κάτω από ένα δέντρο και τις ξεριζώναν τα μαλλιά. Τρείς ανατολικοί γέροι είχαν πετάξει κάτω έναν δυτικό και τον κλωτσούσαν στα πλευρά. Ένας άλλος δυτικός, γεροδεμένος, ήρθε κι έπιασε τον έναν από το λαιμό και τον πέταξε πίσω. Οι άλλοι δύο πιάσαν κάτι ξύλα κι αρχίσαν να τον καμτσικώνουν. Μπροστά στην είσοδο του τίπι δυο νέοι είχαν πάρει στάση κουνγκ φου και παλεύανε. Μια γριούλα είχε κρυφτεί πίσω από ένα πλατάνι και πετούσε πέτρες – ντάξει, όχι τίποτα κοτρόνες, αλλά αρκετά μεγάλες για να κάνουνε ζημιά. Ένας δυτικός γέροντας την πήρε χαμπάρι, πήγε προς το μέρος της, της έριξε δυο φάπες κι έφυγε. Πανικός. Κι εγώ, σαν άλλος Τζορτζ Όργουελ, καθόμουνα κρυμμένος στη γωνίτσα μου και σημείωνα τα πάντα στο μπλοκάκι μου.
Οι ανατολικοί πάντως τους είχανε τους άλλους. Ήταν περισσότεροι, πιο γεροδεμένοι, και παίζαν και στην ‘έδρα’ τους. Οι δυτικοί δεν είχανε καμία τύχη. Δυο-τρεις είχαν ήδη πέσει κάτω και σφαδάζανε απ’ τον πόνο. Κι όντως, λίγο αργότερα, αρχίσανε να υποχωρούνε. Βοήθησανε τους χτυπημένους να σηκωθούνε, τους πήρανε στους ώμους και, σχεδόν τρέχοντας, γυρίσαν προς το γεφυράκι. Οι ανατολικοί δεν τους ακολούθησαν, τους αφήσανε να φύγουν.
Και μετά, συνοφρυωμένοι, μπήκαν όλοι μέσα στο τίπι. Εγώ δε μπήκα, ήθελα να στρίψω ένα γάρο πριν κάνω τ’ οτιδήποτε. Και να πιώ κι έναν καφέ φυσικά. Έκλεισα το μπλοκάκι, το χωσα στην τσέπη και περπάτησα πίσω στην καβάτζα μου.
Όπως πέρναγα απ’ του Μάρκου είδα μια βαλίτσα πεταμένη στο παγκάκι. Πλησίασα στο καλύβι του και στάθηκα στη μισάνοιχτη πόρτα. Τον είδα να τρέχει πάνω κάτω αλαφιασμένος, να μαζεύει ρούχα, σκεύη, τα πάντα, και να τα χώνει σ’ έναν σάκο.
“Τι γίνεται ρε Μάρκο; Φεύγεις;” ρώτησα.
“Οπ! Εδώ είσαι; Ναι, φεύγω φίλε μου.”
“Δεν αντέχεις άλλο, ε;”
“Όχι. Όχι άλλο.”
“Σήμερα θα φύγεις;”
“Όχι, δεν προλαβαίνω σήμερα.”
“Αύριο;”
“Ελπίζω αύριο. Αλλά πάλι δύσκολο. Πρέπει να μαζέψω, να πακετάρω, να χαιρετήσω κάποιους φίλους, να επικοινωνήσω με κάποιους άλλους, έξω απ’ το κοινόβιο… Λογικά σε δύο μέρες.”
“Και που θα πας;”
“Αλλού… Δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος. Απλά θέλω να φύγω από εδώ. Λογικά θα πάω βόρεια. Η Καταλονία πρέπει να ναι ωραία. Μπορεί και Γαλλία, στο νότο. Θα δούμε…”
“Αχά, μάλιστα… Όκει ρε Μάρκο, πάω να την αράξω. Θα σε ξαναδώ πριν φύγεις, ε;”
“Ε ναι, δε χανόμαστε. Πέρνα άμα θες και το απογευματάκι να πιούμε κανα γάρο. Εγώ εδώ θα είμαι.”
“Οκέι, θα περάσω. Άντε, τα λέμε.”
“Άντε τσάο.”

* * * * *

dT1Dkz

Όντως το απογευματάκι αράξαμε με τον Μάρκο, ήπιαμε και τα παμε. Προσπάθησα να του άλλαξω γνώμη, να τον πείσω να κάτσει λίγο παραπάνω, μα ήταν ανένδοτος. Ντάξει, εδώ που τα λέμε είχε και δίκιο. Τα πράγματα δεν θα έφτιαχναν, θα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο, και μάλιστα, όπως μου είπε, το κοινόβιο ζήτημα να άντεχε τρεις μήνες ακόμα. Μετά θα την κάνανε όλοι γι’ αλλού. Ήδη, οι περισσότεροι τουρίστες είχανε φύγει φρικαρισμένοι με την όλη κατάσταση. Θα φεύγανε και οι μόνιμοι. Άντε να μένανε πίσω καμιά δεκαριά τρελοί, σαν εκείνον τον σαμάνο, τον Δον Ράμα. Αλλά το κοινόβιο δεν είχε πια μέλλον. “Απλά, αδερφέ, εύχομαι να μην θρηνήσουμε θύματα. Αυτό μόνο,” μου είπε ο Μάρκος. “Ακραίο πολύ αυτό,” απάντησα, κι εκείνος έκανε έναν μορφασμό σα να λεγε, ε, όχι και τόσο…
Το σκοτάδι είχε σχεδόν πέσει – νύχτωνε νωρίς εξάλλου, πριν τις εφτά – κι ενώ ακόμα τα συζητήσουμε, ακούσαμε τις ιαχές του πολέμου να ρχονται από μακριά. “Άντε πάλι…” μουρμούρισε ο Μάρκος.
“Πάνε να την πέσουνε στους δυτικούς;” ρώτησα.
“Μμ, ναι. Κι αυτή τη φορά πιστεύω θα τις φάνε άσχημα. Οι δυτικοί είναι πολύ περισσότεροι.”
“Ναι, αλλά δεν είναι όλοι μάχιμοι.”
“Όντως… Δεν ξέρω. Απλά διαισθάνομαι πως οι ανατολικοί θα γυρίσουν πίσω λαβωμένοι και με την ουρά στα σκέλια.”
“Θα πάω να δω.”
“Σε τρώει κι εσένα πάντως ο κώλος σου για καυγά, ε, αμίγκο;”
“Μπα, ούτως ή άλλως δε χώνομαι στις μάχες. Απλά παρακολουθώ και καταγράφω.”
“Μμ, καλά. Περίμενε να τελειώσουμε το γάρο μόνο.”
“Ε ναι, εννοείται.”
Ρουφήξαμε τις τελευταίες τζούρες, ο Μάρκος το σκότωσε, και σηκώθηκα να πάω απέναντι. Η ομάδα των ανατολικών είχε ήδη περάσει από το γεφυράκι. Αποφάσισα αντί να κάτσω να δω τη μάχη, να κάνω μια βόλτα στο δάσος. Εξ’ άλλου μπορούσα να τους ακούσω να κραυγάζουνε από όπου κι αν ήμουν, δε χρειαζόταν να τους βλέπω κιόλας. Προχώρησα προς τα πάνω, προς τον καταρράκτη. Οι σκηνές και οι τουρίστες είχανε μειωθεί αισθητά. Ντάξει, υπήρχαν αρκετούτσικες ακόμα, αλλά πολύ λιγότερες απ’ ότι όταν είχα πρωτοέρθει. Οι περισσότεροι τα χανε μαζέψει κι είχανε γυρίσει σπίτια τους.
Έκανα κάτι κύκλους, πέρασα από μερικές καβάτζες μόνιμων. Δεν είδα κανέναν να αράζει, μόνο μια παρέα τεσσάρων χασικλήδων που την πίνανε κάτω από ένα δέντρο. Όλοι οι άλλοι θα χουνε χωθεί στη μάχη, σκέφτηκα. Χαιρέτησα τους χασικλήδες και συνέχισα τη βόλτα μου. Ένα πουλί περίεργο, με πράσινα φτερά, προσγειώθηκε σ’ ένα κλαδί ενός πλατάνου. Στάθηκα λίγο και το χάζεψα. Πολύ περίεργο πουλί. Έμοιαζε λίγο σαν παπαγαλάκι. Έφτασα στον καταρράκτη, άπλωσα τις χούφτες μου, πήρα λίγο κρύο νερό και το ριξα στο πρόσωπο μου. Μετά πήγα και κατούρησα σ’ έναν θάμνο.
Περπάτησα λίγο πιο πέρα, βρήκα την πρώτη μου καβάτζα, το μέρος που χα στήσει την σκηνή την μέρα που έφτασα στο Κομμουνιτάριο. Άραξα στο χώμα, που τανε κάπως βρεγμένο από την υγρασία, κι έστριψα ένα τσιγάρο. Εδώ δεν άκουγα πια τις κραυγές της μάχης, άκουγα μόνο το νερό του καταρράκτη που έσκαγε στα βράχια. Ωραία ήτανε. Μια χίπισσα, γλυκούλα, πέρασε τρέχοντας από μπροστά μου, μα εξαφανίστηκε πριν προλάβω να τη χαιρετήσω. Που να πήγαινε άραγε;
Η ώρα περνούσε, το τσιγάρο τελείωσε, μα δεν είχα όρεξη να γυρίσω στον καυγά. Τα είχα βαρεθεί όλ’ αυτά. Οι χίπηδες είχανε μετατραπεί σε ζουλού, και ντάξει, αυτό είχε πλάκα στην αρχή, αλλά πλέον ήταν λίγο ανησυχητικό. Ε, βασικά δε με ανησυχούσε και τόσο, εξάλλου εγώ ήμουν απλά περαστικός, απλά είχα αρχίσει να ξενερώνω με την όλη φάση. Στην τελική, εγώ είχα έρθει εδώ για να ηρεμίσω, να αράξω και να χαλαρώσω, να ξεφύγω απ’ τα αυτοκίνητα, τις γκρίζες πολυκατοικίες, τα λεωφορεία που δεν έρχονται, τις κακές φούντες απ’ τα Εξάρχεια, τα πρεζάκια που τσακώνονται στις πλατείες, τους μπάτσους που περιμένουν στη γωνία, τους μαλάκες οδηγούς με τα σκυλάδικα, τους ταρίφες και τα μπινελίκια τους, τα καφενεία με τους γαυροβάζελους να βρίζονται κάτω απ’ την τηλεόραση. Δεν είχα έρθει για να κάνω τον ανταποκριτή πολέμου. Έβγαλα να στρίψω άλλο ένα τσιγάρο. Το κάπνισα και σηκώθηκα να γυρίσω πίσω.
Περπατούσα και πια δεν άκουγα τίποτα, ούτε κραυγές, ούτε φωνές, τίποτα. Θα τις φάγανε οι ανατολικοί και θα την κάνανε τρέχοντας, σκέφτηκα. Πέρασα απ’ το κεντρικό τίπι των δυτικών. Δεν είδα κανέναν έξω, μόνο πέτρες, σπασμένα ξύλα και λίγες σταγόνες αίματος στο χώμα. Θα γινε τρελή μάχη. Μπήκα μέσα και είδα 4-5 χίπηδες ξαπλωμένους ανάσκελα να βογκάνε, κι άλλον έναν που έβραζε νερό στη φωτιά, σ’ ένα τσουκάλι.
“Τι εγίνε εδώ ρε παιδιά; Που πήγαν όλοι;” ρώτησα.
“Άσε, αμίγκο,” μου πε ο μάγειρας. “Χαμός. Έγινε μάχη με τους ανατολικούς, πολύ ξύλο. Τώρα οι δικοί μας τους κυνηγάνε μέχρι το τέρμα του δάσους. Θα τους διαλύσουμε, δε θα μείνει ρουθούνι. Θες χαμομήλι;”
“Όχι, ευχαριστώ.” Και ξεκίνησα να τρέχω, να περάσω τη γέφυρα, να δω τι γίνεται στα ανατολικά.
Με το που πέρασα απέναντι είδα καμιά 70αριά χίπηδες, μόνιμοι οι περισσότεροι και όχι τόσοι τουρίστες, όλοι δυτικοί, να γυρνάνε στη μεριά τους. Οι περισσότεροι είχαν πληγές, μελανιές, μαυρισμένα μάτια και τέτοια. Δε μου δώσανε πολλή σημασία, συνέχισαν να προχωράνε. Ανάμεσα στο πλήθος είδα και τον Ματτέο. Τον άρπαξα απ’ το χέρι.
“Μάττεο! Τι έγινε; Που πάτε;”
“Α, εδώ είσαι;”
“Τώρα ήρθα.”
“Άστα, έγινε κανονικός πόλεμος. Αλλά τους περιποιηθήκαμε καλά…”
“Δηλαδή;”
“Δηλαδή ήρθανε να μας την πέσουν, κι εμείς αμυνθήκαμε.”
“Κι εσύ μαζί τους;”
“Φίλε, άσε με να ξέρω καλύτερα. Οι ανατολικοί δεν φέρθηκαν καθόλου εντάξει, κι ό,τι έγινε το αξίζαν και με το παραπάνω.”
“Τι έγινε όμως;”
“Πήγαινε δες. Δεν έμεινε τίποτα…”
“Τι εννοείς; Σκοτώσατε κόσμο;”
“Όχι ντάξει, είπαμε… Τους κυνηγήσαμε όμως μέχρι μέσα, βαθιά στο δάσος.”
“Που είναι όλοι τους τώρα; Στο τίπι;”
“Δεν υπάρχει τίπι. Είναι μέσα στο δάσος, βαθιά. Κρυμμένοι όπως τους αξίζει.”\
“Δεν καταλαβαίνω ρε Ματτέο, γιατί έτσι, γιατί τόσο μίσος;”
“Αλέκο, θα στο πω άλλη μια φορά κι ελπίζω να καταλάβεις. Οι ανατολικοί δεν φέρθηκαν εντάξει. Χτυπήσανε τον γιό μου, τον Τσίκο μου.” Τα μάτια του βουρκώσανε τότε. “Τον χτυπήσανε άσχημα, ίσως χρειαστεί να τον πάμε σε νοσοκομείο…”
“Δεν το πιστεύω.”
“Πίστεψε το. Γι’ αυτό σου λέω, ό,τι έγινε το αξίζανε… Φεύγω, πάω με τους άλλους. Καλό βράδι.” Και πέρασε τη γέφυρα κι εξαφανίστηκε.
Περπάτησα με γρήγορα βήματα και πήγα προς το κέντρο. Εικόνες πολέμου στο δρόμο μου. Γκρεμισμένες καβάτζες, ξύλα πεταμένα από δω κι από κει, σπασμένα καταλύματα, διαλυμένες σκηνές. Ένα χάος. Το τίπι είχε γκρεμιστεί, τα μεγάλα ξύλα ήταν όλα στο χώμα και το πανί ήταν σκισμένο και κομματιασμένο και το παιρνε ο αέρας.
Προχώρησα πιο κάτω, ελπίζοντας πως η σκηνή μου θα χε διασωθεί από τη λαίλαπα. Η καβάτζα του Μάρκου είχε γίνει κι αυτή κομμάτια στο μεταξύ. Μαλακίες. Είχανε σπάσει τις μπανέλες κι είχανε γαμήσει και το κάλυμμα για τη βροχή. Ευτυχώς δεν είχανε πειράξει ούτε το σάκο μου, ούτε το σλίπιν μπαγκ μου κι όσα πράματα είχα μέσα. Τα μάζεψα όλα κι έφυγα να πάω να βρω τους άλλους. Πήρα κι έναν φακό γιατί δεν έβλεπα την τύφλα μου και ξεκίνησα.
Περπάτησα για κάμποση ώρα, σκέφτηκα πως ίσως τελικά είχα κάνει μαλακιά που τριγυρνούσα μες στη νύχτα μόνος μου στο δάσος, πως ίσως ήτανε καλύτερα να κοιμηθώ στο τίπι των δυτικών. Μα τελικά, μετά από λίγο, είδα μια λάμψη από μακριά που φάνηκε πως ήτανε φωτιά. Έτρεξα προς τα κει.
Όλοι οι ανατολικοί, και οι ελάχιστοι τουρίστες που είχαν μείνει, είχαν μαζευτεί γύρω από μια αδύναμη φωτίτσα και περιμένανε να ξημερώσει. Όλοι ήταν αμίλητοι, οι περισσότεροι ήταν και χτυπημένοι, και σίγουρα φρικαρισμένοι. Ο Λούκας είχε καθίσει σε μιαν άκρη μοναχός του, τυλιγμένος με μια κουβέρτα, και μάσαγε ένα μήλο. Τα μάτια του – το ένα μαυρισμένο από μπουνιά – αντανακλούσανε τη φλόγα της εστίας. Τα μάτια του ήτανε μαύρα κι αγριεμένα. Σε μιαν άλλη άκρη, βρήκα, επίσης μοναχό του, τον Μάρκο, που κάπνιζε τσιγάρο. Πήγα και κάθισα δίπλα του.
“Σκατά, Αλέκο. Όλα σκατά,” μου είπε.
“Πες μου ρε Μάρκο, τι έγινε;”
“Μας γαμήσανε. Αυτό έγινε.” Δεν είχε πολλή όρεξη για κουβέντα – πώς να χει όρεξη για κουβέντα; “Άντε, βγάλε να στρίψεις ένα να το πιούμε μπας και κοιμηθούμε λίγο,” μου πε.
Το έκανα, κόλλησα ένα δίφυλλο, το έστριψα, το έσκασα και το γύρισα. Το ήπιαμε σιωπηλοί. Δεν ανταλλάξαμε ούτε βλέμμα. Το ήπιαμε γρήγορα, και, μέσα στο ψωλόκρυο και την υγρασία, απλώσαμε αντικριστά τα σλίπιν μπάγκς και πέσαμε να κοιμηθούμε. Εγώ δεν τα πολυκατάφερα. Κρύωνα. Ο Μάρκος δεν ξέρω. Η φωτιά σιγόσβηνε.

* * * * *

Ξύπνησα χαράματα, από τις σταγόνες νερού που πέφτανε στο πρόσωπό μου. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει. Ντάξει, είχα καταφέρει πάντως να κοιμηθώ ένα διωράκι, κάτι ήταν κι αυτό. Έτριψα τις τσίμπλες απ’ τα μάτια μου, τεντώθηκα και σηκώθηκα όρθιος. Μερικοί γέροι είχαν αναζωπυρώσει τη φωτιά, κι εγώ πλησίασα κοντά τους. Είχαμε ξυπνήσει σχεδόν όλοι. Έβγαλα κι έστριψα ένα τσιγάρο. Το κάπνισα αμίλητος.
Λίγο αργότερα σηκώθηκε κι ο Μάρκος, με μαύρους κύκλους στα μάτια του, ήρθε και κάθισε δίπλα. Μου ζήτησε ένα τσιγάρο, του έδωσα κι άρχισε να στρίβει. Πήρε ένα μισοκαμμένο ξυλαράκι απ’ τη φωτιά και τ’ άναψε. Γύρισε προς ένα γέρο και του πε κάτι στα ισπανικά. Ο γέρος ανασήκωσε τους ώμους. Προφανώς δεν ήξερε την απάντηση στην ερώτηση του Μάρκου.
Ήταν πολύ πρωί ακόμα, κι ο ουρανός ήταν γκρίζος, γεμάτος σύννεφα, κι είχε κι αυτή την πρωινή ομίχλη, που τα κανε όλα να φαίνονται θολά. “Μάρκο,” γύρισα και τον ρώτησα, “τι θα κάνουμε;”
“Που θες να ξέρω τι θα κάνουμε;”
“Θα γυρίσουμε πίσω;”
“Που πίσω; Αφού δεν έχει μείνει τίποτα. Τα διαλύσαν όλα. Τίποτα δεν άφησαν…”
“Και τότε; Θα μείνουμε εδώ;”
“Ώχου, δεν ξέρω σου λέω. Εξάλλου εσένα τι σε νοιάζει; Εσύ ταξιδιώτης είσαι. Όποτε θες μαζεύεις το σάκο σου και φεύγεις. Τι σε κόφτει;”
Γύρισα απ’ την άλλη, έβγαλα να στρίψω άλλο ένα τσιγάρο. Δίκιο είχε. Όποτε ήθελα έφευγα. Δεν είχα καμία υποχρέωση σε κανέναν. Απλά θα γυρνούσα πίσω, θα μάζευα τη διαλυμένη μου σκηνή, θα την έχωνα στο σακίδιο και γειά σας. Και τέλος. Κι άντε γαμήσου Κομμουνιτάριο, άντε στο διάλο βρωμοχίπηδες. Αλλά όχι. Όχι, δεν ήθελα να φύγω. Κάτι με κράταγε εδώ, μέσα στο δάσος, μαζί με όλους αυτούς. Περιέργεια να δω τι θα γίνει στο τέλος; Ίσως. Δεν ξέρω, πραγματικά δεν ξέρω, αλλά πάντως δεν ήθελα να φύγω.
Αρκετές βαρετές και κενές ώρες αργότερα, όταν πια η ομίχλη είχε φύγει, και ο ουρανός είχε κάπως καθαρίσει κι αχνοφαινότανε από πίσω και ο ήλιος, ακούσαμε τα βαριά βήματα τους στο βρεγμένο χώμα. Μερικοί σηκωθήκανε απότομα από τη φωτιά, μαζέψαν γρήγορα λίγα ξύλα και πέτρες και πήραν θέσεις μάχης. Έρχονταν οι δυτικοί – μα δεν ακούγονταν πολλοί. Σίγουρα δε θα τανε πάνω από δέκα.
Εμφανίστηκαν μπροστά μας λίγες στιγμές αργότερα, και τελικά ήτανε μόλις πέντε. Κρατούσανε κάτι μακριά, χοντρά ραβδιά στα χέρια τους, είχανε κάτι χίπικα τσαντάκια παραφουσκωμένα, λογικά γεμάτα πέτρες, και φορούσαν κάτι αυτοσχέδιες ξύλινες πανοπλίες, στο θώρακα και τις κοιλιές τους. Φαίνονταν έτοιμοι για όλα. Στη μέση και προχωρόντας μπροστά απ’ όλους, ήταν ο Ματτέο, με βλέμμα φλογερό και συνάμα ήρεμο.
“Αδέρφια,” είπε σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. “Ερχόμαστε για την ειρήνη!”
“Έτσι έρχεστε εσείς για την ειρήνη;” φώναξε ο Λούκας. “Οπλισμένοι με ραβδιά και πανοπλίες; Εμένα μου φαίνεται πως έρχεστε για πόλεμο, αδέρφια.”
“Παίρνουμε τις προφυλάξεις μας,” απάντησε ένας απ’ τους δυτικούς.
“Και όπως και να χει, είμαστε εδώ για να κάνουμε έναν συμβιβασμό,” συνέχισε ο Ματτέο. Έναν συμβιβασμό, για την ειρήνη και την αρμονία της κοινότητας. Διότι η όλη κατάσταση είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ όσα πιστεύουμε και πρεσβεύουμε. Διότι η όλη κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο.”
“Να τον ακούσουμε,” είπε ο Λούκας.
“Λοιπόν. Εμείς μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα σας αφήσουμε, και ακόμα και θα βοηθήσουμε όπου χρειαστεί, να επιστρέψετε στη μεριά σας και να ξαναχτίσετε τις καλύβες και τα κτίρια σας. Αρκεί βέβαια κι εσείς να σταματήσετε αυτόν τον παράλογο πόλεμο εναντίον μας, και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, κι ο καθένας να δρα και να ζει όπως πιστεύει κι όπως θέλει. Τόσο απλά.”
“Α, έτσι ε; Θα μας το επιτρέψετε! Είστε τόσο μεγαλόψυχοι εσείς οι δυτικοί!” απάντησε ο Λούκας, κινούμενος απειλητικά προς τη μεριά των πέντε.
“Μην προκαλείς άλλο, αδερφέ,” του ψιθύρισε ο Ματτέο.
“Ε λοιπόν ΟΧΙ αδέρφια. ΟΧΙ! Αυτό ΔΕΝ πρέπει να το δεχτούμε!”
“Λούκας, μην το παρατραβάς,” του φώναξε ο Μάρκος, μα όλοι οι υπόλοιποι ανατολικοί έδειχναν να συμφωνούνε.
“Αυτοί που βρωμίσανε το δάσος μας, που το μετέτρεψαν σε τουριστικό θέρετρο, σε κέντρο εμπορίου, αυτοί που μας αγνόησαν, που μας χλεύασαν, αυτοί που τελικά κατέστρεψαν τα σπίτια μας και τις ζωές μας, έρχονται σήμερα εδώ για να μας πούνε πως μας επιτρέπουν να ξαναχτίσουμε τα σπασμένα τους! Ε λοιπόν όχι, αδέρφια!”
Πανζουρλισμός μεταξύ των ανατολικών, κραυγές και ιαχές. Μόνο ο Μάρκος και άλλοι δύο προσπαθούσαν να ηρεμίσουν τα πνεύματα, κι εγώ με μερικούς ακόμα στεκόμασταν πίσω αμίλητοι, παρακολουθώντας το όλο σκηνικό. Δεν θα είχε αίσιο τέλος, μπορούσα να το εγγυηθώ αυτό. Οι ανατολικοί κάνανε σαν τίγρεις σε κλουβιά, είχανε αφηνιάσει. Ξαφνικά, αρχίσανε να πέφτουν πέτρες και κοτρώνες προς τη μεριά των δυτικών, μα εκείνοι δεν κάνανε πίσω.
“Ηρεμία, αδέρφια!” φώναξε ο Ματτέο. Κανείς δεν ήταν ήρεμος. Οι δυτικοί κάναν δυο βήματα πίσω. Ο ένας, ο ακριανός, έφαγε μια πέτρα στον ώμο κι έπεσε στα γόνατα.
“Ηρεμίαααα!”
Και τότε, ο Ματτέο σωριάστηκε κάτω. Μια κοτρώνα τον είχε βρει στο δόξα πατρί. Και τότε ησύχασαν όλοι. Οι άλλοι τέσσερις δυτικοί στάθηκαν λίγο αμίλητοι, μπερδεμένοι, κι ελάχιστες στιγμές αργότερα τράπηκαν σε φυγή. Οι ανατολικοί δεν έκαναν καμία κίνηση.
“Ματτέο; Ματτέο, αδερφέ μου;” ο Μάρκος μόνο πήγε προς το μέρος του, γονάτισε δίπλα στο ξαπλωμένο του σώμα. “Ματτέο! Ξύπνα αδερφέ μου, ξύπνα σε παρακαλώ.” Έβαλε το χέρι του στο λαιμό του, να δει αν είχε σφυγμό. “Ο Ντιος Μιο! Πορκέ; Πορκέ;” και ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαιγε σαν κοριτσάκι που έχασε τη μάνα του. Σπαραχτικό κλάμα. Οι υπόλοιποι ανατολικοί είχαν μείνει αποσβολωμένοι. Ο Λούκας είχε κρύψει το πρόσωπό του στις παλάμες του.
“Πέθανε;” ρώτησα έναν γέροντα.
“Έτσι φαίνεται,” μου απάντησε.
Ο Μάρκος σηκώθηκε κι όρμησε προς το μέρος του Λούκας. “Ηλίθιε, ηλίθιε!” τσίριξε, “ορίστε, να τι κατάφερες, ηλίθιε! Σκότωσες τον αδερφό μου! Το αίμα μου!” Αυτό δεν το χα καταλάβει, πως ο Ματτέο κι ο Μάρκος ήτανε κανονικά αδέρφια… Δυο τύποι τον πιάσαν απ’ τα χέρια και τον τραβήξαν πίσω. Ο Λούκας δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ο Μάρκος γύρισε στο πτώμα και συνέχισε το κλάμα. “Μπράβο, μπράβο σας!” φώναξε προς όλους. “Τα καταφέρατε! Σκοτώσατε έναν δυτικό! Μπράβο! Βενσερέμος, αδέρφια!”
Οι ανατολικοί είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούνε την κατάσταση και φρικάρανε. Μερικοί στάθηκαν κοντά στο Μάρκο κι άρχισαν να κλαίνε μαζί του. Ο Λούκας είχε καθίσει πιο μακριά, μα κι αυτός είχε βουρκώσει. Οι υπόλοιποι τραβήχτηκαν κάτω από δέντρα και κρύψαν τα κεφάλια τους στα χέρια. Καμιά δεκαριά από δαύτους ήρθαν και μου ζήτησαν τσιγάρα. Έδωσα σε όλους.

* * * * *

R7yrVgm

Το ίδιο κιόλας βράδυ, αφού το πλήθος λίγο ηρέμισε και για πρώτη φορά με καθαρό μυαλό σκέφτηκε τα όσα είχαν γίνει, όλοι οι ανατολικοί συγκεντρώθηκαν για μια μικρή συνέλευση μπροστά απ’ τη φωτιά. Μαζί κι εγώ βεβαία, σιωπηλός, δίπλα στο Μάρκο που κι αυτός δεν είπε ούτε μια λέξη.
Τέλοσπαντων, μην τα πολυλογώ, ουσιαστικά, και με πρώτο τον Λούκας, αναγνώρισαν όλοι τα λάθη τους. Ζήτησαν συγγνώμη ο ένας απ’ τον άλλον, έκλαψαν ο ένας στον ώμο του άλλου, αγκαλιάστηκαν ομαδικά, γύρισαν και μια ξύλινη πίπα που είχε ένας γέροντας για τέτοιες περιπτώσεις σε όλους. Παραδέχτηκαν πως τα σκουπίδια κι οι τουρίστες δεν ήταν σοβαρός λόγος για να πεθάνει ένας άνθρωπος – ένας απ’ αυτούς.
Η γραιοχίπισα η Φελίσια σηκώθηκε όρθια και με δάκρυα στα μάτια ανακοίνωσε πως έπρεπε να υψώσουνε λευκές σημαίες και να πάνε στους δυτικούς να απολογηθούν για τα όσα είχαν γίνει. Συμφωνήσαν όλοι. Κι επίσης αποφάσισαν να φτιάξουν ένα ξύλινο φέρετρο όπου θα μετέφεραν τον νεκρό Ματτέο και, δυτικοί και ανατολικοί, όλοι μονοιασμένοι πλέον, θα του απέδιδαν τον ύστατο φόρο τιμής.
Κι έτσι κι έγινε, όλο το βράδυ κόβαν και μαζεύαν ξύλα απ’ το δάσος και μαστόρευαν το φέρετρο. Λίγο πριν το πρώτο φως του ήλιου ήταν έτοιμο. Ένα πολύ γλυκούλι αυτοσχέδιο φερετράκι, με σκαλίσματα και καλλιτεχνικές πινελιές. Ρίξανε το πτώμα μέσα, και περίμεναν να ξημερώσει για τα καλά για να πάνε στην άλλη μεριά του ποταμού.
Κι όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, ζεστός και λαμπερός, και σκέπασε με φως όλο το δάσος, το τσούρμο μας ξεκίνησε. Ο Μάρκος πήγαινε μπροστά, κρατώντας τη δεξιά μεριά του φέρετρου, κλαίγοντας ακόμα. Στ’ αριστερά ήταν ο γηραιότερος, ο Κάρλος, πίσω δεξιά ένας άλλος γέροντας, και τέταρτος ο Λούκας. Οι χίπηδες πίσω ανεμίζανε λευκά μα και πολύχρωμα πανιά, και σιγοτραγουδούσανε όλοι μαζί λυπητερά χίπικα τραγούδια. Εγώ ήμουνα πίσω πίσω, τελευταίος.
Όπως περνούσαμε από τα γκρεμίσματα της ανατολικής μεριάς, συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει το γκαζάκι και το κατσαρολάκι μου. Γαμώτο, σκέφτηκα, θα τα γάμησε η βροχή χτες, και βγήκα απ’ το τσούρμο και πήγα να τα μαζέψω. Γύρισα στο μέρος που μέχρι πριν δυο μέρες ήταν η καβάτζα μου και τα βρήκα και τα δυο βρεγμένα και λασπωμένα, χάλια. Η πλαστικιά σακούλα που είχα δεν ήταν εκεί, θα την είχε πάρει ο αέρας. Τα πήρα στα χέρια και περπάτησα πίσω στο δάσος, εκεί που χαμε κατασκηνώσει τις τελευταίες μέρες. Χάθηκα λίγο, μα τελικά το βρήκα. Τα έχωσα μέσα στο σάκο μου, και σκέφτηκα κιόλας πως θα ήταν καλή ιδέα να μην τον άφηνα πάλι εκεί, να τον έπαιρνα μαζί μου. Εξάλλου νομίζω είχε έρθει πια η ώρα για να φύγω. Κι αν δεν έφευγα, τουλάχιστον θα κατασκήνωνα κάπου αλλού, μαζί με τους άλλους. Τον φορτώθηκα στην πλάτη, και τσούκου τσούκου πάλι πίσω για να πάω στα δυτικά.
Πέρασα λοιπόν το γεφυράκι, βρέθηκα απέναντι, κι έπεσα κάτω και χώθηκα μέσα σ’ έναν θάμνο. Όχι, δε σκόνταψα, απλά είδα κάτι που δεν περίμενα να δω ποτέ στο Κομμουνιτάριο, ή οποιοδήποτε κοινόβιο γενικότερα. Δυο περιπολικά είχανε μπει μέσα, πέρα απ’ τον χωματόδρομο, είχανε καβαλήσει πέτρες, κλαριά και θάμνους κι είχανε φτάσει ως το τίπι. Και τέσσερις μπάτσοι στέκονταν σκεπτικοί – οι δύο πάνω απ’ το φέρετρο του Μάττεο, κι οι άλλοι δυο απέναντι απ τους τουλάχιστον 200 χίπηδες που χανε στήσει μπροστά απ’ την ινδιάνικη σκηνή. Δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από μια βρώμικη φωνή απ’ τον ασύρματο του ενός.
Μπορούσα βέβαια να μαντέψω τι είχε γίνει. Προφανώς κάποιος τουρίστας απ’ τη δυτική μεριά είχε φρικάρει με το όλο σκηνικό και το ξύλο που χε πέσει, και φώναξε τους μπάτσους. Οι μπάτσοι ήρθαν το πρωί για να τσεκάρουνε, και πέτυχαν την πομπή των ανατολικών που μετέφερε το πτώμα του Ματτέο. Δέσιμο για όλους ανεξαιρέτως, μιας και κανείς συγκεκριμένα δεν πήρε την ευθύνη – και κανείς βέβαια δεν ήξερε κιόλας ποιός είχε πετάξει την πέτρα μέσα σ’ εκείνο το χαμό. Λίγο αργότερα, στο πάρκινγκ, σκάσανε και τρεις κλούβες, σαν κι αυτές που χουν εδώ οι ματατζήδες. Οι χίπηδες, ένας ένας στη σειρά, προχωρήσαν προς τα κει, και χωρίς να διαμαρτυρηθούν καθόλου μπήκαν όλοι μέσα…
Κι οι μπάτσοι φύγανε. Κι εγώ έμεινα μόνος μου εκεί, στο δάσος, σ’ ένα άδειο κοινόβιο. Μπήκα στο τίπι των δυτικών, πέταξα σε μιαν άκρη το βαρύ σακίδιο. Η φωτιά σιγόκαιγε ακόμα. Έβγαλα τα σύνεργα και στριψα ένα μονόφυλλο. Θα το πινα και θα φευγα. Τέλος. Δεν υπήρχε πια τίποτα να κάνω ή να δω σ’ αυτό το μέρος.
Το σκασα και το πια γρήγορα. Πέταξα τη τζιβάνα στη φωτιά. Άλλαξα γνώμη. Αποφάσισα πριν φύγω να κάνω μια βόλτα στο ερημωμένο πλέον δάσος. Έστριψα λοιπόν άλλο ένα μονόφυλλο, το βαλα στην τσέπη κι άρχισα να περπατώ. Και περπάταγα και περπάταγα, και περπάταγα για ώρα, και δεν έδινα καθόλου σημασία ούτε στα πουλιά, ούτε στα δέντρα, ούτε στο ποτάμι που κύλαγε ασταμάτητα. Ένιωθα λίγο μπερδεμένος, λίγο κλασμένος επίσης. Πάντως ήταν όμορφα, είχε ήλιο κι έκανε ζέστη.
Και κάμποση ώρα αργότερα – δεν ξέρω πόση ακριβώς, δεν είχα καμία αίσθηση του χρόνου – έφτασα έξω από ένα παράξενο, μεγαλοπρεπές καλύβι. Προχώρησα πιο κοντά, στάθηκα μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Μέσα, πάνω σ’ ένα τεράστιο, θιβετιανό χαλί, καθόταν σταυροπόδι και με μάτια μισόκλειστα ένας γέροντας. Ήταν ο Δον Ράμα, εκείνος ο περίεργος ερημίτης. Διαλογιζότανε. Μια παράξενη αύρα τον πετριτρυγίριζε, κι απλωνότανε σ’ όλο το χώρο. Έκανα να φύγω, μα με κατάλαβε και με φώναξε.
“Ε, εσύ!” είπε, “που πας;”
“Πουθενά,” απολογήθηκα, “μια βόλτα έκανα μόνο.”
“Πέρνα μέσα,” μου πε και σηκώθηκε όρθιος. Υπάκουσα. Προχώρησα και κάθισα κάτω στο χαλί, σ’ ένα μαξιλάρι – δεν υπήρχε και τίποτα άλλο σ’ όλο το δώματιο, μόνο το χαλί και μερικά μαξιλάρια.
“Πώς σε λένε;” ρώτησε.
“Αλέκο. Εσένα;”
“Ράμα.”
Μου πρόσφερε ένα φλυτζάνι με κάτι σαν τσάι.
“Τι είναι αυτό;”
“Πιες το, είναι καλό. Είναι μείγμα βοτάνων.”
Κατέβασα μια γουλιά, δεν ήταν άσχημο όντως, άντιθετα ήταν γευστικότατο. Έβγαλα το μονοφυλλό μου από την τσέπη.
“Θες να το πιούμε;” τον ρώτησα.
“Όχι,” απάντησε, “δεν πίνω τσιγάρα.” Και τότε έβγαλε απ’ το τσαντάκι του ένα τσελέμι, λίγο χύμα καπνό, και έναν σβώλο τσοκό. Άρχισε να τον σπάει στην παλάμη του. Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο και είδα ένα σύννεφο σε σχήμα γουρουνοκεφαλής να περνάει μπροστά απ’ τον ήλιο και να φεύγει. Το τσελέμι ετοιμάστηκε και μου ζήτησε να του το ανάψω. Το έκανα. Πήρε μια τζούρα τεράστια, θα κατέβαζε τον καπνό για καμιά σαρανταριά δευτερόλεπτα. Μου το γύρισε. Κατέβασα μια τζουρίτσα ίσα ίσα κι άρχισα να βήχω. Ήπια μια γουλιά απ’ το τσάι μου κι ηρέμισα.
“Έμαθες τίποτα για το κοινόβιο;” του είπα.
“Σαν τι;”
“Έχουνε γίνει πράματα και θάματα τις τελευταίες μέρες.”
“Σαν τι;”
“Τρελός πόλεμος!”
“Α, ναι, γνωρίζω.”
“Και προχτές είχαμε και νεκρό.”
“Νεκρό; Σοβαρά;”
“Ναι. Τον Ματτέο, δεν ξέρω αν τον ξέρεις…”
“Κάτι μου λέει. Και;”
“Ε αυτό… Του ρίξανε μια πέτρα στο κεφάλι κι έμεινε στον τόπο.”
“Κι όμως, ήταν αναμενόμενο.”
“Ναι, συμφωνώ… Και σήμερα ήρθανε οι μπάτσοι.”
“Οι μπάτσοι;”
“Ναι, ήρθανε και βρήκανε το πτώμα και τους μαζέψαν όλους, όλοι μέσα.”
“Χαχαχα, ε, καλά τους κάνανε!”
Ακολούθησε μια μικρή περίοδος ησυχίας, κάπως αμήχανη εκ μέρους μου, ο Ράμα φαινότανε πιο άνετος. Μετά το τσελέμι τέλειωσε, ο γέροντας το στάχτισε στην παλάμη του, το καθάρισε, και μετά το βαλε σε μια τσάντα.
“Για δώσε ένα χεράκι,” μου είπε.
“Ναι, σε τι;”
“Να βγάλουμε έξω το χαλί και τα έπιπλα.”
“Όλα έξω; Γιατί;” απόρρησα.
“Ήρθε νομίζω πια η ώρα να φύγω κι εγώ απ’ αυτό το μέρος. Εξ’ αρχής το χα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κάποια ύπουλη ενέργεια κάνει κουμάντο σ’ αυτά τα μέρη. Αφού διαλύθηκε το κοινόβιο, τότε πρέπει να φύγω κι εγώ.”
Κουβαλήσαμε το χαλί, ένα τραπεζάκι, μια αυτοσχέδια βιβλιοθήκη, μια καρέκλα, κάτι μαξιλάρια, κάτι ρούχα και κάτι άλλα πραμματάκια που χε έξω. Το κρεβάτι το βγάλαμε κι αυτό έξω στο δάσος.
“Πότε θα φύγεις;” τον ρώτησα.
“Όταν μου πουν τ’ αστέρια,” απάντησε αινιγματικά. “Μα εσένα μη σε νοιάζει. Σ’ ευχαριστώ για τη βοήθεια, Αλέκο. Νομίζω ήρθε η ώρα να πηγαίνεις.”
Είχε δίκιο. Αποχαιρέτησα τον περίεργο σαμάνο και κατηφόρισα προς τα πίσω. Έφτασα στο τίπι και πήρα το σάκο μου. Έστριψα ένα τσιγάρο, φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου και τράβηξα το δρόμο μου. Και κάπως έτσι το περίφημο Κομμουνιτάριο της Ανδαλουσίας έρημώθηκε, και κάπου εδώ η ιστορία του χίπικου εμφύλιου έφτασε στο τέλος της. Αυτό ήταν όλο. Το λοιπόν, ο ήλιος με βάραγε, ο άερας έκανε τα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουν, κι εγώ κατηφόριζα το βουνό μέχρι να βρώ κάποιον να με πάρει να με πάει μέχρι το αεροδρόμιο της Μάλαγα. Κι είχα και περίπου ένα γραμμάριο στην δεξιά μου τσέπη. Εβίβες…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s